in Θεολογία του ποδοσφαίρου

4. παιχνίδια με μπάλα στην αρχαία Ελλάδα

     Το ακροατήριο των αοιδών (οι ευγενείς, οι γαιοκτήμονες  πολεμιστές) δεν απολάμβανε μόνο τις περιγραφές της  διείσδυσης των βλημάτων αλλά και του αποκεφαλισμού των αντιπάλων. Ο Πηνέλεως, Αχαιός ήρωας ασφαλώς, καρφώνει από κοντά, από πάνω προς τα κάτω, το δόρυ πάνω από το φρύδι του Τρώα Ιλιονέα με τέτοια δύναμη που επιφέρει συντριπτικές κρανιακές κακώσεις: του βγάζει το βολβό του ματιού, διατρυπά τη κόγχη του οφθαλμού και τον εγκέφαλο, διαπερνάει τον αυχενικό τένοντα και βγαίνει κάτω από την περικεφαλαία, στο σβέρκο (Ξ 493-5). Στη συνέχεια του κόβει το κεφάλι με το ξίφος και, καθώς το δόρυ είναι ακόμα καρφωμένο στο κεφάλι, το σηκώνει και το κραδαίνει φή κώδειαν ἀνασχών,  «κρατώντας το ψηλά σαν παπαρούνα», μας λέει ο αοιδός (Ξ 499) και υποψιάζομαι πως θα φαντάζεστε την ηδονή που θα ένιωθε το (ανδρικό) ηρωικό ακροατήριό του.

     Εάν επιθυμείτε μεγαλύτερες δόσεις φρίκης και αγριότητας, διαβάστε τους στίχους Ν 201-205. Εκεί, ο Αίας, του Οϊλέως, όχι ο Τελαμώνιος, κόβει το κεφάλι του Ίμβριου, του γαμπρού του Έκτορα, το πετάει με δύναμη προς το αντίπαλο στράτευμα κι αυτό πάει και πέφτει στα πόδια του Έκτορα. Για να πάει όσο γίνεται πιο μακριά, ο ήρωάς μας έριξε το κεφάλι σαν μπάλα: σφαιρηδόν ἐλιξάμενος. Αυτό σημαίνει ότι τεντώθηκε προς τα πίσω, στρέφοντας το πάνω μέρος του κορμιού του, για να δώσει περισσότερη δύναμη στη βολή του. Θα πρέπει να έκανε τη κίνηση που κάνουν οι παίκτες του ποδοσφαίρου όταν εκτελούν το πλάγιο άουτ. Φέρνουν τη μπάλα πίσω από το κεφάλι τους, γέρνουν προς τα πίσω και κατόπιν την εκσφενδονίζουν με δύναμη προς τα μπρος. Έτσι, σαν μπάλα, σφαιρηδόν, εκσφενδόνισε και το κεφάλι του Ίμβριου ο Αίας. Δεν υπάρχει καμιά  αμφιβολία πως η λέξη παραπέμπει στο κόσμο των παιχνιδιών με μπάλα που παίζονταν την εποχή της μνημειώδους σύνθεσης της Ιλιάδας. Σε ποιο παιχνίδι όμως; Δεν γνωρίζουμε.

 

     Στην μεταγενέστερη Οδύσσεια, η Ναυσικά και οι υπηρέτριές της πλένουν τα ρούχα της βασιλικής οικογένειας στις εκβολές ενός μικρού ποταμού, τα απλώνουν πάνω στα χαλίκια της παραλίας για να στεγνώσουν, τρώνε, βγάζουν τα μαντήλια τους από το κεφάλι και το ρίχνουν στο παιχνίδι με μια μπάλα (σφαίρῃ . . . παῖζον, ζ 100). Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, η Ναυσικά ρίχνει τη μπάλα σε μια δούλα της, αυτή όμως δεν μπορεί να τη πιάσει. Ο αοιδός ρίχνει το φταίξιμο στη βασιλοπούλα (ζ 115-7): σφαῖραν ἒπειτ’ ἒρριψε μετ’ ἀμφίπολον βασίλεια/ ἀμφιπόλου μέν ἅμαρτε, βαθείῃ δ’ ἒμβαλε δίνῃ,/ αἱ δ’ ἐπί μακρόν ἄϋσαν. Ἅμαρτε  σημαίνει «αστόχησε»: θα πρέπει να υποθέσουμε ότι έριξε τη μπάλα προς τη συμπαίκτριά της είτε πολύ ψηλά είτε πολύ πλάγια. Η δούλα δεν μπορεί να τη πιάσει, το τόπι πέφτει μέσα στο ρέμα και όλες μαζί βάζουν τις φωνές, ξυπνάνε τον θεϊκό και ταυτόχρονα ταλαίπωρο Οδυσσέα (δῖος πολύτλας Ὀδυσσεύς, 37 φορές στην Οδύσσεια)  που εμφανίζεται μετά από λίγο μπροστά τους γυμνός και η συνέχεια επί του κειμένου. Ποιο παιχνίδι έπαιζε η Καλυψώ με τις δούλες της; Δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να μάθουμε. 

    Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του Οδυσσέα στο νησί Σχερία, ο θεϊκός και ταυτόχρονα ταλαίπωρος ήρωας έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει κι ένα θέαμα που περιελάμβανε ένα παιχνίδι επιδεξιότητας με μπάλα  και χορό. Στο κέντρο της πλατείας (αγοράς) εμφανίζονται δυο χορευτές με μια κόκκινη μπάλα στα χέρια (σφαῖραν καλήν μετά χερσίν ἕλοντο/ ποργυρέην, θ 372-3) κι αρχίζουν να παίζουν. Ο ένας την έριχνε ψηλά, προς τα σύννεφα και ο άλλος πηδούσε και προσπαθούσε να την πιάσει στον αέρα. Να πως περιγράφει το παιχνίδι ο ίδιος ο αφηγητής (θ 374 κ. ε.) : τήν ἕτερος ρίπτασκε ποτί νέφεα σκιόεντα/ ἰδνωθείς ὀπίσω· ὁ δ’ ἀπό χθονός ὑψόσ’ ἀερθείς/ ῥηιδίως μεθέλεσκε, πάρος ποσίν οὖδας ἱκέσθαι. / αὐτάρ ἐπεί δή σφαίρῃ ἀν’ ἰθύν πειρήσαντο,/   ὀρχείσθην . . .

       Ο Ηρόδοτος (Α’ 94) διηγείται ότι οι Λυδοί εκτός από το χρήμα επινόησαν και τα παιχνίδια. Από αυτούς τα δανείστηκαν οι Έλληνες. Αναφέρει μάλιστα και πότε και κάτω από ποιες συνθήκες επινοήθηκαν. Την εποχή που ήταν βασιλιάς ο Άτυς έπεσε στη Λυδία μεγάλη σιτοδεία. Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα σκαρφίστηκαν το εξής: να τρώνε μέρα πάρα μέρα. Την ημέρα που δεν έτρωγαν, για να ξεχνούν τη πείνα τους, έπαιζαν. Έτσι πέρασαν δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ἐξευρεθῆναι δή ὧν τότε καί τῶν κύβων καί τῶν ἀστραγάλων καί τῆς σφαίρης και τῶν ἀλλέων πασέων παιγνίων τά εἴδεα, πλήν πεσσῶν. 

     Στο διάλογο «Ευθύδημος» ο Πλάτων της μεταβατικής περιόδου επιτίθεται κατά δυο σοφιστών της δεύτερης γενιάς, του Ευθύδημου και του αδελφού του Διονυσόδωρου, που ισχυρίζονται ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί και πως οι ίδιοι είναι διδάσκαλοί της. Στην αρχή του διαλόγου ο Ευθύδημος συζητά με τον νεαρό και άπειρο Κλεινία, τον οποίο βεβαίως κάποια στιγμή αποστομώνει, αυτή είναι η τέχνη που ξέρει να ασκεί, με αποτέλεσμα οἱ ἑπόμενοι, η ακολουθία δηλαδή, των σοφιστών να ξεσπάσει σε γέλια . Και πριν προλάβει ο πιτσιρικάς (το μειράκιον) να πάρει ανάσα, τον πιάνει (ἐκδεξάμενος) ο Διονυσόδωρος και τον στριμώχνει για δεύτερη φορά (276c): καί πρίν ἀναπνεῦσαι καλῶς τε καί εὖ τό μειράκιον, ἐκδεξάμενος ὁ Διονυσόδωρος, τί δέ, ὦ Κλεινία, ἔφη . . . Η μετοχή ἐκδεξάμενος είναι όρος που προέρχεται από το χώρο των παιχνιδιών με μπάλα που έπαιζαν τα παιδιά. Ο Διονυσόδωρος έπιασε τον Κλεινία σα μπάλα: εννοείται ότι ο Ευθύδημος τον πέταξε προς τον αυτόν σαν μπάλα. Μετά από λίγο, και εκεί που ο Ευθύδημος δεν είχε καλά καλά τελειώσει τη κουβέντα, παίρνει πάλι το λόγο ο Διονυσόδωρος και αρχίζει να σφυροκοπά κι αυτός με τη σειρά του τον άτυχο Κλεινία. Ο Πλάτων περιγράφει την αλλαγή πάλι με μια εικόνα από παιχνίδι με μπάλα, το οποίο ασφαλώς οι αναγνώστες της εποχής εκείνης θα το αναγνώριζαν πολύ εύκολα. Εμείς δεν μπορούμε: οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι πολύ λίγες. Ο Διονυσόδωρος, γράφει ο φιλόσοφος, δέχτηκε τη μπάλα, την κουβέντα αυτή τη φορά, και τη πέταξε σημαδεύοντας τον Κλεινία. Ας αφήσουμε όμως τον Πλάτωνα να μας τα πει ο ίδιος (277b): «Καί οὔπω σφόδρα τι ταῦτα εἴρητο τῷ Εὐθυδήμῳ, καί ὁ Διονυσόδωρος ὥσπερ σφαῖραν ἐκδεξάμενος τόν λόγον πάλιν ἐστοχάζετο τοῦ μειρακίου . . .» Ο Διονυσόδωρος, με την επέμβασή του και τις ερωτήσεις του, επιτίθεται με ταχύτητα και βία κατά του Κλεινία. Προφανώς, εάν έπαιζαν αυτό το παιχνίδι, ο πρώτος θα πετούσε τη μπάλα με ταχύτητα και δύναμη πάνω στον δεύτερο σημαδεύοντάς τον. Τι έπρεπε να κάνει ο Κλεινίας; Να αντέξει την ορμή της μπάλας (σφαίρας)-βλήματος και την πετάξει με τον ίδιο τρόπο εναντίον κάποιου άλλου; Εάν του έπεφτε η μπάλα, θα έχανε; Αυτός ήταν ο σκοπός του παιχνιδιού; Οι δυο παίκτες θα ήταν μέλη αντίπαλων ομάδων ή μήπως θα ήταν δυο από ένα μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων; Δεν έχω ιδέα. 

      Στο διάλογο «Θεαίτητος», ο γέροντας Πλάτων (πέθανε το 347 π. Χ., ογδόντα χρονών, όταν ο Αριστοτέλης ήταν 37 και ο Αλέξανδρος της Μακεδονίας εννιά ) επιχειρεί να διατυπώσει ένα ορισμό της γνώσης και βάζει τον Σωκράτη να συνομιλεί με τον γεωμέτρη Θεόδωρο, από τη Κυρήνη, και τον νεαρό Θεαίτητο. Στην αρχή τους διαλόγου, κι αφού διατυπώσει το ερώτημα, ο Σωκράτης τους ρωτάει: μπορεί κάποιος από σας να απαντήσει; Τι λέτε; Ποιος θα μιλήσει πρώτος; Όποιος δώσει λάθος απάντηση ή όποιος δίνει κατ’ επανάληψη λαθεμένες απαντήσεις, θα τον τιμωρήσουμε καβαλικεύοντάς τον σαν να είναι γαϊδούρι, όπως κάνουν τα παιδιά που παίζουν με τη μπάλα. Όποιος όμως δεν κάνει λάθος, θα γίνει βασιλιάς μας και ό,τι μας διατάξει να κάνουμε ή να πούμε, θα το κάνουμε. Γιατί δε μιλάει κανένας; Να τι γράφει (146a): Ὁ δέ ἁμαρτών, καί ὅς ἄν ἀεί ἁμαρτάνῃ, καθεδεῖται, ὥσπερ φασίν οἱ παῖδες οἱ σφαιρίζοντες, ὄνος· ὅς δ’ ἄν περιγένηται ἀναμάρτητος, βασιλεῦσαι ἡμῶν καί ἐπιτάξει ὅτι ἄν βούληται ἀποκρίνεσθαι. Τί σιγᾶτε;

    Αυτά γράφει ο Πλάτων και είναι βέβαιο ότι οι αναγνώστες του θα καταλάβαιναν σε ποιο παιχνίδι αναφερόταν. Εμείς όμως; Πρόκειται για το ίδιο παιχνίδι που αναφέρεται στον Ευθύδημο; Το παιχνίδι με τη μπάλα που παίζουν τα παιδιά είναι ένα ή μήπως πίσω από τους όρους σφαῖρα, σφαίρισις και σφαιρίζω κρύβονται πολλά και διαφορετικά παιχνίδια;

      Εκθέτοντας ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του τι ευχαριστεί τους ανθρώπους αναφέρει μεταξύ των άλλων και τη νίκη. Μιας και το ζήτημα αυτό άπτεται του αντικειμένου της εργασίας μας, θα παραθέσω το πολύ ενδιαφέρον αυτό εδάφιο (1370b- 1371a): Καί τό νικᾶν ἡδύ, οὐ μόνον τοῖς φιλονίκοις ἀλλά πᾶσιν·  φαντασία γάρ ὑπεροχῆς γίγνεται, οὐ πάντες ἔχουσιν ἐπιθυμίαν ἤ ἠρέμα ἤ μᾶλλον. ἐπεί δέ τό νικᾶν ἡδύ ἀνάγκη καί τάς παιδιάς ἡδείας εἶναι τάς μαχητικάς καί τάς ἐριστικάς (πολλάκις γάρ ἐν ταύταις γίγνεται τό νικᾶν), καί ἀστραγαλίσεις καί σφαιρίσεις και κυβείας καί πεττείας. καί περί τάς ἐσπουδασμένας δέ παιδιάς ὁμοίως. . . ὅπου γάρ ἅμιλλα, ἐνταῦθα καί νίκη ἔστιν· Να τι λέει το κείμενο, σε μετάφραση Δ. Λυπουρλή:1 «Ευχαρίστηση προκαλεί και η νίκη, και μάλιστα όχι μόνο σ’ αυτούς που τους αρέσει να νικούν, αλλά γενικά σε όλους· γιατί τότε δημιουργείται ένα αίσθημα υπεροχής, κάτι που το επιθυμούν όλοι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Και αφού είναι κάτι το ευχάριστο η νίκη, δεν μπορεί παρά να προκαλούν ευχαρίστηση και όλοι οι αγώνες σωματικής και πνευματικής δύναμης (γιατί είναι συχνή σ’ αυτούς η νίκη)· έτσι και τα παιχνίδια με τους αστραγάλους, με τη μπάλα, με τα ζάρια, με τους πεσσούς το ίδιο και οι σοβαρότεροι αγώνες· . . . γιατί όπου υπάρχει άμιλλα, εκεί υπάρχει και νίκη».  Ο όρος σφαιρίσεις δηλώνει ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε ένα μόνο παιχνίδι που παιζόταν με τη μπάλα αλλά σε πολλά. Ποια είναι όμως αυτά τα παιχνίδια, ο Αριστοτέλης δεν μας λέει.  

       Αυτές είναι όλες κι όλες οι μαρτυρίες για τα παιχνίδια με μπάλα που μπόρεσα να εντοπίσω στα κείμενα μιας περιόδου που ξεπερνάει τους τέσσερις αιώνες: από τη  εποχή της μνημειώδους σύνθεσης της Ιλιάδας, μέσα ή τέλη του 8ου π. Χ. αιώνα μέχρι τα τέλη του 4ου. Ακόμα κι αν υπάρχουν κι άλλες, είμαι βέβαιος πως η εικόνα που έχουμε γι αυτά τα παιχνίδια δεν θα αλλάξει. Ελάχιστες είναι και οι πληροφορίες που μπορούμε να αντλήσουμε από αγγειογραφίες και ανάγλυφες παραστάσεις2.  Ο περιορισμένος αριθμός των μαρτυριών δείχνει ότι τα παιχνίδια που παίζονταν με τη μπάλα όχι μόνο δεν ήταν πολλά αλλά δεν ήταν και τόσο δημοφιλή όσο κάποια άλλα. Εκτός από το παιχνίδι στο παλάτι του Αλκίνοου, δεν γνωρίζουμε πως παίζονταν. Είναι βέβαιο ότι θα υπήρχαν πολλές παραλλαγές, όπως βέβαιο είναι ότι παίζονταν μόνο από παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και έφηβους.

       Περισσότερες πληροφορίες για τα παιχνίδια με μπάλα  στην αρχαία Ελλάδα βρίσκουμε κυρίως στον Αθήναιο (2ος π. Χ. αι.), στο έργο του Δειπνοσοφισταί, και στον Πολυδεύκη (2ος μ. Χ. αι.), στο Ονομαστικόν του. Παίζονταν όμως τα παιχνίδια αυτά την εποχή του Ομήρου, του Ηροδότου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη; Δεν το γνωρίζουμε. Μήπως παίζονταν μόνο την εποχή των συγγραφέων που τα αναφέρουν, δηλαδή μετά τον 2ο π. Χ. αιώνα; Ίσως να μην μπορέσουμε ποτέ να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα. Αναγκαζόμαστε λοιπόν να περιοριστούμε στις μεταγενέστερες πληροφορίες που διαθέτουμε. Από αυτές μαθαίνουμε ότι παίζονταν η απόρραξις, το αρπαστόν, η ουρανία, ο επίσκυρος, το «κερητίζειν».  

       Η ἀπόρραξις αναφέρεται από τον Πολυδεύκη (Θ, 103)  και τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης που έζησε τον 12ο μ. Χ. αι. (Ιλ. 1601, 33). Από το όνομα του παιχνιδιού και την περιγραφή του Πολυδεύκη συνάγεται ότι επρόκειτο για ένα ατομικό παιχνίδι επιδεξιότητας: ο παίκτης χτυπούσε μια ελαστική μπάλα  στο έδαφος και μόλις αυτή πηδούσε προς τα πάνω, την ξαναχτυπούσε και μετρούσε τα χτυπήματα. 

    Το ἁρπαστόν (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Ι, 14)  παίζονταν από έφηβους: ένας από αυτούς έριχνε μακριά και ψηλά στον αέρα μια μικρού μεγέθους μπάλα και οι άλλοι πηδούσαν για να την αρπάξουν. Η αρπαγή της μπάλας απαιτούσε άσκηση βίας: οι αγκωνιές, οι κλωτσιές, ιδίως τα σπρωξίματα από το λαιμό και οι γροθιές ήταν απαραίτητες. Πιθανότατα, η ανάγλυφη παράσταση των έξι εφήβων (βλ. σημ. 2) αυτό το παιχνίδι να εικονίζει. Το υιοθέτησαν και το έπαιξαν με ζήλο οι Ρωμαίοι (harmastum). Σύμφωνα με μια θεωρία, το ποδόσφαιρο προήλθε από το harpastum που έπαιζαν οι Ρωμαίοι στην Αγγλία μετά την κατάκτησή της, το 43 μ. Χ.

      Η ἐπίσκυρος σφαῖρα (Πολυδεύκης, Ονομ. Θ 104) ονομάζονταν και ἐπίκοινος ή και ἐφηβική. Παιζόταν από έφηβους πάνω σε έδαφος που ήταν στρωμένο με χαλίκια (επί-σκυρος): όποιος προλάβαινε και έπιανε τη μπάλα, προφανώς μικρού μεγέθους, την έριχνε με δύναμη πάνω στον άλλον, ο οποίος, προφανώς, έσκυβε για να την αποφύγει ή προσπαθούσε να την πιάσει για να την ρίξει εναντίον άλλου. Θεωρώ, με πολλές επιφυλάξεις, ότι αυτό το παιχνίδι πρέπει να έχει στο μυαλό του ο Πλάτων στον «Ευθύδημο»3.

     Το όνομα οὐρανία αναφέρεται από τον Πολυδεύκη (Θ’ 104) και είναι σαφές ότι προέρχεται από την έκφραση οὐρανία σφαίρα. Θα πρέπει να είναι το παιχνίδι που παρακολούθησε ο Οδυσσέας στην αγορά των Φαιάκων: η μπάλα πετιέται προς τον ουρανό και οι άλλοι προσπαθούν να την πιάσουν πριν πέσει στο έδαφος.

      Στο μέσο ανάγλυφης παράστασης σε επιτύμβιο μνημείο του τέλους του 6ου π. Χ αιώνα βλέπουμε δυο αντιμέτωπους παίκτες, σκυφτούς πάνω από μια μικρή μπάλα που βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν κι αυτήν του τένις, να προσπαθούν να την μετακινήσουν με ραβδιά που στο κάτω άκρο είναι κυρτά. Αριστερά και δεξιά, δυο έφηβοι σε κάθε πλευρά, παρακολουθούν τους παίκτες, περιμένοντας μάλλον τη σειρά τους να παίξουν. Το ανάγλυφο δείχνει ότι το παιχνίδι αυτό παιζόταν ανάμεσα σε δυο έφηβους, δεν ήταν δηλαδή ομαδικό, αλλά δεν γνωρίζουμε τι προσπαθούν να κάνουν με τη μπάλα. Πιθανότατα, η βασική επιδίωξη των παικτών να ήταν ο έλεγχος της μπάλας και η κατοχή της με την μετακίνησή της προς τα πόδια τους.  Δεν έχουμε καμιά μαρτυρία γι αυτό το παιχνίδι. Δεν γνωρίζουμε με ποιο όνομα ήταν γνωστό αλλά ο Χρ. Δ. Λάζος το αποκαλεί κερητίζειν4 και βλέπει σε αυτό, όπως και ο Π. Βαλαβάνης5, τον πρόγονο του χόκεϊ. Ο πρώτος παρατηρεί (σελ. 305) ότι «η ομοιότητά του με το σημερινό χόκεϋ είναι εκπληκτική, γεγονός που θα ‘πρεπε να κατευθύνει τις έρευνες γύρω από το χόκεϋ και πως εφευρέθηκε. Πάντως, η σύμπτωση αυτή – αν πρόκειται για σύμπτωση – μας αφήνει άφωνους.» Κι εμείς μένουμε άφωνοι τόσο με την πρώτη πρόταση του κεφαλαίου που καταπιάνεται με αυτό το ανάγλυφο όσο και με την τελευταία. Η πρώτη (σελ. 303): «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για ένα άγνωστο παιχνίδι αφού η ονομασία κερητίζειν δεν επιβεβαιώνεται από καμιά πηγή». Η τελευταία (305):  «Άγνωστη επίσης παραμένει η σχέση του με το σημερινό χόκεϋ ή τουλάχιστον είναι άγνωστη σ’ εμένα.» Πόσο γρήγορα κατρακυλάμε από το θαυμασμό της εκπληκτικής ομοιότητας στην απογοήτευση! Φαίνεται ο συγγραφέας δεν μπόρεσε, όπως και εμείς,  να εντοπίσει στο ανάγλυφο ούτε ομάδες ούτε και εστίες.

      Το κεφάλαιο για το ποδόσφαιρο στο βιβλίο του βιβλίου του Χρ. Δ. Λάζου για τα παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο έχει τον εξής τίτλο: «ποδόσφαιρο» (;). Το ερωτηματικό είναι δικό του. Δεν είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε προς τι τα εισαγωγικά και το ερωτηματικό. Ο συγγραφέας άλλοτε είναι βέβαιος ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν ποδόσφαιρο κι άλλοτε όχι. Είναι βέβαιος όταν δηλώνει (σελ. 82) ότι «με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρουσιάζω εδώ είδη σφαίρισης που επινόησαν οι Έλληνες, όπως το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, το χόκεϋ, ίσως και το μπέιζ-μπολ και το χαντ-μπολ. Οι αποδείξεις που διαθέτουμε και το εικαστικό υλικό είναι αρκετά να μας πείσουν. Να σημειωθεί ότι εκτός από το χόκεϋ, που οι αρχαίοι τα ονόμαζαν κερητίζειν, δεν γνωρίζουμε την ονομασία των υπόλοιπων παιχνιδιών. Υπάρχει, όμως, υλικό το οποίο τα συσχετίζει με τα σημερινά παιχνίδια.» Και, με την ίδια βεβαιότητα, συνεχίζει: «Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται με επιφύλαξη κι αν είναι δυνατό να διασταυρώνονται. Με βάση τα παραπάνω, [από τα παιχνίδια που πράγματι παίζονταν στην αρχαία Ελλάδα]  συμπεριλαμβάνονται εδώ το χόκεϋ (κερητίζειν) και το ποδόσφαιρο και στα απροσδιόριστα το κρίκετ. Υποστηρίχθηκε ότι το χαντ-μπολ είναι η φαινίνδα· εδώ τη συμπεριέλαβα αν και δεν διαθέτω επαρκή στοιχεία ότι πρόκειται για το σημερινό παιχνίδι. Δεν αναφέρω καθόλου το μπέιζ-μπολ ούτε το συσχετίζω με κάποιο αταύτιστο παιχνίδι, πολύ ασαφές, αφού το κεραμικό θραύσμα όπου εικονίζεται δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά».  Με την ίδια βεβαιότητα, στα παιχνίδια σφαίρισης συμπεριλαμβάνει, εκτός από το κερητίζειν (που μόνο, όπως είδαμε, χόκεϊ δεν είναι)  μόνο το ποδόσφαιρο και το κρίκετ. Τώρα, αν ψάξετε να βρείτε το κεφάλαιο για το κρίκετ, θα απογοητευτείτε: δεν θα βρείτε ούτε μια λέξη. Όταν όμως μπαίνει στο κόπο να βγάλει από τη μύγα ξύγκι, όπως κάνουν σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο6, φιλοτιμείται να δηλώσει, με τα εισαγωγικά και το ερωτηματικό την αβεβαιότητά του. Αιτία για όλη αυτή την ικανοποίηση που μετεξελίσσεται σε αμηχανία και πλήρη διαστρέβλωση των ελάχιστων στοιχείων που διαθέτουμε για παιχνίδια με μπάλα είναι η διάσημη πια ανάγλυφη παράσταση σε μια μαρμάρινη επιτύμβια λήκυθο του 4ου π. Χ. αιώνα που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο ανάγλυφο αυτό ένας γυμνός έφηβος έχει σηκώσει το λυγισμένο δεξί του πόδι και πάνω στο μηρό του, σε οριζόντια θέση, ισορροπεί μια μπάλα στο μέγεθος της σημερινής ποδόσφαιρας. Μπροστά του, ένας μικρός δούλος τον παρακολουθεί  με δέος και φαίνεται να τον θαυμάζει. Σχολιάζει ο Χρ. Δ. Λάζος: «Πιθανότατα με μια γνωστή αντιστροφή των ποδιών του ο έφηβος θα μετέφερε τη σφαίρα από το ένα πόδι στο άλλο, όπως κάνουμε και σήμερα στο ποδόσφαιρο.» Πιθανότατα αυτό να έκανε ο αρχαίος έφηβος, αυτό κάνουν και οι παίκτες στο ποδόσφαιρο, αλλά αυτό δεν είναι καν ένδειξη ότι είναι ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παίζεται από δυο πολυμελείς ομάδες, οι παίκτες των οποίων προσπαθούν με το πόδι να αποκτήσουν την κατοχή της μπάλας και να την χώσουν στη μεγάλη, παραλληλόγραμμη τρύπα των αντιπάλων τους. Στην παράσταση δεν υπάρχει ούτε ίχνος από αυτά τα στοιχεία. Πολύ σωστά, ο συγγραφέας παρατηρεί ότι «πρόκειται για άσκηση υψηλής τεχνικής και δεξιοτεχνίας, που εμφανέστατα χρησιμοποιεί μόνο τα πόδια του» (σελ. 562-3), αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, συμπληρώνει: «Σήμερα το ονομάζουμε ποδόσφαιρο, εκείνη τη εποχή όμως πως το ονόμαζαν;» Αυτή την «άσκηση υψηλής τεχνικής και δεξιοτεχνίας» την ονομάζουμε σήμερα ποδόσφαιρο!

     Ας ανακεφαλαιώσουμε. Οι πληροφορίες που έχουμε για τα παιχνίδια που παίζονταν με μπάλα για την περίοδο της αρχαϊκής και κλασσικής εποχής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι ελάχιστες και καθόλου διαφωτιστικές. Από τις λίγες μαρτυρίες που διαθέτουμε είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε με βεβαιότητα ότι τα παιχνίδια αυτά ήταν ελάχιστα και ότι τα έπαιζαν τα παιδιά, τα αγόρια περισσότερο από τα κορίτσια, και οι έφηβοι. Οι γυναίκες κλεισμένες στο σκοτεινό γυναικωνίτη έπαιζαν, γνέθοντας μαλλί, με τη ρόκα και το αδράχτι. Οι άνδρες δεν έπαιζαν παιχνίδια με τη μπάλα. Όταν έπαιζαν, επιδίδονταν σε παιχνίδια τύχης ή στρατηγικής.

     Δεν είμαστε βέβαιοι εάν υπήρχαν παιχνίδια με μπάλα που παίζονταν μεταξύ εφηβικών ομάδων. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρχαν. Συνεπώς, δεν υπήρχαν και ομαδικά παιχνίδια αναπαράστασης της μάχης. Επίσης, σε κανένα από τα λίγα παιχνίδια με μπάλα που παίζονταν στην αρχαία Ελλάδα δεν επιδιώκονταν η διείσδυσή της σε κάποιο άνοιγμα του χώρου που κατείχαν οι αντίπαλοι, όπως γίνεται σε όλα τα ομαδικά παιχνίδια της εποχής μας, που είναι και τα πιο δημοφιλή παγκοσμίως.

      Οι άνδρες στην αρχαία Ελλάδα αθλούνταν, δεν επιδίδονταν σε παιχνίδια που απαιτούσαν την οποιαδήποτε σωματική κίνηση. Γνωρίζουμε ότι τα αγωνίσματα στην αρχαία Ελλάδα ήταν θεσμοποιημένες στρατιωτικές ασκήσεις που αντιστοιχούσαν σε πολεμικές δεξιότητες, απαραίτητες για την εξασφάλιση της νίκης.

      Τα καταβλητικά αγωνίσματα (πάλη, πυγμαχία και παγκράτιο) ήταν μονομαχίες που αποσκοπούσαν στην ψυχική σκληραγωγία των πολεμιστών μιας  και το σημαντικότερο στοιχείο τους δεν ήταν τόσο η σωματική δύναμη όσο το ψυχικό σθένος.

     Οι αρχαίοι Έλληνες πολεμούσαν κάθε χρόνο, από την άνοιξη μέχρι αρχές φθινοπώρου, επιδίδονταν δηλαδή κάθε χρόνο στην πραγματική διείσδυση των αιχμηρών ακοντίων και ξιφών στα σώματα των αντιπάλων και δεν είχαν κανένα λόγο να αναπαραστήσουν ούτε τη διείσδυση του αιχμηρού όπλου ούτε τη μάχη.

 

 Σημειώσεις

1. Αριστοτέλης, Ρητορική. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Δημήτριος Λυπουρλής, ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2002.

2. Πρόκειται για τρεις ανάγλυφες παραστάσεις (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας) σε επιτύμβια μνημεία: του τέλους του 6ου π. Χ οι δυο, των μέσων του 4ου τρίτη. Η μία αναπαριστάνει έξι έφηβους: ο ένας κρατάει μικρή μπάλα, σαν του τένις, στο δεξί του χέρι και ετοιμάζεται να την πετάξει, ενώ οι άλλοι τρέχουν για να την πιάσουν. Δεν φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, να είναι χωρισμένοι σε ομάδες. Πιθανότατα, πρόκειται για το ἁρπαστόν, βλ. παρ. Στη δεύτερη, στο κέντρο της παράστασης, δυο σκυμμένοι προς το έδαφος έφηβοι κρατούν ραβδιά, κυρτά στο μπροστινό μέρος, και προσπαθούν να τραβήξουν προς το μέρος τους μια μπάλα σαν του τένις. Αριστερά και δεξιά, έφηβοι με ραβδιά στο χέρι παρακολουθούν και φαίνεται σαν να περιμένουν να παίξουν κι αυτοί. Ούτε αυτό φαίνεται να είναι ομαδικό παιχνίδι αλλά πρόκειται για μονομαχίες μεταξύ εφήβων. Δεν γνωρίζουμε πως ονομάζονταν αυτό το παιχνίδι. (Θα τις δείτε στο Β΄τόμο, σελ. 498, της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών. Στη τρίτη, βλέπουμε έναν έφηβο να προσπαθεί να ισορροπήσει μια μεγάλη μπάλα, σαν του ποδοσφαίρου, πάνω στο λυγισμένο και σηκωμένο δεξιό μηρό του, όπως κάνουν και σήμερα οι ποδοσφαιριστές. Ένα αγόρι (δούλος;) παρακολουθεί με θαυμασμό. (Θα τη δείτε στο Χ. Δ. Λάζος, Παίζοντας στο χρόνο, Αίολος, 2002, σελ. 563). Όποιος μπορεί να βγάλει από τη μύγα ξύγκι, πολύ εύκολα πολύ να συμπεράνει ότι το ποδόσφαιρο πρωτοπαίχτηκε στην αρχαία Ελλάδα.

3. Στο λήμμα αρπαστόν, ο Χ. Δ. Λάζος θεωρεί ότι οι έξι έφηβοι της ανάγλυφης παράστασης παίζουν αρπαστό· στο λήμα επίσκυρος, θεωρεί ότι παίζουν επίσκυρο! Με ένα σπάρο, δυο τρυγόνια.

4. Χ. Δ. Λάζος, ο.π., σελ. 303.

5. Π. Βαλαβάνης, Άθλα, Αθλητές και Έπαθλα, εκδ. Ερευνητές, Αθήνα, 1996, σελ. 93.

6. Στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (9/6/06) ο Τάσος Γουδέλης γράφει (σελ. 14): «Καίτοι ο Όμηρος, μέσα από το παιχνίδι της Ναυσικάς στο νησί των Φαιάκων, αλλά και του Πατρόκλου στην Ιλιάδα, αντιμετωπίζει το άθλημα με την μπάλα (κάτι συγγενικό με το σημερινό ποδόσφαιρο, ας πούμε) σαν κάτι ψυχαγωγικό . . .» Γυναικείο ποδόσφαιρο στην Οδύσσεια; Θα μου έχουν διαφύγει οι στίχοι όπου ο Πάτροκλος επιδίδεται στο άθλημα του ποδοσφαίρου. Παιχνίδι ή άθλημα; Στο & 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (11/6/06, σελ. 16-17), η Ιωάννα Νιαώτη σχολιάζοντας το ανάγλυφο που παριστάνει τον έφηβο με τη μπάλα στο μηρό, γράφει: «Αρχαία ελληνικά γλυπτά με προγόνους. . . των σύγχρονων άσων».

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε ελεύθερα!