in θεωρία επανάστασης

Rêvons, c’ est l’ heure (Paul Verlain): ήρθε η ώρα να ονειρευτούμε

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Εάν το μέλλον θα είναι γεμάτο ‘Eκλάμψεις’ ή θα είναι ‘Μια εποχή στην Κόλαση’, θα οφείλεται στο ότι το παρόν είναι ήδη γεμάτο με ‘Εκλάμψεις’, είναι ήδη μια ‘Εποχή στη Κόλαση᾿, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μόνο μια εποχή κρίσης μπορεί να μας το εξασφαλίσει. Λατρεύω τις κρίσεις, μου επιτρέπουν να επιλέξω, να σκεφτώ, να ονειροπολήσω, και τελικά με παροτρύνουν, αρχικά, να επιλέξω και κατόπιν με πιέζουν να αποφασίσω. Διότι κρίση σημαίνει απόφαση. Μιας και αργούμε να αποφασίσουμε, όσο πιο πολύ διαρκεί η κρίση, τόσο το καλύτερο.

Θα μπορούσαμε να δούμε τη σχέση του  σημερινού  παρόντος της κρίσης με το μέλλον ως τη σχέση του Βερλέν (Verlain, Paul)  με τον φίλο του επαναστάτη Ρεμπό (Rimbaud, Arthur) που έγινε δουλέμπορας. Τον καταλαβαίνουμε. Όταν υποβάλλεις τον εαυτό σου σε toutes les formes d’ amour, de souffrance,  de folie, σε όλες τις μορφές τού έρωτα, του πάθους και της τρέλας, το να γίνεις δουλέμπορας είναι ένα ενδεχόμενο. Από την άλλη, η υπερευαισθησία του ποιητή του επιτρέπει να βλέπει  πράγματα που δεν μπορούν να δουν οι άλλοι, να καταλάβει ‘ τη γλώσσα των λουλουδιών και των βουβών πραγμάτων’ , που έλεγε και ο Μποντλέρ (Baudelaire, Charles) και να δημιουργήσει έναν δικό του κόσμο. Υπερευαισθησία από τη μια, δουλεμπόριο από την άλλη. Η υπερευαισθησία παραμένει, στη θέση του δουλεμπορίου βάλτε ό,τι θέλετε, μιας και θέλουμε να επιβιώσουμε, μιας και βιώνουμε τις αντιφάσεις μας.

 Από επαναστατικής έποψης, ως παρόν, είμαστε ο Βερλέν: κάθε τι το έμμετρο δεν είναι ποίηση, η ποίηση όμως δεν μπορεί παρά να είναι πάντα έμμετρη. Άλλη γνώμη είχε  ο φίλος του ο Ρεμπό: ‘  »JE»  est un autre’,   ‘  »Εγώ» είναι ένας άλλος’. Κατά συνέπεια, άλλη γνώμη θα έχει το μέλλον: θα γράψουμε ποιήματα σε πεζό λόγο. Θα τα γράψουμε όπως τα έγρεαψε ο Ρεμπό: οι εικόνες, απροσδόκητες, μη αναμενόμενες, θα κινούνται με ταχύτητα προς τα μπρος, θα κινούνται προς τα πίσω, όπως στον ζωναράδικο χορὀ, και το κείμενο θα είναι αυτό που θα τις αλλάζει, θα τις τροποποιεί.  Μια αέναη κίνηση μη προσδοκώμενων εικόνων, ανεξήγητων για πολλές και πολλούς, μια ευκαιρία να πάρουν δουλειά για το σπίτι,  είναι η επανάσταση, η ποίηση σε πεζό λόγο. Αυτός ο ποιητικός πεζός λόγος θα μας επιτρέψει να φέρουμε στο προσκήνιο, να ζωντανέψουμε αισθήματα και συναισθήματα, ιδέες και όνειρα, σκέψεις και αποφάσεις.

Στο ‘ La Bonne Chanson’ , Το Καλό Τραγούδι, που το έγραψε λίγες μέρες πριν τον γάμο του,  ο ερωτευμένος Βερλέν απευθύνεται στη καλή του, όπως αντιλάμβανόμαστε από τον μεμονωμένο στίχο που ακολουθεί κάθε στροφή, και της λέει:

O bien-aimée

. . . . . .

Rêvons, c’ est l’ heure

Όσοι είναι ερωτευμένοι με τη ζωή, θα ονειρευτούν, δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η ανάγκη μας κάνει να κοιμηθούμε και να ονειρευτούμε. Η ανάγκη μας κάνει να γράψουμε ποίηση σε πεζό λόγο, να επαναστατήσουμε, να ονειρευτούμε. Ήρθε η ώρα της ταύτισης του ονείρου και της απόφασης. Δεν υπάρχουν πια ονειροπόλοι, είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε όλοι και όλες ονειροπόλοι. Μας το επιτρέπουν οι δυνατότητες της εποχής μας:

ο τεράστιος παγκόσμιος κοινωνικός πλούτος παράγεται ολοένα και από λιγότερους, σε ολοένα και λιγότερο χρόνο.

Θα τους αφήσουμε να κουράζονται;

Θα μας αφήσουν άνεργους;

Για την επιστροφή, σας χαρίζω το παρακάτω ποίημα

ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ 

– Δεν κοιμάσαι;

– Δεν κοιμάμαι.

Αν κοιμηθώ,

δε θα σε νιώθω

Αθανάσιος Τριανταφυλλιά Δρατζίδης

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Αθανάσιε, το ποίημα είναι καταπληκτικό!
    κοίτα όμως που αντιφάσκεις με τα υπόλοιπα κείμενα: αν η παγκόσμιος πλούτος παράγεται όλο και από λιγότερους, τότε μια χαρά κάνει ο καπιταλισμός και μας πετάει στα σκουπίδια.
    Μάλλον ο παγκόσμιος πλούτος ανήκει σε όλο και λιγότερους και μεταφέρεται στα χέρια τους όλο και πιο γρήγορα.
    Εκείνο που ξέρουμε όμως ήδη είναι ότι αυτοί που δεν αμείβονται πια σε χρήμα και λέγονται «άνεργοι» ακόμη και όταν υποαμειβόμενοι με δουλειές πότε εδώ και πότε εκεί, εργάζονται πολύ για να αναπαραγάγουν τους εαυτούς τους, τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους, τους φίλους τους και τις καπιταλιστικές τους σχέσεις (στον καπιταλισμό καμμιά φορά όλες οι σχέσεις γίνονται καπιταλιστικές) οι ίδιοι, για λογαριασμό του συστήματος, με κόστος δικό τους.
    Ουσιαστικά, η επιβίωση μέσα στη φτώχεια είναι δουλειά και μάλιστα άγρια, είναι παραγωγή πλούτου. Η δε δουλειά αυτή γίνεται με όλο και λιγότερα μέσα, δηλ. γίνεται όλο και πιο αποδοτική και αποτελεσματική από άποψη διαχείρισης πόρων. Το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να παράγουμε και να αναπαράγουμε αλλά όχι για το σύστημα πλέον, πώς οι άνεργοι και οι «εκτός παραγωγής» δεν θα είναι ο στρατός των ανέργων που υπάρχει και αναπαράγεται για να υπάρχει ο στρατός των επισήμως δούλων, αλλά θα είναι κάτι άλλο, π.χ. η μεγάλη ομάδα εκείνη που θα δίνει το παράδειγμα τί μπορείς να κάνεις με τον κόπο σου ανεξάρτητα αν έχεις ή όχι μισθωτή εργασία.
    Όσο για τον ζωναράδικο, δεν πηγαίνει προς τα πίσω (ποτέ). Πηγαίνει προς τα αριστερά ή από την περιφέρεια του κύκλου προς τα έξω (όταν πριν έχουμε πάει προς το κέντρο του κύκλου). Και το να πηγαίνει προς τα αριστερά είναι μια πολιτική ανάμνηση μιας εποχής που το να πηγαίνουμε μόνο δεξιά χορεύοντας δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ούτε το «σωστό». Και για διάφορους λόγους δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η ανάμνηση διατηρήθηκε με τους χορούς (είναι και κάτι χοροί στην Αν. Ρωμυλία που δεν πάνε… πουθενά, πάνε τόσο δεξιά όσο και αριστερά) στη Θράκη και όχι αλλού.

  2. B, ναι, συμφωνώ με αυτά που γράφεις, κάποια τα έχω σκεφτεί, κάποια όχι. Δεν μπορούμε όμως να τα σκεφτόμαστε όλα, έτσι, εστιάζω την προσοχή μου στην παραγωγή του αναγκαίου κοινωνικού πλούτου, άρα, και στη διάρκεια του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Προσπαθώ να εντοπίσω τις βασικές τάσεις, η τάση με ενδιαφέρει, με γοητεύει θα έλεγα, με αυτόν τον τρόπο μπορώ και ερμηνεύω το παρόν και να βλέπω το μέλλον. Εκ των πραγμάτων, ψάχοντας και ερευνώντας in vivo, δεν μπορώ να αποφύγω τις αντιφάσεις και τις αλληλοσυγκρουόμενες και αλληλοαναιρούμενες εκτιμήσεις.

  3. Σύντροφε και φίλε, μαθητή και δάσκαλε, Αθανάσιε,

    Ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» είναι μια αντικειμενική αφαίρεση, μια αφαίρεση δηλαδή που γεννήθηκε λογικά (αλλά και ιστορικά) στην πράξη της εμπορευματικής ανταλλαγής εκφράζοντας το αφηρημένο γενικό στοιχείο, την «αξία», που «ενσωματώνεται» σε κάθε εμπόρευμα ως χρόνος εργασίας γενικά, απλά και καθαρά, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τους ποιοτικούς προσδιορισμούς της «εργασίας». Και τι μένει αν αφαιρέσουμε αυτά τα χαρακτηριστά της «εργασίας»; Mια νεκρή, αφηρημένη χρονικότητα ποσοτικά «δυναμοποιημένη» και ποιοτικά ομογενοποιημένη, κάτι σαν το «Σύμπαν» όπως το φανταζόταν ο Γαλιλαίος όπου “όλα τα σώματα γενικά” και οι «άπειρες κινήσεις τους στο χώρο» ανάγονται στο αφηρημένο γενικό στοιχείο της «μάζας».

    Φυσικά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν είναι καθόλου η «λογική ανάπτυξη» της ανταλλαγής των εμπορευμάτων χωρίς χρήμα. Με το χρήμα η αφαίρεση «αξία» αποκτά αντικειμενική ιδεατή μορφή και γίνεται «κοινωνικά έγκυρη» ως «ρυθμιστής της αγοράς» αλλά ήδη εδώ το «κεφάλαιο» έχει υποτάξει (τουλάχιστον τυπικά) την «εργασία» στον εαυτό του. Και ακόμα: το εμπορευματικό κεφάλαιο (αγοράζω «φτηνά», πουλάω «ακριβά») όπως και το τοκογλυφικό (Χρήμα, περισσότερο Χρήμα) το συναντάμε σε διαφορετικούς τρόπους παραγωγής (ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, «πρώιμος» μεσαίωνας κτλ) χωρίς να «αναδυθεί» ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Το χρήμα «πρέπει» να επιβληθεί βίαια ως «καθολικό ισοδύναμο» των «αξιών» των εμπορευμάτων για να αποκτήσει αντικειμενική ιδεατή μορφή (δηλαδή όχι μόνο μέσα στη συνείδηση του εμπόρου και του τοκογλύφου) αποκλείοντας με την ταξική επιβολή του (ως «καθολικού ισοδύναμου” των “αξιών») τον «άμεσο παραγωγό» από όλους του γενικούς όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής του: ο «άμεσος παραγωγός» εκπίπτει σε «ομιλούν εμπόρευμα», σε μισθωτό εργάτη και μετατρέπεται στο αφηρημένο υποκείμενο της εργασίας γενικά, απλά και καθαρά «εργασία». Η «απόσπαση» του «άμεσου παραγωγού» που είναι «κοινωνικός στην αμεσότητά του» και η μετατροπή του σε «εργάτη» που πρέπει να «ανταλλάσσει την αφηρημένη ικανότητά του για εργασία» για να «κοινωνικοποιείται» σηματοδοτεί το «πέρασμα» από ένα «σύμπαν κοινωνικών σχέσεων» σε ένα άλλο εντελώς διαφορετικό. Πιστεύω πως αυτό το «πέρασμα» δεν μπορεί να γίνει κατα-νοητό με τη μορφή που το παρουσιάζει τεχνηέντως και υπόρρητα ο σύντροφος Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Με άλλα λόγια η διαλεκτική έκθεση από τη αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από την «απλούστερη» (καθολική) σχέση του «συγκεκριμένου όλου» στην «ουσία» του, ενώ είναι η μόνη «επιστημονική μέθοδος» που μπορεί να υπάρξει χωρίς να θυσιάσει την ποιοτική πολλαπλότητα των φαινομένων, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ο καπιταλισμός δεν γεννήθηκε, για παράδειγμα, μετά την κατάρρευση της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και γιατί έχουμε «τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο» στον «ύστερο» Μεσαίωνα και όχι στον «πρώιμο»; Το να ισχυριστούμε πως ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει αναπτυγμένο εμπορευματικό κεφάλαιο και «διάδοση» του διεθνούς εμπορίου είναι ταυτολογία γιατί αυτά έχουν προϋπάρξει π.χ. στην Ιταλία αιώνες πριν την Αναγέννηση χωρίς να προκύψει «μετά» καμία «νεωτερικότητα». “Παραδόξως” η απάντηση για το «πέρασμα» είναι “διάσπαρτη” στο «Κεφάλαιο» χωρίς να ακολουθεί το αυστηρό «οικονομικό σχήμα» της διαλεκτικής έκθεσης του πρώτου τόμου. Αναρωτιέμαι όμως γιατί ο Μαρξ δεν το “είπε ανοιχτά”: χωρίς μια κρίση του καθολικισμού (προτεσταντισμός) το «κεφάλαιο» και η «εργασία» δεν μπορούν να μετατραπούν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Οι αφηρημένες εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις δεν θα μπορούσαν να γενικευτούν στον «ύστερο» Μεσαίωνα χωρίς την εκκοσμίκευση του καθολικισμού και τη λατρεία του αφηρημένου «Ανθρώπου» που το χριστιανικό δόγμα εκφράζει: όλοι είναι Ίσοι ενώπιον του Απόλυτου Καθολικού Πνεύματος, ενώπιον του Θεού ανεξάρτητα από αυτό που «είναι» ή «έχουν». Πως αλλιώς θα μπορούσε να εκφραστεί ιδεολογικά και νοητά, (δηλαδή αντικειμενικά μέσα στη συνείδηση των κοινωνικών ατόμων) η «ισότητα» και η νομικά κατοχυρωμένη «ελευθερία» των μισθωτών σκλάβων όπου η μόνη «ιδιοκτησία τους» είναι η συνειδητή αγοραπωλησία του εαυτού τους και η μόνη «ισότητά τους» είναι ενώπιον των «καθολικών ισοδύναμων» του αφηρημένου κοινωνικού πλούτου; Πως θα μπορούσε να «συνδυαστεί» τόσο οντολογικά όσο και γνωσιολογικά η «Ελευθερία του εσωτερικού ατομικού κόσμου, της Συνείδησης» με την εξωτερική κοινωνική υποδούλωση-εξαθλίωση της μισθωτής σχέσης χωρίς τη σχέση «Ελευθερίας και Ατόμου» όπως αυτή διατυπώνεται από τον προτεσταντισμό;

    Η “κοινωνία των πολιτών”, δηλαδή ο εκκοσμικευμένος καθολικισμός, είναι το ιδεολογικό και νοητό πρόσχημα του αφηρημένου κοινωνικού “πλούτου” που «αυτο-αξιοποιείται» καταβροχθίζοντας και αποβάλλοντας σαν κόπρανό του την πουλημένη δραστηριότητα των “συνειδητά ασυνείδητων” μισθωτών σκλάβων. Ο πυρήνας του χριστιανικού δόγματος είναι η μυστικοποίηση της σχέσης μεταξύ “ελευθερίας και ατόμου” και αυτή η μυστικοποίηση βρίσκεται στα θεμέλια του αστικού κόσμου. Το Άτομο του καθολικισμού, όντας μοναδικό και ανεπανάληπτο μπορεί να αισθάνεται και να είναι Ελεύθερο ως τέτοιο, ως Άτομο, ανεξάρτητα από αυτό που “είναι” πραγματικά ή και ανεξάρτητα από αυτό που “έχει” γιατί η Συνείδησή του, η Ψυχή του ξεπερνούν το “σαρκίο”, το πεπερασμένο της θνητής υλικής ύπαρξης συμπεριλαμβανομένης και της “υλικής ιδιοκτησίας”. Η Πίστη στο υπερβατικό, σε “κάτι” που ξεπερνά το άμεσα επιστητό της θνητής ύπαρξης κάνει το χριστιανό να αντέχει (δηλαδή να αδιαφορεί) ενώπιον των μορφών της κοινωνικής εξαθλίωσης και να τις αποδίδει σε Ιδέες (στην Ηθική, στο Πνεύμα του Λαού, στους Νόμους κτλ) προσπαθώντας με άλλες Ιδέες να τις ξεπεράσει γιατί Όλοι είναι Ίσοι μπροστά στο Απόλυτο Καθολικό Πνεύμα, στο Θεό. Χωρίς αυτές τις χριστιανικές πεποιθήσεις ο διχασμός του πραγματικού, κοινωνικού ατόμου σε “εσωτερική Ελευθερία” (ελευθερία της Συνείδησης) και “εξωτερική ανελευθερία” (κοινωνική υποδούλωση) θα ήταν αδύνατος και μαζί με αυτόν θα ήταν αδύνατη και η ιστορική γένεση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής γιατί δε θα μπορούσε να εμφανιστεί η κοινωνική ανελευθερία των μισθωτών σκλάβων ως νομικά κατοχυρωμένη Ελευθερία των Ατόμων Πολιτών που ανταλλάσσουν τα “καθολικά ισοδύναμα” του αφηρημένου κοινωνικού πλούτου και άρα είναι Όλα Ίσα ενώπιον της Αγοράς, του Κράτους και του Νόμου.

    Στην αστική κοινωνία όπου η εμπορευματική μορφή του προϊόντος είναι η καθολική μορφή της κοινωνικής (ανα)παραγωγής οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο όχι σαν συγκεκριμένα, ιδιαίτερα, διαφορετικά άτομα αλλά σαν αφηρημένους αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων όπου η “ατομική εργασία” τους εκφράζεται σαν αφηρημένη “ίση ανθρώπινη εργασία” μετρήσιμη σε αφηρημένο κοινωνικό χρόνο εργασίας. Γενική προϋπόθεση και ιδιαίτερο ιστορικό αποτέλεσμα της αστικής κοινωνίας, όπως ξέρουμε, είναι η “Ελευθερία της Εργασίας” όπου όλοι οι όροι της χριστιανο-αστικής αντίληψης για την ελευθερία έχουν γίνει πραγματικότητα: “Ελευθερία από όλα τα επίγεια αγαθά” σημαίνει πως το άτομο της προλεταριακής συνθήκης είναι “απογυμνωμένο” από τους κοινωνικούς όρους (“υλικούς” και “πνευματικούς”) (ανα)παραγωγής της ζωής του. “Ελευθερία του Ανθρώπου γενικά για τον Εαυτό του” σημαίνει πως η κοινωνική τάξη των προλετάριων μπορεί να διαθέσει Ελεύθερα στη Αγορά το μόνο που κατέχει ακόμα: την αφηρημένη ικανότητά της για εργασία. Στο “μέτρο” που ο προλετάριος μπορεί να την πουλήσει συμπεριφέρεται προς αυτή σαν να είναι “ιδιοκτησία” του.

    Αν κάθε οραματισμός του μέλλοντος στον παρόν αναβιώνει «πτυχές» από το παρελθόν με την «ένταση» της επι-θυμίας, πως θα επιθυμήσει ο μισθωτός σκλάβος την κομμούνα με το μέλλον του να είναι ήδη “βουβό παρελθόν χωρίς μνήμη» ως «προσωποποιημένο» μεταβλητό κεφάλαιο; Η επιθυμία της κομμούνας είναι η δυνατότητα μιας κοινότητας αγώνα που ξε-θεμελιώνει το υπάρχον δικαιώνοντας το θάνατο όλων όσων πέθαναν στο παρελθόν για να ζήσουμε εμείς την κομμούνα σήμερα, η επι-θυμία της κομμούνας θάβει τους ζωντανούς νεκρούς που μάς κρατάνε τώρα πεθαμένους αναβιώνοντας μέσα της το πάθος, τη λύσσα, τη συνείδηση των νεκρών ζωντανών, των πεθαμένων που ζουν ακόμα. Η «μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας» είναι μια «αναγκαία» μεν αλλά «αδιάφορη» δε προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της κομμούνας αύριο, ενός «αύριο», σύντροφε και φίλε, μαθητή και δάσκαλε, που προϋποθέτει την καθολική ανάγκη και την επι-θυμία της κομμούνας “σήμερα”. Η κομμούνα δεν είναι το “τέλος της προϊστορίας”, ούτε και η “αρχή της ιστορίας”. Είναι μια προαπεικόνιση του κοινού μας μέλλοντος που δεν υπάρχει “ακόμα” και είναι ακόμα ένας συνειδητός, λυσσασμένος αγώνας ενάντια σε αυτό που υπάρχει τώρα.
    υ.γ. έχει γίνει «της μόδας» π.χ. η «δημοκρατική διαχείριση των τραπεζών». Η άνοδος της «αριστεράς του κεφαλαίου» θα υπερτονίζει πάντοτε το «επίθετο» έναντι του «ουσιαστικού»: «δημοκρατική τράπεζα», «κριτική αναδιαπραγμάτευση», «δίκαιοι φόροι» κτλ δημιουργώντας λογικές «ισοδυναμίες» του τύπου «κίτρινος λογάριθμος»… Αυτός ο γλωσσικός μυστικισμός είναι αυθεντική έκφραση του καθημερινού μυστικισμού που (ανα)παράγει την αφηρημένη κοινωνική σχέση του κεφαλαίου.