in citius altius fortius

για το σβήσιμο της τιμής στα δώρα: η αυτοκρατορία (κατάρα, συμφορά) της σύγκρισης και της μετρήσιμης ανταλλαγής

φίλες κια φίλοι, καλή σας μέρα

Πολλές αντιλήψεις, συμπεριφορές, πρακτικές, αξίες, τρόποι σκέψης τα θεωρούμε ως φυσικά, φυσιολογικά δηλαδή, αυτονόητα, αυθύπαρκτα, αλλά δεν είναι. Οπότε, απαιτείται τεράστια ψυχοσυναισθηματικοπνευματική προσπάθεια για να μην σκεφτόμαστε, αντιδρούμε με τον καθιερωμένο και κληρονομημένο τρόπο, ο οποίος έχει διαμορφωθεί προ πολλών χιλιετιών και ήταν το αποτέλεσμα επίσης μιας μακροχρόνιας διαδικασίας. Αυτή η τεράστια προσπάθεια που εννοώ δεν είναι άλλη από μια συνειδητή και επώδυνη αναδόμηση του εγκεφάλου, του συναισθήματος και της ψυχής μας.

Σήμερα θα εξετάσουμε πως η σύγκριση και η μετρήσιμη ανταλλαγή έχει αποικίσει την ύπαρξή μας. Είναι πολύ δύσκολο να δούμε τον κόσμο με όρους μη σύγκρισης και μη μετρήσιμης ανταλλαγής. Και να που αναφύεται η πρώτη δυσκολία: η γλώσσα. Πως να διατυπώσω τη μη-σύγκριση, την απουσία σύγκρισης; Παρ΄όλους όμως τους περιορισμούς και τις δυσκολίες, δεν είναι ακατόρθωτο να δούμε τον κόσμο με άλλα μάτια, με άλλο βλέμμα. Και είναι απαραίτητο τόσο για τη δική μας υγεία όσο και την εγκαθίδρυση μιας οργάνωσης της κοινωνίας που θα κινείται πέραν της ανταλλαγής και της σύγκρισης. Εκθέτω τους συλλογισμούς μου ευθύς αμέσως.

Εάν μας ρωτήσει κάποιος, φίλες και φίλοι, ποιο είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, θα πούμε πως είναι ο Όλυμπος και κάποιοι, κάποιες θα γνωρίζουν και το ύψος του, 2.918 μέτρα. Εάν μας ρωτήσει ποιο είναι το ψηλότερο βουνό της Βουλγαρίας, δεν θα το γνωρίζουμε. Εάν είσαι Βούλγαρος, θα γνωρίζεις ποιο είναι το πιο ψηλό βουνό της Βουλγαρίας αλλά όχι της Ελλάδας. Τι είναι ένα βουνό, ποιο ύψος πρέπει να έχει για να θεωρείται βουνό και όχι λόφος; Δεν το γνωρίζω, μάλλον ούτε εσείς. Εάν μας ρωτήσουν ποιο είναι το χαμηλότερο βουνό της Ελλάδας, πάλι δεν θα το γνωρίζουμε. Γιατί να γνωρίζουμε ποιο είναι το ψηλότερο αλλά όχι το χαμηλότερο; Επειδή το έχουμε μάθει στο σχολείο; Και γιατί δεν έχουμε μάθει ποιο είναι το χαμηλότερο; Επειδή λατρεύουμε το ύψος και όχι το χαμηλό; Ή μήπως επειδή τα χαμηλά βουνά είναι πάρα πολλά κι εμείς λατρεύουμε το ένα και όχι τα πολλά,  – και το ένα δεν μπορεί παρά να είναι το ψηλότερο;

Καθόμαστε στο μπαλκόνι του σπιτιού μας, ή κάπου αλλού, και βλέπουμε στο βάθος τέσσερα βουνά. Θέλουμε δε θέλουμε, συνειδητά ή υποσυνείδητα, ρητά ή άρρητα, μετά από δεκαετίες μαθημάτων γεωγραφίας και άσκησης της λατρείας του ύψους και του ενός, θα κατατάξουμε τα βουνά με κριτήριο το ύψος τους. Η πνευματική αυτή διεργασία θα γίνει μέσα μας χωρίς να το θέλουμε, με το που θα τα κοιτάξουμε, με το βλέμμα μας και μόνο, αυτόματα. Το πως σκεφτόμαστε και προσλαμβάνουμε τον κόσμο δεν εξαρτάται από τη βούλησή μας ούτε είναι θέμα απόφασης, να πούμε δηλαδή ότι δεν θα τα δούμε όπως τα βλέπουμε διότι δεν μπορούμε. Η αποίκιση της σύγκρισης είναι μόνιμα εγκατεστημένη μέσα στον εγκέφαλό μας – μπορούμε όμως να την εκδιώξουμε αυτήν την αποίκιση (της Κυριαρχίας).

Δεν θα αναρωτηθώ εάν μπορούμε ή θα μπορέσουμε να δούμε τα βουνά χωρίς να τα συγκρίνουμε. Θα θέσω το ερώτημα εάν κάποτε οι άνθρωποι δεν έβλεπαν τον κόσμο με όρους σύγκρισης. Θα απαντήσω πως δεν τον έβλεπαν με όρους σύγκρισης και ότι η σύγκριση είναι μια ιστορική κατασκευή. Δεν θα καταφύγω σε κείμενα και εθνολογικές μαρτυρίες. Θα στρέψω το βλέμμα μου σε ό,τι επιβιώνει σήμερα από αυτόν τον τρόπο θέασης που δεν στηρίζεται στη σύγκριση. Ο τρόπος αυτός δεν έχει εξαφανιστεί ολοκληρωτικά, δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Το ζήτημα χρήζει διεξοδικότερης εξέτασης και προς το παρόν θα περιοριστώ μόνο σε ένα παράδειγμα:

γιατί σβήνουμε την τιμή στα δώρα πριν τα προσφέρουμε;

Δεν φοβόμαστε μήπως το δώρο είναι φτηνό, και θεωρηθούμε φτηνιάρηδες και έχοντες καβούρια στις τσέπες,  ή ακριβό, και δημιουργήσουμε υποχρεώσεις που πιθανόν να φέρουν σε δύσκολη θέση τον παραλήπτη. Όχι. Σβήνουμε την τιμή για να σβήσουμε τη σύγκριση και την μετρήσιμη ανταλλαγή. Το δώρο, και η φιλία, κινείται πέραν της σύγκρισης και της μετρήσιμης ανταλλαγής. Και όχι μόνο το δώρο και η φιλία. Θα σας αφηγηθώ τι έπαθα, και τι έμαθα στη Κρήτη (δυστυχώς μαθαίνουμε με παθήματα, ευτυχώς μαθαίνουμε και χωρίς παθήματα), έφηβος, μόλις πιω ένα καφεδάκι και καπνίσω ένα τσιγαράκι.

Είμαι στον Άγιο Νικόλαο, μπαίνω σε ένα καφενείο-μπαράκι και κάθομαι στη μπάρα. Στα τρία μέτρα, τρεις ψηλοί, μουστακαλήδες Κρητικοί πίνουν και συζητάνε με τον καφετζή. Κάποια στιγμή με κερνάνε μια ρακή. Μετά από λίγο, για να μη φανώ αχάριστος και αγενής, τους κερνάω κι εγώ. Κοιτάζονται μεταξύ τους, με κοιτάνε και οι τρεις με άγριο βλέμμα, τους κοιτάζω εγώ με αθωότητα και έκδηλη ανησυχία. Έρχεται ένας από τους τρεις και με ρωτάει, αν έρχομαι πρώτη φορά στη Κρήτη. Απαντώ, ναι. Και με πολύ ωραίο τρόπο μου υποδεικνύει αυτό τη χαζομάρα να μην την ξανακάνω. . . Ζητώ συγγνώμη κι από τους τρεις. Με κέρασαν άλλη μία. Ήπια στην υγεία τους. Και στη δική μου σωματική ακεραιότητα.

Η χειρονομία αυτή, η μη προσδοκία της ανταπόδοσης,  κινείται πέραν της σύγκρισης και της μετρήσιμης ανταλλαγής. Όπως και το σβήσιμο της τιμής στα δώρα, είναι μια κομμουνιστική χειρονομία, μια γνήσια, βιωματική επαναστατική πράξη. Οι χειρονομίες αυτές πληθαίνουν, πολλαπλασιάζονται, γενικεύονται, είναι στο χέρι μας να επεκταθούν, είναι μια ορατή πτυχή της υπό εξέλιξη διεύρυνσης του κομμουνισμού.

Η σύγκριση και η μετρήσιμη ανταλλαγή εμφανίστηκαν στον χώρο και στο χρόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουμε καλά αυτές τις συνθήκες. Και δεν τις γνωρίζουμε διότι αδιαφορήσαμε, δεν ήταν ένα από τα γνωστικά μας αντικείμενα και δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Έχουμε πολλά, πάρα πολλά θέματα ακόμα να προβληματικοποιήσουμε, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Φουκό.

Η σύγκριση είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που γραμματικοποιήθηκε, απόκτησε μορφή στο λόγο. Και σχετίζεται με το ζήτημα του επιθέτου. Έχουμε πει ότι  ελάχιστες γλώσσες, νεκρές και ζωντανές, διαθέτουν επίθετα. Κι από τα επίθετα, λίγα μόνο έχουν βαθμούς σύγκρισης. Οι διαπιστώσεις αυτές μας προτρέπουν να διατυπώσουμε την άποψη ότι για πολλές χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι αγνοούσαν τη σύγκριση (και τη μετρήσιμη ανταλλαγή) και ότι σε πολλές γλώσσες δεν γραμματικοποιήθηκε παρόλο που υπήρχε. Σήμερα θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στους βαθμούς σύγκρισης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και συγκεκριμένα της αρχαίας και νέας ελληνικής.

Πριν συζητήσουμε κάποιες πτυχές του ζητήματος που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, θα κάνω μερικές εισαγωγικές  (ενδιαφέρουσες) παρατηρήσεις που θα μας παρακινήσουν να σκεφτούμε κάποια πράγματα και αυτές οι σκέψεις να γεννήσουν νέες σκέψεις.

Λέμε ότι το επίθετο παρουσιάζει βαθμούς σύγκρισης αλλά αυτή η απόφανση δεν μπορεί γενικευτεί – είδαμε ότι τα περισσότερα επίθετα δεν παρουσιάζουν βαθμούς σύγκρισης. Θα σας φανεί παράξενο αλλά έτσι είναι – η λατρεία της σύγκρισης μας αναγκάζει να προσέχουμε πιο πολύ τα επίθετα που παρουσιάζουν βαθμούς σύγκρισης. Αυτοί οι βαθμοί σύγκρισης είναι ο συγκριτικός και ο υπερθετικός – θα δούμε ότι υπάρχουν δυο μορφές υπερθετικού. Ο συγκριτικός βαθμός δηλώνει ότι ένα πρόσωπο ή ένα πράγμα φέρει κάποια ιδιότητα σε βαθμό μεγαλύτερο από ένα άλλο. Αυτός ο ορισμός του συγκριτικού είναι πηγή ερωτημάτων, οι απαντήσεις στα οποία θα μας φέρουν πολύ κοντά σε μια ερμηνεία του κοινωνικού φαινομένου της σύγκρισης. Ο συγκριτικός βαθμός γραμματικοποιεί ένα ενδιαφέρον μας, το οποίο το έχω τονίσει: μεγαλύτερο. Ερώτημα πρώτο: γιατί να μας ενδιαφέρει το μεγαλύτερο; Λανθάνει κάποια λατρεία (επιθυμία) του μεγάλου, του μεγέθους; (πρβλ. μεγεθυντικά). Ερώτημα δεύτερο: ενώ μας ενδιαφέρει και το μικρότερο (πρβλ. υποκορισμός) , γιατί  δεν γραμματικοποιήθηκε; Ερώτημα τρίτο: ενώ μας ενδιαφέρει η ομοιότητα (και η ισότητα), γιατί κι αυτή δεν γραμματικοποιήθηκε; Η απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι η εξής: παρόλο που το μικρότερο και το όμοιο μας ενδιαφέρουν, δεν μας ενδιαφέρουν τόσο όσο το μεγαλύτερο. Κατά συνέπεια:

ποιος ενδιαφέρεται και γιατί για το μεγαλύτερο;

Θα αφήσουμε προς το παρόν αναπάντητο αυτό το ερώτημα για να συνεχίσω τις εισαγωγικές παρατηρήσεις. Λέμε φρόνιμος, sapiens (λατινική), sage (γαλλική). Μπορούμε να πούμε ότι ο Γιάννης είναι πιο φρόνιμος (plus sage) από τον Γιώργο ή ο Γιάννης είναι φρονιμότερος (sapientius) του Γιώργου. Παρατηρούμε ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δηλώσουμε τον συγκριτικό βαθμό: με κάποιο επίρρημα (πιο, plus, trop, assez) ή με κάποιο (παραγωγικό) επίθημα.  Τι είναι αυτό το επίθημα;    Ας δούμε την αρχαία ελληνική περίπτωση.

Υπάρχουν δυο τρόποι να δηλωθεί ο συγκριτικός. Το επίθημα -τερος είναι γνωστό, μιας και επιβιώνει ως τις μέρες μας: φρονιμότερος. Αυτό το επίθημα το εντοπίζουμε σε πολλές άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και αυτός ο εντοπισμός μας επιτρέπει να ανασυγκροτήσουμε, να ανασυνθέσουμε ένα επίθημα της ινδοευρωπαϊκής *tero, το οποίο εκφράζει

αντίθεση ή διαφορά

Όταν λοιπόν λέμε φρονιμότερος δηλώνουμε μια αντίθεση ή μια διαφορά. Σε αντίθεση με τον Γιώργο, ο Γιάννης είναι πιο φρόνιμος. Ή: η διαφορά ανάμεσα στον Γιώργο και τον Γιάννη είναι ότι ο πρώτος είναι πιο φρόνιμος από τον δεύτερο. Επειδή ακριβώς εκφράζει αντίθεση ή διαφορά, είναι δυνατόν συγκριτικό βαθμό να έχουν και κάποια ουσιαστικά αλλά και επιρρήμματακαι προθέσεις! Θα παραθέσω μερικά παραδείγματα. Από τη λέξη όρος (βουνό) προέρχεται ο συγκριτικός ορέστερος για να δηλώσει μια αντίθεση, μια διαφορά: την αντίθεση μεταξύ ορεινού και πεδινού. Υπάρχει το συγκριτικό αγρότερος (αγρός) για να δηλώσει την αντίθεση μεταξύ λιβαδιού (η αρχική σημασία της λέξης αγρός) και του σπιτιού ή του οικισμού. Οι λέξεις αριστερός είναι ένα επίθετο συγκριτικού βαθμού. Το ίδιο και οι λέξεις πρότερος, ύστερος, δεξιτερός (δεξιός), υμέτερος, ημέτερος, δεύτερος, ανώτερος, υπέρτερος, εσώτερος, κλπ.

Στα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου διαβάζουμε ένα επίθετο συγκριτικού ό βαθμού που προέρχεται από τη λέξη άναξ (Fανακ-ς, Fαναξ, ανώτατος ηγεμόνας, ισχυρότερος Κύριος): Fανακτερός (wa-na-ka-te-ro), αυτό που ανήκει στον άνακτα. Στην πολύ ενδιαφέρουσα αυτή περίπτωση η αντίθεση/διαφορά εμφανίζεται ως κτήση, ως ιδιοκτησία. Ποιοι είναι όμως οι δυο πόλοι της αντίθεσης/διαφοράς; Ο ένας είναι ο άναξ – ο άλλος; Ο άλλος πόλος δεν είναι οι άλλοι αξιωματούχοι των ανακτόρων (του Κράτους), οι οποίοι ήταν επίσης κάτοχοι γης, αλλά οι χρήστες της κοινής γης – όπως θα δούμε όταν θα μελετήσουμε τα σχετικά αρχεία.

Ας στρέψουμε τώρα το βλέμμα μας στον άλλον τρόπο δήλωσης του συγκριτικού βαθμού. Σπαράγματα μόνο έχουν επιβιώσει στη νεοελληνική. Πολύ συχνά χρησιμοποιούμε φράσεις όπως μείζονος σημασίας, μείζονος ζητήματος, ήσσονος σημασίας, ελλάσσονες ποιητές, επί το χείρον, υπό το μείον, πλείονες και ίσως και κάποια άλλα. Όλοι αυτοί οι τύποι είναι επίθετα συγκριτικού βαθμού που σχηματίστηκαν από ένα ινδοευρωπαϊκής προέλευσης επίθημα *yes/yos και  *iyos το οποίο σημαίνει ‘πιο’. Μείζων σημαίνει ‘πιο μεγάλος’ . Με αυτόν τον τρόπο σχηματίστηκαν τα μείζων (μέγας), βράσσων και βραχίων (βραχύς), θάσσων (ταχύς), ελλάσσων (ελαχύς, μικρός), ηδίων (ηδύς), και άλλα.

Όλα αυτά τα χαρακτηρίζουμε ανώμαλα παραθετικά αλλά κάθε άλλο παρά ανώμαλα είναι. Ανώμαλος είναι ο τρόπος που τα εξετάζουμε και τα μελετάμε. Εμείς θα θέσουμε με έναν διαφορετικό τρόπο το ζήτημα. Θα αναρωτηθούμε: ποιος από τους δυο αυτός τρόπους είναι αρχαιότερος; Θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε. Ας θέσουμε ένα άλλο ερώτημα, στο οποίο μπορούμε να δώσουμε μια απάντηση. Τα επίθετα που σχηματίζονται με το επίθημα *yos/yes/iyos δεν είναι πολλά, οπότε μπορούμε να μελετήσουμε το περιεχόμενό τους κι αυτή η μελέτη μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμη.

Τα επίθετα αυτά μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ομάδες, με κριτήριο το περιεχόμενό τους.

Κάποια δηλώνουν

ποσότητα και  μέγεθος: μείζων (μέγας),  μείων (μικρός και ολίγος), πλείων και μάλλον (πολύς), ελάσσων (ελαχύς: μικρός, ολίγος, βραχύς),  βραχίων και βράσσων (βραχύς, πάσσων (παχύς).

ισχύ και δύναμη: κρείσσων (κρατύς, ισχυρός,δυνατός), αρείων (ισχυρότερος, γενναιότερος), αμείνων (ισχυρότερος, γενναιότερος, δυνατότερος), βελτίων (καλλίτερος), ράων (ράδιος, ευκολότερος), λωίων (επιθυμητότερος) – τα τέσσερα τελευταία ως συγκριτικά του επιθέτου αγαθός (η ετυμολογία του οποίου πονοκεφαλιάζει τους γλωσσολόγους και τους φιλόλογους).

βάθος, απόσταση, ταχύτητα και βραδύτητα: άσσον (εγγύτερα, από το άγχι: κοντά), θάσσων (ταχύς), βραδίων (βραδύς), βαθίων και βάσσων (βαθύς)

ηθικές αξίες : αισχίων (από το ουσιαστικό αίσχος), ήσσων (κακός), κακίων και κάσσων (κακός)

κοινωνικές σχέσεις: εχθίων (εχθρός), κυδίων (κύδος: δόξα, φήμη), κερδίων (κέρδος), φιλίων (φίλος)

αισθητικές αξίες: καλλίων (κάλλος: ομορφιά)

αισθήματα: ριγίων (ρίγος: φόβος, τρόμος),  ηδίων (ηδύς: ευχάριστος), γλυκίων (γλυκύς).

Τι παρατηρούμε, φίλες και φίλοι; Παρατηρούμε ότι όλα αυτά τα επίθετα σχετίζονται με το φαινόμενο της κοινωνικής διαφοροποίησης, με την εμφάνιση της ποιμενικής  Κυριαρχίας.

Το πως αντιλαμβανόμαστε όμως την κοινωνική διαφοροποίηση εντός του ποιμενικού γένους και πως σχετίζεται αυτή με την καταγωγή της σύγκρισης, γιατί εμφανίζεται το ενδιαφέρον για το μεγαλύτερο και πως σχετίζεται η σύγκριση με την επιθυμία,  θα τα εξετάσουμε όλα αυτά μια άλλη μέρα. Κουράστηκα.

Πάω στο ποτάμι και το δάσος να φέρω ξύλα, να περπατήσω, να μαζέψω χόρτα και ελιές, από αδέσποτα ελαιόδεντρα.

Good morning!

 

Σχολιάστε ελεύθερα!