in ποιμενικός τρόπος σκέψης

για τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής

Από το 4.000 π.Χ.  μέχρι τις εισβολές των μογγολικών ορδών του Ταμερλάνου, στα μέσα του 14ου μ.Χ. αιώνα, για πάνω από 5.500 χρόνια, πολεμοχαρείς και αδίστακτοι ποιμενικοί λαοί εγκατέλειπαν τα βοσκοτόπια τους στις στέπες και τις ερήμους και εισέβαλαν στις περιοχές των αγροτικών κοινοτήτων, σπέρνοντας τον θάνατο, την καταστροφή και τον τρόμο. Όταν δεν επέστρεφαν στα πατρικά βοσκοτόπια, έμεναν ως κατακτητές, εξόντωναν τους γηγενείς, εξαφάνιζαν τη γλώσσα τους, υιοθετούσαν πολλά πολιτισμικά επιτεύγματα, εγκατέλειπαν την εκτροφή των ζώων και στρέφονταν στην καλλιέργεια της γης. Αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν πολλές ποιμενικές αντιλήψεις και αξίες, διατηρούσαν όμως τον πυρήνα του ποιμενικού τρόπου ζωής και σκέψης: αρπαγή του κοινωνικού πλούτου που παρήγαγαν οι υποτελείς Παραγωγοί, επιτήρησή τους, άγρια καταστολή σε περίπτωση εξέγερσης. Ο δυτικός (ελληνορωμαϊκός) δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής ήταν έργο αυτών των εγκατεστημένων ποιμένων, Ελλήνων και Λατίνων. Ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής – αρπαγής προέκυψε από την συγχώνευση στοιχείων του παρακμάζοντος δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής και του γερμανικού ποιμενικού τρόπου παραγωγής που ήταν και αυτός σε μετεξέλιξη, μιας και οι γερμανοί ποιμένες στρέφονταν προς την καλλιέργεια της γης. Είναι σαφές ότι πολλά ποιμενικά στοιχεία επιβιώνουν τόσο στον δουλοκτητικό όσο και στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής.Οι διαπιστώσεις αυτές μας ωθούν να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: επιβιώνουν άραγε ποιμενικά στοιχεία στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες, μιας και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συγκροτήθηκε μέσα στις κοινωνίες που κυριαρχούσε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής; Ποια είναι αυτά;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να απαντήσουμε σε κάποια άλλα, που προηγούνται χρονικά και λογικά και αφορούν τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής: Γιατί οι ποιμένες εγκατέλειπαν τα βοσκοτόπια; Γιατί ήταν, σε σύγκριση με τις αγροτικές κοινότητες, καθυστερημένοι πολιτισμικά; Γιατί ήταν πολεμοχαρείς και άγριοι; Γιατί κάποιοι λαοί επέστρεφαν στα πατρικά βοσκοτόπια και κάποιοι άλλοι όχι; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να μελετήσουμε τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο οι μαρξιστές αγνοούν επιδεικτικά παρόλο που ο ρόλος του στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού και του καπιταλισμού ήταν καθοριστικής σημασίας.

Η προκείμενη μελέτη του ποιμενικού τρόπου παραγωγής είναι η εισαγωγή στη μελέτη του ποιμενικού τρόπου σκέψης, που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση τόσο του δυτικού πολιτισμού όσο και του καπιταλισμού.  Είναι το πρώτο κεφάλαιο ενός βιβλίου με τίτλο Ο ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ, το οποίο θα εκδοθεί στο μέλλον, κανείς δεν ξέρει πότε. Στην κατηγορία ΑΝΘΡΩΠΟΒΟΣΚΗΤΙΚΗ, όπως και σε κάποιες άλλες, θα μπορέσετε να βρείτε κείμενα σχετικά με τον ποιμενικό τρόπο σκέψης. Να μερικές ποιμενικές επιβιώσεις: Η έννοια του ορθού λόγου  είναι προϊόν του ποιμενικού τρόπου σκέψης: η μεταφορά ορθός λόγος παραπέμπει στον λόγο του όρθιου άνδρα. Ποιος είναι ο όρθιος άνδρας;  Ο ήρωας, ο ποιμένας πολεμιστής που έγινε δουλοκτήτης γαιοκτήμονας, Όλη η δυτική φιλοσοφία είναι εμποτισμένη από τον ποιμενικό τρόπο σκέψης. Το ποδόσφαιρο, με την εξύμνηση της λατρείας της διείσδυσης, η οποία είναι ποιμενικής προέλευσης, αναπαράγει, διαιωνίζει και ενισχύει τη δυτική πατριαρχία.  Και άλλες πολλές, πολλές επιβιώσεις. . . Γι αυτές τις επιβιώσεις,ο Μαρξ έγραψε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (το οποίο, ως όρος, είναι κι αυτό ποιμενικής προέλευσης – δηλώνει τον αριθμό των κεφαλιών των ζώων εκτροφής): ‘Πλάι στα σύγχρονα δεινά μας πιέζει μια ολόκληρη σειρά από κληρονομημένα δεινά, που πηγάζουν από το γεγονός ότι εξακολουθούν να φυτοζωούν απαρχαιωμένοι, ξεπερασμένοι τρόποι παραγωγής με την ακολουθία τους από αναχρονιστικές κοινωνικές σχέσεις. Δεν υποφέρουμε μονάχα από τους ζωντανούς, μα κι από τους πεθαμένους.Le mort saisit le vif! [Ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανό]


Ο ποιμενισμός1, ο ποιμενικός τρόπος παραγωγής, προέρχεται από αγροτικές κοινότητες που πρόκριναν την εκτροφή των ζώων σε βάρος της καλλιέργειας της γης σε περιοχές που δεν προσφέρονταν για γεωργία (στέπες, σαβάνες, έρημοι κλπ). Επειδή η τροφή προέρχονταν καθημερινά κυρίως από τα ζώα, η εκτροφή μεγάλου αριθμού μικρόσωμων ζώων, κυρίως κατσίκες και πρόβατα, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση των μελών της κοινότητας. Τα περισσότερα ζώα που εξέτρεφαν δεν φαγώνονταν: τα θηλυκά που γεννούσαν και πολλά από τα θηλυκά νεογέννητα που θα αντικαθιστούσαν τα γερασμένα. Τα ενήλικα ζώα αναπαραγωγής ήταν τα μέσα που τους παρείχαν τη τροφή τους κι έπρεπε να κατέχουν πολλά από αυτά για να επιβιώσουν. Ήταν τα εργαλεία τους και εδώ βρίσκεται η εργαλειακότητα του ζώντος οργανισμού, ένα από τα εντονότερα χαρακτηριστικά του δυτικού πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο που ο δούλος, την εποχή της ακμής της ρωμαϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας, εκλήφθηκε ως instrumentum vocale, ομιλούν εργαλείο. Και ο μισθωτός εργαζόμενος της καπιταλιστικής παραγωγής που δεν μπορεί να μιλήσει την ώρα της εργασίας; Είναι μήπως instrumentum mutum, εργαλείο άλαλο;  Τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους, στα τσίρκα, τα πειραματόζωα των εργαστηρίων, δεν είναι εργαλεία;

Τα πολλά ζώα παρήγαγαν μικρές ποσότητες τροφής, συνεπώς, μπορούσαν να θρέψουν μόνο μικρό αριθμό ανθρώπων ενώ ταυτόχρονα η εκτροφή τους απαιτούσε μεγάλες εκτάσεις βοσκότοπων. Έτσι, πολύ σύντομα η κοινότητα διασπάστηκε: το βασικό κύτταρο των ποιμενικών κοινωνιών ήταν το ολιγομελές ποιμενικό γένος που για να επιβιώσει ήταν υποχρεωμένο να κινείται πίσω από τα εκτρεφόμενα ζώα μέσα σε μεγάλες  και ελεύθερες εκτάσεις. Η λατρεία των αχανών, αναπεπταμένων πεδίων, των ανοιχτών οριζόντων  και της διείσδυσης σε αυτά που χαρακτηρίζει τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς προέρχεται από αυτή την ανάγκη. Το ποιμενικό γένος είναι υποχρεωμένο να πηγαίνει συνεχώς μπροστά : εάν πρέπει να πάει, για παράδειγμα, δυτικά, θα πάει far west. Το μπροστά είναι ταυτόσημο με τη ζωή, με την επιβίωση, με τους πλούσιους σε χορτάρι λειμώνες, με τη νίκη, τη πρόοδο, τη διείσδυση. Από τη στιγμή που το λιβάδι με το φαγωμένο χορτάρι βρίσκεται πίσω μας, το πίσω ισοδυναμεί με την ένδεια, την εξαθλίωση, τον θάνατο, την καθυστέρηση. Εδώ και έξι χιλιάδες χρόνια προχωράμε συνεχώς μπροστά , διεισδύουμε δηλαδή στο χώρο και το χρόνο: στο διάστημα, στο κύτταρο, στο άτομο, στην Ιστορία. Οι παροτρύνσεις δεν σταματούν ποτέ: για να πάμε μπροστά. . ., έτσι θα πάμε μπροστά;

Η αναγκαιότητα της κατοχής μεγάλου αριθμού εκτρεφομένων ζώων τους καταδίκαζε να εργάζονται συνεχώς. Οι ποιμένες ήταν αιχμάλωτοι των (αιχμαλώτων) ζώων τους. Ακόμα κι ένα παιδί μπορούσε να βοσκήσει ένα μεγάλο αριθμό ζώων αλλά οι εργασίες στο σύνολό τους δεν σταματούσαν ποτέ, μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι: βοσκή, κατασκευή μαντριών, τάϊσμα, πότισμα, σφάξιμο, γδάρσιμο, φροντίδα των ζώων την εποχή των γεννήσεων, αντιμετώπιση επιζωοτιών, επεξεργασία της πρώτης ύλης (συντήρηση τροφής, κατεργασία δερμάτων, μαλλιού, κεράτων), απομάκρυνση της κοπριάς και άλλες πολλές. Με τον ποιμενισμό, για πρώτη φορά, η εργασία, η βοσκή, παύει να είναι συλλογική δραστηριότητα και γίνεται ατομική, μοναχική. Σε αυτή τη ποιμενική κατάσταση βρίσκονται οι ρίζες του κτητικού ατομικισμού. Και από την συνεχή εργασία των ποιμένων προέρχεται η λατρεία της παραγωγής, η ηθική της εργασίας, η εργασιομανία, ο σταχανοβισμός. Όλα αυτά είναι βασικά χαρακτηριστικά του δυτικού πολιτισμού που έχουν αναδειχθεί σε αστείρευτες πηγές πολλών κοινωνικών προβλημάτων που στις μέρες μας, 6.000 χρόνια μετά, έχουν γίνει παγκόσμια.

Σε αντίθεση με τους ποιμένες που μετακινούνταν συνεχώς, οι γεωργοί των αγροτικών κοινοτήτων ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι, έχτιζαν  χωριά και πόλεις, είχαν εξασφαλίσει μεγάλες χρονικές περιόδους απαλλαγμένες εργασιών κι έτσι μπόρεσαν και εφηύραν την υφαντική, την κεραμική, την μεταλλουργία, την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, να αναπτύξουν το χορό, τη μουσική, τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη γραφή.  Όποιος έχει δει ή έχει πιάσει εργαλεία των νεολιθικών αγροτικών κοινοτήτων θα γνωρίζει ότι είναι όλα έργα τέχνης. Απεναντίας, οι  ποιμένες όχι μόνο δεν διέθεταν παρόμοια χρονικά διαστήματα αλλά έπρεπε και να μετακινούνται συνεχώς. Δεν ίδρυσαν ποτέ πόλεις, δεν μας άφησαν καμιά επινόηση στο πεδίο της υλικής και πνευματικής παραγωγής. Σε σύγκριση με τους αγρότες ήταν άξεστοι, βλοσυροί και ταλαίπωροι.

Όσο υπήρχαν διαθέσιμα βοσκοτόπια, ο αριθμός των ολιγομελών ποιμενικών γενών αυξάνονταν με πολύ γρήγορους ρυθμούς και χωρίς εμπόδια. Όταν όμως τα γένη προσέγγιζαν φυσικούς φραγμούς  (λίμνες, θάλασσα, όρη και δάση) προέκυπταν προβλήματα που ήταν αδύνατον να ξεπεραστούν. Το χορτάρι, η τροφή των ζώων, των διαθέσιμων λιβαδιών εξαντλούνταν, λόγω του μεγάλου αριθμού των εκτρεφομένων ζώων, με πολύ γρήγορους ρυθμούς με αποτέλεσμα ολοένα και λιγότερος χώρος να διεκδικείται από ολοένα και περισσότερα ποιμενικά γένη. Η ελληνική γλώσσα έχει καταγράψει αυτό το αδιέξοδο: ο στεναγμός και ο στόνος έχουν την ίδια ρίζα με το επίθετο στενός. Η στενοχωρία προκαλεί τη στενοχώρια. Τη στενοχώρια αυτή δεν την είχε, σύμφωνα με τη παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, που ήταν ποιμένες μέχρι την αρχαϊκή εποχή, τον 8ο π. Χ. αιώνα, ο Ήλιος, το πρότυπο του ιδανικού ποιμένα, ο οποίος, ως γνωστόν (Οδύσσεια, μ 127-32), κατείχε μόνος πολλά κοπάδια αγελάδων και προβάτων πάνω σε ένα ολόκληρο νησί, τη Θρινακία, που τα επιτηρούσαν οι δυο αρχιτσομπανοπούλες (ἐπιποιμένες) κόρες του, η Φωτεινή (Φαέθουσα) και η Λαμπρινή (Λαμπετίη).

Όταν το χορτάρι λιγόστευε, μειώνονταν η προσδοκώμενη ποσότητα τροφής. Τα ζώα έχαναν βάρος, εξασθένιζαν με αποτέλεσμα να ενσκήπτουν συχνά εξοντωτικές και οδυνηρές επιζωοτίες. Σε οριακές καταστάσεις, οι ποιμένες αναγκάζονταν να τρώνε και τα θηλυκά ενήλικα ζώα, τα  οποία δεν ήταν παρά τα εργαλεία που τους παρείχαν το κρέας, τα νεογέννητα, από τα οποία πολλά θα επιλέγονταν για να ανανεώσουν τον εργαλειακό εξοπλισμό. Έτσι, τα ποιμενικά γένη ζούσαν συνεχώς με το φάσμα της ένδειας, του λιμού, της εξαθλίωσης και του αφανισμού. Οι ποιμενικές κοινωνίες ήταν οι μόνες κοινωνίες που αναγκάζονταν να τρώνε τα εργαλεία τους και να υποσκάπτουν με αυτό το τρόπο ανεπανόρθωτα  τις υλικές βάσεις της αναπαραγωγής τους, του μέλλοντός τους. Πρόκειται για την ποιμενική εργαλειοφαγία. Η εργαλειοφαγία επιβιώνει στην συνειδητή και προγραμματισμένη ενσωματωμένη φθορά στα προϊόντα της καπιταλιστικής παραγωγής. Όπως η ποιμενική, έτσι και η καπιταλιστική εργαλειοφαγία υποσκάπτει αργά αλλά σταθερά την μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή του καπιταλισμού, αλλά οι απόγονοι των ποιμένων διαθέτουν την ίδια με αυτούς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, λύση. Δεν έχουμε κατανοήσει ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, και των τρόπων παραγωγής που προηγήθηκαν ιστορικά, είναι και βασικά χαρακτηριστικά του ποιμενικού τρόπου παραγωγής. Ο απώτατος πρόγονος του καπιταλισμού είναι ο νομαδικός ποιμενισμός. Η διεξοδική μελέτη του ποιμενικού τρόπου παραγωγής όχι μόνο θα ρίξει άπλετο φως στην προέλευση, τη λειτουργία και το μέλλον του καπιταλισμού  άλλά θα μας προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια για να κατανοήσουμε ακόμα περισσότερο την προέλευση και το μέλλον του δυτικού πολιτισμού στο σύνολό του.

Θα επιμείνουμε στην εξέταση της ποιμενικής εργαλειοφαγίας για να εξηγήσουμε που οφείλεται η αυτοκτονική, αυτοκαταστροφική αυτή λύση  και ποιες ήταν οι συνέπειές της. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το κομβικό χαρακτηριστικό του ποιμενικού τρόπου παραγωγής είναι η ταύτιση του μέσου της εργασίας, το εργαλείο,  με το αντικείμενο της εργασίας. Το θηλυκό ενήλικο ζώο είναι το κυριότερο αντικείμενο της εργασίας των ποιμένων αλλά ταυτόχρονα και το μέσο εργασίας, το εργαλείο του.  Δεν μπορεί να επέμβει σε αυτό διότι η φύση του δεν επιδέχεται αλλαγές. Ακόμα και σήμερα, οι κατσίκες συνεχίζουν να γεννούν μόνο ένα, δυο κατσικάκια. Έτσι, η αδυναμία επέμβασης στο αντικείμενο εργασίας καταδίκαζε τον ποιμενικό τρόπο ζωής σε διαρκή και αξεπέραστη στασιμότητα. Δεν μπορούσαν να βελτιώσουν ούτε στην παραγωγικότητα της γης ούτε στην παραγωγικότητα των εκτρεφομένων ζώων.  Η ταύτιση του αντικειμένου εργασίας με το μέσο εργασίας προκαλούσε το ποιμενικό αδιέξοδο που με τη σειρά του επέφερε τη ποιμενική εργαλειοφαγία. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε στις αγροτικές κοινότητες. Στη καλλιέργεια της γης το αντικείμενο εργασίας δεν ταυτίζεται με το εργαλείο. Η γη είναι το αντικείμενο εργασίας, το σκαλιστήρι το μέσο της εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει άροτρο και τηλεκατευθυνόμενο τρακτέρ και η παραγωγικότητα της γης να αυξηθεί κατά πολύ. Το γεγονός ότι σήμερα πάνω στον πλανήτη ζουν πάνω από εφτά δις. άνθρωποι οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη καλλιέργεια της γης, με όποιον τρόπο κι αν διεξάγεται, και όχι στην εκτροφή των ζώων, που έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πιο οξυμένα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα που συμβάλλει στην εξάπλωση της πείνας. Ο πλούτος των αγροτικών κοινοτήτων ήταν, για πολλές χιλιάδες χρόνια, σταθερός στόχος των νομάδων ποιμένων που αντιμετώπιζαν διαρκώς την απειλή της λιμοκτονίας, της εξαθλίωσης και της εξαφάνισης από προσώπου γης. Το ποιμενικό αδιέξοδο δεν έπαυσε ποτέ να αναπαράγεται και στις μέρες μας εντοπίζεται στην αντίφαση ανάμεσα στον τεράστιο πλούτο που παράγεται καθημερινά και στην ένδεια που  επικρατεί σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η διαιώνιση της ένδειας εν μέσω ανείπωτου πλούτου είναι κομβικό χαρακτηριστικό όλων των ταξικών (εκμεταλλευτικών, καταπιεστικών) κοινωνιών που κληρονομήθηκε από τον ποιμενικό τρόπος παραγωγής. Ο ομφάλιος λώρος που μας συνδέει με τον ποιμενισμό δεν έχει κοπεί. Οι καπιταλιστές, και μαζί με αυτόν και ο παγκόσμιος πληθυσμός, ζουν και στο 4.000 π. Χ. Δεν είναι τυχαίο που ο πλανήτης τείνει να γίνει μια αχανής,  μονότονη, φτωχή σε πανίδα και χλωρίδα, στέπα.

Κάτω από αυτές τις δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες ο μόνος τρόπος να επιβιώσει  ένα ποιμενικό γένος ήταν να καταφύγει στην ζωοκλοπή. Η κλοπή των ζώων του γειτονικού ποιμενικού γένους ήταν μια καθημερινή δραστηριότητα όλων των ποιμενικών λαών. Όλες οι ποιμενικές αφηγήσεις, που έχουν διασωθεί, την εξυμνούν. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι ένας ύμνος στην ζωοκλοπή. Από τη στιγμή που τα εκτρεφόμενα ζώα ήταν ο συλλογικά παραγόμενος κοινωνικός πλούτος, η ζωοκλοπή είναι η πρώτη μορφή αρπαγής αυτού του πλούτου. Ο δυτικός πολιτισμός είναι η ιστορία των κοινωνικών σχηματισμών που το κομβικό χαρακτηριστικό του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής είναι η αρπαγή του συλλογικά παραγόμενου κοινωνικού πλούτου από μια μικρή μειοψηφία, των απογόνων των εισβολέων και κατακτητών Ινδοευρωπαίων ποιμένων. Όλοι οι τρόποι παραγωγής που εντοπίζουμε στο δυτικό πολιτισμό είναι μεταλλάξεις του ποιμενικού τρόπου παραγωγής, τον οποίον δεν έχουμε μελετήσει όσο θα έπρεπε. Η εκμετάλλευση είναι η καταστατική ιδρυτική πράξη όλων των ταξικών κοινωνιών του δυτικού πολιτισμού. Η εκμετάλλευση είναι η πρώτη μορφή καταπίεσης. Όποιος αδιαφορεί γι’ αυτήν δε θα μπορέσει να κατανοήσει ολόπλευρα ούτε την ιστορία του πολιτισμού μας αλλά ούτε και τις μελλοντικές μεταλλάξεις του.

Στη Κρήτη, στη Σαρδηνία, στην Αραβία, στο Αφγανιστάν, στη Τουρκία, ο ικανός ζωοκλέφτης έχαιρε και χαίρει ακόμα και στις μέρες μας μεγάλης εκτίμησης. Το δωδεκάθεο του Ολύμπου διέθετε και θεό της ζωοκλοπής, της απάτης και της ταχύτητας: τον Ερμή. Δεν νοείται κλοπή χωρίς απάτη κι αυτά τα δυο χωρίς την ταχύτητα.   Η εξύμνηση και η λατρεία αυτών των πρακτικών καθ’ όλη τη διάρκεια της δυτικής Αρχαιότητας προέρχεται από την κληρονομημένη παράδοση του ποιμενικού παρελθόντος και μεταβιβάσθηκε και στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η ποιμενική ποιητική αφήγηση (τα έπη των ινδοευρωπαϊκών λαών) μας πληροφορεί ότι οι πιο αποτελεσματικές ληστρικές επιδρομές ήταν αυτές που γίνονταν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η Απάτη και η Έρις ήταν παιδιά της (τα άλλα δυο ήταν ο Έρωτας και το Γήρας, Ησιόδου Θεογονία, 224 – 225).  Ο ίδιος ποιητής την αποκαλεί ὀλοή, δηλαδή ολέθρια (224). Έτσι, το σκοτάδι είναι συνώνυμο της ήττας, του θανάτου και το φως, της νίκης, της εξόντωσης, της επιβίωσης.

Η αναγκαιότητα διαρκούς επαγρύπνησης και ένοπλης φύλαξης των ζώων εγκαθίδρυσε μια κατάσταση συνεχών συγκρούσεων που σε οριακές καταστάσεις (επιζωοτία, ξηρασία, δριμύς χειμώνας) έπαιρνε τη μορφή του εξοντωτικού (ολοκληρωτικού πολέμου). Η επιβίωση εξασφαλιζόταν μόνο με την εξόντωση του ποιμενικού γειτονικού γένους και την αρπαγή όλου του πλούτου του (ο θάνατός σου, η ζωή μου).  Το ποιμενικό αδιέξοδο δεν άφηνε περιθώρια για την επίλυση των διαφορών με τη συνεργασία και το διάλογο. Ο γείτονας, που ήταν αδελφός, ήταν απλά περιττός. Η άμεση προσφυγή στη βία ήταν η μόνη λύση, δεν υπήρχε άλλη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκε ο βίαιος, αψύς, απότομος χαρακτήρας των ποιμένων. Η μόνη πρόσκαιρη συνεργασία που ήταν εφικτή ήταν αυτή που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της πολεμικής υπεροχής εις βάρος των άλλων: της σύμπηξης συμμαχίας μεταξύ των γενών κατά τη διάρκεια της οποίας απλά το μίσος και η καχυποψία υποχωρούσαν προσωρινά και φούντωναν και πάλι μετά τη λήξη της συνεργασίας. Από την εποχή του νομαδικού ποιμενισμού μέχρι σήμερα, η συνεργασία είναι ένα μέσο με το οποίο εξασφαλίζουμε τη νίκη. Μόνο με τη νίκη (την εξόντωση) εξασφαλίζεται η επιβίωση (η γη και ο πλούτος του αντιπάλου). Επιβίωση σημαίνει νίκη. Η επιθυμία της νίκης διαχύθηκε και εγκαθιδρύθηκε σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, σε όλες τις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες έγιναν πεδία μάχης όπου το ζητούμενο είναι η πρόκληση της νίκης. Η λατρεία της νίκης επέβαλε τη μονιμότητα της  πανταχού παρουσίας του ανταγωνισμού και της μεταγενέστερης ήπιας εκδοχής του που φέρει το όνομα διαγωνισμός ή άμιλλα. Από δω και μέχρι την προσωποποίηση και θεοποίηση της νίκης, η απόσταση που διανύθηκε δεν ήταν μεγάλη.

Εδώ εντοπίζουμε την αφετηρία της λατρείας της ταχύτητας (ειδικά της γρήγορης λήψης αποφάσεων) και της απάτης στον πόλεμο: χωρίς αυτές η νίκη, η επιβίωση, είναι αδιανόητες. Ο πόλεμος είναι η υλική βάση της λατρείας της αποτελεσματικότητας (ευστοχίας) και αποδοτικότητας (εξασφάλιση πλούσιας λείας). Κάτω από αυτές τις συνθήκες λατρείας της ευστοχίας εμφανίζεται τόσο η επιθυμία του έξυπνου όπλου (στην Ιλιάδα, η θεά Αθηνά κατευθύνει το δόρυ του ήρωα να βρει το στόχο του . . .) όσο και η λατρεία της διείσδυσης. Διεισδύω με το δόρυ μου σημαίνει φονεύω, φονεύω σημαίνει νικώ και νικώ σημαίνει επιβιώνω, υπάρχω. Αποτυγχάνω να διεισδύσω με το βλήμα μου στο κορμί του αντιπάλου σημαίνει ότι αντιμετωπίζω το φάσμα της εξαφάνισης.

Αυτή την εποχή διαμορφώνονται και εμφανίζονται όλες οι πολιτιστικές πρακτικές του ποιμενισμού που επιβιώνουν ακόμα και φυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού και για το κοντινό και μακρινό μέλλον. Η λατρεία της ανδρικής νεότητας και του σφριγηλού σώματος· η περιφρόνηση των γηρατειών· η διαμόρφωση της αντίληψης ότι ο θάνατος είναι ήττα, άρα παραλογισμός· η ινδοευρωπαϊκή παράνοια του ήρωα: θέλει να με σκοτώσει, θα τον σκοτώσω πριν  προλάβει αυτός· ή αντίληψη του εκλεκτού λαού, δηλαδή του λαού (της ομοσπονδίας των ποιμενικών φυλών) που θα εξοντώσει όλους τους άλλους και θα επιβιώσει, άρα θα κυριαρχήσει, μόνο αυτός· η αναζήτηση του Lebensraum, του ζωτικού χώρου. Εδώ βρίσκεται η πηγή του φονταμενταλισμού (ιουδαϊκού, χριστιανικού, ισλαμικού): ο σκληρός πυρήνας του είναι η εξόντωση του εχθρού. Ο φασισμός δεν είναι παρά μια μορφή αναβίωσης, σε συνθήκες κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του ποιμενικού ινδοευρωπαϊκού φονταμενταλισμού, του πολέμου εξόντωσης. Ο καπιταλισμός, όπως και ο ποιμενισμός, διαθέτει, σε τελική ανάλυση, μόνο ένα τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης: την εξόντωση των περιττών υποτελών και την καταστροφή του πάγιου κοινωνικού πλούτου μόνο και μόνο για να μην μειωθεί δραστικά ο χρόνος εργασίας, μείωση που θα έθετε τις βάσεις για τον εξοβελισμό της (καπιταλιστικής) εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Η νίκη μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο με  μεγαλύτερο αριθμό πολεμιστών αλλά οι συνεχείς πόλεμοι μείωναν δραστικά τον αριθμό τους («οι ήρωες πεθαίνουν νέοι«) : έτσι, οι γυναίκες του εξοντωμένου γένους αιχμαλωτίζονταν και υποβιβάζονταν στην κατάσταση των θηλυκών ζώων αναπαραγωγής αρσενικών, πολεμιστών δηλαδή,  δίπλα στις νόμιμες συζύγους. Από αυτή τη ανάγκη προέρχεται και η πρακτική της απαγωγής γυναικών σε περιόδους σχετικής ηρεμίας (γι αυτό το θέμα, η ελληνική μυθολογία είναι πολύ φλύαρη). Ισχυρός πατριάρχης ήταν αυτός που είχε τους περισσότερους άνδρες πολεμιστές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκε η ανδρική πολυγυνία αλλά και η περιφρόνηση του κοριτσιού («έχω δυο παιδιά και δυο κορίτσια«) και της γυναίκας. Αυτή είναι η προέλευση του κομπασμού του πατέρα, ακόμα και σήμερα, που το πρώτο του παιδί είναι αγόρι. Δεν έχουμε αντιληφθεί πόσες αντιλήψεις και πρακτικές από το ποιμενικό μας παρελθόν επιβιώνουν ακόμα μέχρι σήμερα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, της καθημερινής ενασχόλησης του άντρα με τον πόλεμο, ολοκληρώθηκε η κυριαρχία του άντρα πάνω στη γυναίκα (πατριαρχία). Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη κατάσταση της γυναίκας στην πατριαρχία ως λανθάνουσα δουλεία. Ο ποιμενικός τρόπος παραγωγής ενίσχυσε τη ταύτιση του υποταγμένου (και αργότερα του Υποτελούς) με τα εκτρεφόμενα ζώα. Ο αρχηγός είναι «ποιμήν λαών». Από δω, επίσης,  προέρχεται η βιοπολιτική, η εγγραφή της υποταγής στα σώματα των υπηκόων χωρίς να υπάρχει ακόμα Κράτος.

Οι συνεχείς αδελφοκτόνοι πόλεμοι, η καθημερινή βίωση της απάτης, της βίας και του τρόμου διαμόρφωσαν τον πολεμοχαρή και φιλοπόλεμο χαρακτήρα των ποιμένων. Δεν ήταν μόνο άξεστοι, ανασφαλείς και αγροίκοι αλλά και βίαιοι, αψείς, άπληστοι, αιμοχαρείς, ανταγωνιστικοί, οργίλοι, κρυψίνοες, φιλύποπτοι, δύσπιστοι. Τα στοιχεία αυτά ο δυτικός Κύριος (δουλοκτήτης, φεουδάρχης, καπιταλιστής) τα διασώζει ως το πολυτιμότερο μέρος της ποιμενικής κληρονομιάς του.

Ένας άλλος τρόπος εξασφάλισης πολύ μεγαλύτερου αριθμού πολεμιστών για την εξασφάλιση της υπεροχής ήταν η σύναψη συμμαχιών. Η κλιμάκωση  αυτή είχε ως αποτέλεσμα την κλιμάκωση του πολέμου και την διαρκή αλληλοενίσχυσή του. Από τις συμμαχίες μεταξύ γενών, φρατριών (συγγενικών γενών), φυλών (συγγενικών φρατριών) περνούσαν στη σύναψη συμμαχιών μεταξύ λαών και στη πόλωση όλου του ποιμενικού χώρου σε δυο μεγάλα αντίπαλα στρατεύματα. Όποιο νικούσε, παρέμενε και διατηρούσε τον έλεγχο στα λιβάδια. Το άλλο, διαλυμένο και αποδεκατισμένο έψαχνε για νέα βοσκοτόπια. Από τους λειμώνες της στέπας προέρχεται η εικόνα του αρχηγού ως βοσκού και ως οδηγού (αγός, duce, Fuhrer, leader). Ο Πλάτων ορίζει (Πολιτικός, 266 Ε) την πολιτική ως ἀνθρωπονομική, δηλαδή ανθρωποβοσκητική (τέχνη). Ο ἀγός (εξ ου: στρατηγός, λοχαγός, κ.α.) είναι αυτός που οδηγάει ζώα (ἂγω) και υποτελείς (επειδή εκλαμβάνονται ως εκτρεφόμενα ζώα), είναι αυτός που δείχνει προς τα που θα πάνε. Μα φυσικά μπροστά θα πάνε: εκεί βρίσκονται τα χλοερά λιβάδια, εκεί βρίσκεται η επιβίωση. Από αυτές τις ποιμενικές μετακινήσεις προέρχεται η εικόνα της συλλογικής πορείας προς τα μπρος: η χώρα θα πάει μπροστά, η οικονομία θα πάει μπροστά, ο λαός, η επιστήμη, η ανθρωπότητα, η ιστορία  και όλα τα σχετικά. (Ο Μαρξ ως κληρονόμος της ποιμενικής εβραϊκής παράδοσης δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από πολλές τσομπαναραίϊκες αντιλήψεις). Το μπροστά είναι η νίκη, η ελπίδα, η πρόοδος. Το πίσω είναι η ήττα, η δυστυχία, η απόγνωση, η καθυστέρηση, η συντήρηση.  Ακόμα και ο θάνατος είναι μια μετακίνηση, μια αποδημία σε τόπο χλοερό, εκεί όπου υπάρχει δροσιά και νερό και τρέχει άφθονο γάλα και μέλι. Γιατί η ζωή στην έρημο. . .

Οι συμμαχίες όμως δημιουργούσαν και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: το πρόβλημα της μοιρασιάς της λείας (βοσκοτόπια, ζώα, γυναίκες, κινητός υλικός πλούτος) που εξασφάλιζε την επιβίωση και την αναπαραγωγή των ποιμενικών γενών. Σε κάθε συμμαχία υπήρχε ένα ισχυρό γένος το οποίο απαιτούσε και επέβαλλε την απόσπαση του καλύτερου και μεγαλύτερου μεριδίου της λείας που επέφερε και διαιώνιζε την αποκρυστάλλωση σχέσεων κυριαρχίας με τα άλλα γένη. Με αφορμή την διαφωνία στη διανομή της λείας ξεσπούσαν νέοι πόλεμοι μεταξύ των συμμάχων. Από αυτές τις συνθήκες προέρχεται ποιμενική ποιητική αφήγηση, η ηρωική (επική) ποίηση των ινδοευρωπαϊκών και των άλλων ποιμενικών λαών. Αυτή είναι και απώτατη πηγή της ελληνικής επικής ποίησης: η διαφωνία στη διανομή της λείας οδηγούν τον  Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα στα πρόθυρα της αλληλοσφαγής. Τελικά υπερισχύει ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας αποσύρεται με τους πολεμιστές του για να τον αποδυναμώσει.

Τα ηττημένα ποιμενικά φύλα άλλοτε έβρισκαν νέα βοσκοτόπια κι άλλοτε εισέβαλαν στις περιοχές των αγροτικών κοινοτήτων. Είναι μια διαδικασία πολύ καλά μαρτυρημένη και γι’ αυτό το λόγο υποστηρίζουμε ότι και τα ελληνόφωνα φύλα ήταν ποιμένες που εισέβαλαν  στην ελλαδική χερσόνησο, κατάκτησαν όσες αγροτικές κοινότητες μπόρεσαν να κατακτήσουν, απομυζούσαν τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο, συνυπήρξαν με αυτές για πολλούς αιώνες, αναμίχθηκαν πληθυσμιακά και τελικά δημιουργήθηκε ένας υβριδικός πολιτισμός με ποιμενικά και αγροτικά χαρακτηριστικά. Η εξαφάνιση των γλωσσών των γηγενών δείχνει όχι μόνο το μέγεθος της εξόντωσης και της αφομοίωσης του πληθυσμού αλλά και την υπεροχή του ποιμενικού  πολιτισμικού στοιχείου. Το Πολιτικό στον δυτικό πολιτισμό είναι συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Το υποστήριξε ο Μ. Φουκό και θεωρούμε πως η διατύπωση δεν είναι άστοχη.

Από αυτές τις υβριδικές κοινωνίες, στις οποίες το ποιμενικό φαντασιακό υπερείχε συντριπτικά, προέρχεται ο δυτικός πολιτισμός. Κατά την αρχαϊκή εποχή, 8ος – 6ος π. Χ. αιώνας, στην ελλαδική χερσόνησο ολοκληρώνεται η στροφή των ποιμένων ηρώων προς τη γεωργία. Η διαδικασία της μετάβασης έχει αποτυπωθεί στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Η ολοκλήρωση της μετάβασης σήμαινε από τη μια την αμετάκλητη παρακμή της ηρωικής ποίησης και από την άλλη την εμφάνιση της τραγωδίας. Οι ήρωες γίνονται δουλοκτήτες γαιοκτήμονες. Ενώ όμως μέχρι τώρα η ισχύς των ποιμένων ηρώων οφείλονταν στην εξόντωση του αντιπάλου, στις νέες συνθήκες οι πρακτικές αυτές θα σήμαιναν την αυτοεξάλειψή τους. Τώρα, η ισχύς του γαιοκτήμονα ήρωα προέρχεται αφ’ ενός από την εργασία του υποτελούς παραγωγού, του δούλου, και αφ’ ετέρου από την συνεργασία του με τους άλλους γαιοκτήμονες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο ηρωικός κώδικας συμπεριφοράς, που βασίζονταν στην εξόντωση, είναι παντελώς άχρηστος. Ο Αίας του Σοφοκλέους είναι άκρως διαφωτιστικός πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η εξόντωση του αντιπάλου παραχωρεί τη θέση της στη συμβίωση μαζί του. Από τον ολοκληρωτικό ποιμενικό πόλεμο περνάμε στον περιορισμένο πόλεμο. Η συνεργασία μεταξύ των γαιοκτημόνων δημιουργεί την πόλιν (η πρωταρχική της σημασία είναι φρούριο, κάστρο) και την πολιτική. Ο ήρωας οφείλει να δείξει αυτοσυγκράτηση και αυτοπειθαρχία. Ό,τι χτες του προκαλούσε ισχύ, σήμερα είναι καταστροφικό. Από το μύθο (εξόντωση) περνάμε στο λόγο (στη διαταγή προς τον δούλο). Από τον πολιτισμό της ντροπής («δεν το έκανες – δεν σκότωσες –  ενώ θα μπορούσες να το κάνεις») περνάμε στο πολιτισμό της ενοχής («το έκανες   – σκότωσες – ενώ θα μπορούσες να μη το κάνεις»). Τις δυσκολίες της μετάβασης, δηλαδή τις δυσκολίες του ποιμένα ήρωα να αποτινάξει τον ηρωικό κώδικα και να αυτοσυγκρατηθεί, τις καταγράφει η τραγωδία. Η αδυναμία αυτοπεριορισμού (ὕβρις, ἄτη) έχει αρνητικές συνέπειες (δίκη). Όταν η μετάβαση ολοκληρώθηκε και ο ήρωας προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες, η τραγωδία δεν είχε λόγο ύπαρξης και παράκμασε.

Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής αγγίζει τα όρια του κατά τη διάρκεια της μέγιστης εξάπλωσης της ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας, στο δυτικό τμήμα της οποίας εισβάλλουν από την ανατολή, από τις στέπες του Πόντου, την κοιτίδα του Ινδοευρωπαϊκού ποιμενικού τρόπου παραγωγής, νεόφερτα ποιμενικά (κυρίως γερμανόφωνα) φύλα και δημιουργείται με αυτό το τρόπο μια νέα υβριδική κοινωνία από την οποία προήλθε η δουλοπαροικία με κυρίαρχο και πάλι το ποιμενικό στοιχείο. Από τα σπλάχνα της δουλοπαροικίας γεννήθηκε ο καπιταλισμός: το Κεφάλαιο είναι ποιμενικής προέλευσης, και ως όρος και ως σχέση2.  Ο καπιταλισμός συνεχώς μας πιέζει να επιστρέψουμε στους λειμώνες του Πόντου, στο 4.000 π.Χ., και κατά κάποιο τρόπο έχουμε καθηλωθεί σε αυτή τη χρονολογία. Η σημερινή αναντιστοιχία μεταξύ πρωτοφανούς κοινωνικού πλούτου και ανείπωτης φτώχειας, ανεργίας και καταστροφής της φύσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνεχιζόμενη αναπαραγωγή της πρωτογενούς αναντιστοιχίας μεταξύ της εγγενούς ένδειας των ποιμένων και του πλούτου των αγροτικών κοινοτήτων. Ενώ δεν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι ύπαρξης φτώχειας και ανεργίας, οι καπιταλιστές, γνήσιοι τσομπαναραίοι, διαιωνίζουν αυτή την αναντιστοιχία. Το αδιέξοδο και το δίλημμα που αντιμετώπιζαν σε συνθήκες ένδειας αναπαράγεται και σήμερα σε συνθήκες τεράστιου πλούτου: εάν δεν αρπάξουμε θα πεθάνουμε της πείνας! Να γιατί βρισκόμαστε στο 4.000 π.Χ. Έχουμε αρχίσει να υποψιαζόμαστε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της αναπαραγωγής του ποιμενικού αδιεξόδου και της κομβικής αναντιστοιχίας που χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό. Εάν δεν καταστραφεί η ζωή, ο Κύριος προκρίνει να καταστρέψουμε ό,τι χτίσαμε για να εξασφαλισθεί η οικονομική ανάπτυξη και η καθολική απασχόληση. Και βέβαια, η ενίσχυση της ισχύος του Κυρίου ημών. Ο 21ος αιώνας θα είναι πιο φριχτός και πιο βίαιος από τον πιο φριχτό και πιο βίαιο αιώνα του δυτικού πολιτισμού, του 20ου.

Αλλά ο 20ος αιώνας δεν ήταν μόνο φρίκη και βία. Ούτε ο 21ος θα είναι. . .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Για τον ποιμενισμό: Κ. Μαρξ, Προκαπιταλιστικοί οικονομικοί σχηματισμοί, Κάλβος, 1983 και Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Α΄, Στοχαστής· Πέρυ Άντερσον, Από την Αρχαιότητα στον Φεουδαρχισμό, Οδυσσέας, 1981· Owen Lattimore, Inner Asian Frontiers of China, New York, 1951· A. M. Khazanov, Nomads and the Outside World, Cambridge, 1984· C. Lefebure (ed.), Pastoral Production and Society, Cambridge, 1979,  Ε. Α. Thompson, A History of Attila and the Huns. Για τα βοσκοτόπια του Πόντου: D. Obolensky, The Byzantine Commonwealth, London, 1971· W.H. McNeil, Europe’ s Steppe Frontier 1500-1800, Chicago, 1964. Για τους Ινδοευρωπαίους: J. P. Mallory, Oι Ινδοευρωπαίοι, Δελφίνι, 1995· J. Haudry, Οι Ινδοευρωπαίοι, Μ. Καρδαμίτσα, 1995·

2.»Κεφάλαιο» αρχικά σημαίνει «κοπάδι»:Κ. Μαρξ, Προκσπ. οικ. σχ., σελ. 162.

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Συγχαρητήρια Αθανάσιε. Άλλο ένα πολύ καλό άρθρο. Δεν ξέρω αν μπορείς να προσθέσεις περισσότερα σχόλια για την τραγωδία και την παρακμή της. Από όσο γνωρίζω εμφανίστηκε στην Αθήνα και αντιγράφτηκε από άλλες πόλεις-κράτη. Την παρακμή της δεν ξέρω πότε την τοποθετείς (ποιά είναι η γνώμη σου για τον απο μηχανής θεό του Ευρυπίδη και την αρωγή του Σωκράτη στο έργο του;)

  2. Ευχαριστώ, Δημήτρη, για τα καλά σου λόγια. Για την τραγωδία και την παρακμή της θα γράψω αργότερα, μέσα στο χειμώνα. Η τραγωδία διατύπωσε κάποιες απόψεις πάνω στα προβλήματα που προέκυπταν από τη μετάβαση στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής και είναι ένας συνδυασμός έπους (ο ήρωας πρωταγωνιστής)και λαϊκών τελετουργικών πράξεων που σχετίζονται με τη διονυσιακή λατρεία (ο χορός). Πήρε δηλαδή τη σκυτάλη από την επική ποίηση: η παρακμή του έπους και η εμφάνιση της τραγωδίας είναι σύγχρονα γεγονότα, γύρω στο 550 π. Χ. Η τραγωδία παρήκμασε όταν, στα τέλη του 5ου αιώνα, δεν είχε πια τίποτα να δώσει, όταν δηλαδή ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής είχε γενικευτεί και κυριαρχήσει στον κοινωνικό σχηματισμό της αρχαίας Ελλάδας. Ο Ευριπίδης είναι ο τελευταίος μεγάλος τραγωδός.
    Η προέλευση του τεχνάσματος του από μηχανής θεού είναι επική. Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, ο θεός, η θεά, εμφανίζονται όταν ο ήρωας πρωταγωνιστής βρίσκεται σε δύσκολη θέση για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται.
    Ο Ευριπίδης δεν επηρεάστηκε από τον Σωκράτη αλλά από τους σοφιστές.