in θεωρία κομμουνισμού

γαμώ το καντήλι σου! όταν ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Η βρισιά γαμώ το καντήλι σου είναι ταυτόσημη με τις βρισιές γαμώ το σπίτι σου, την οικογένειά σου, το σόι σου, τη μάνα σου. Είναι βαριά βρισιά. Αν και λανθάνει ένας τόνος θρησκευτικής βρισιάς, δεν είναι. Διότι το καντήλι ήταν αναμμένο μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας με τον Χριστό μωράκι (και σπανιότατα μπροστά στον πάσχοντα Εσταυρωμένο) όχι για να βλέπουμε το εικόνισμα αλλά για να μπορούμε να κινούμαστε μέσα στο σπίτι όταν έχουμε μικρά παιδιά. Εάν υπήρχε πολύ λάδι, τότε άναβε και χωρίς να υπάρχουν παιδιά. Όταν δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα.

ΘΑ συγκρίνω σήμερα τη ζωή μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με τη ζωή μέσα στο φως το ηλεκτρικό. Κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στο σκοτάδι. Οι νύχτες του χειμώνα ήταν, και παραμένουν, μακρές, οι άνθρωποι όμως δεν κοιμόντουσαν με τις κότες. Άναβαν το καντήλι (ή τη λάμπα), έτρωγαν, το έσβηναν και ξάπλωναν να κοιμηθούν. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι, ξαπλωμένη η οικογένεια μιλούσε, γελούσε, έπαιζε, έλεγε παραμύθια, ιστορίες. Τους έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσαν νωρίς, μόλις χάραζε. Ακόμα και πριν χαράξει, και τότε συνέχιζαν να μιλάνε. Ζώντας μέσα στο σκοτάδι, ο φόβος του σκοταδιού δεν υπήρχε, ο φόβος αυτός είναι αποτέλεσμα του ηλεκτρικού φωτός.

ΚΑΠΟΥ εκεί κοντά ή μακριά,  ένα πλούσιο αριστοκρατικό σπίτι έχει κάνει τη μέρα νύχτα. Φώτα, δείπνα, συμπόσια, δεξιώσεις, γιορτές, πιάνα, τραγούδι, συζητήσεις φιλοσοφικές και ιστορικές. Πώς ζούσε τη νύχτα ο Κύριος και πώς οι Υποτελείς! Ο πρώτος μέσα στο φως, οι δεύτεροι μέσα στο σκοτάδι! Το ζήτημα πώς ζούμε, πώς περνάμε, τι κάνουμε τη νύχτα είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του κοινωνικού πολέμου. Η νύχτα και το σκοτάδι ήταν και παραμένει ένα από τα κομβικά επίδικα ζητήματα. Αλλιώς αντιλαμβάνεται τη νύχτα και το σκοτάδι ο Κύριος, αλλιώς οι Υποτελείς.

ΘΑ μας φαίνεται παράξενο που οι άνθρωποι κάποτε ζούσαν μέσα στο σκοτάδι. Είναι πολύ δύσκολο, αδύνατο θα έλεγα,  να κατανοήσουμε έναν άλλον πολιτισμό, όσες πληροφορίες και γνώσεις να έχουμε γι΄ αυτόν. Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ένα απλό παράδειγμα. Εάν ρωτήσουμε κάποιο μέλος μιας τροφοσυλλεκτικής ομάδας ‘πόσο χρονών είσαι;’ , θα μας κοιτάξει παράξενα –  δεν θα καταλάβει την ερώτηση: δεν γνώριζαν, διότι δεν τους ενδιέφερε, πόσο χρονών ήταν. Το ίδιο συνέβαινε μέχρι και πρόσφατα σε όλες τις αγροτικές κοινότητες, όλης της Ευρώπης. Τι να την κάνεις την ηλικία, σε τι χρησιμεύει; Στην καπιταλιστική κοινωνία όμως, που όλα τα μετρά και όλα τα ζυγίζει,  είναι απαραίτητη! Τον Κύριο ενδιαφέρει η ηλικία, όχι τους Υποτελείς. Τώρα, όλοι γνωρίζουν πόσο χρονών είναι –  είναι ίσως η πρώτη ερώτηση που κάνουμε, πολύ ανοήτως, σε ένα παιδί. Λένε μάλιστα οι κακές γλώσσες ότι η πιο ωραία δεκαετία της γυναίκας είναι από τα είκοσι μέχρι τα εικοσιδύο!

ΣΤΟΥΣ  Υποτελείς, νομοταγείς και μη, άρεζε η νύχτα και το σκοτάδι –  μας φαίνεται παράξενο; Στον Κύριο όχι, δεν άρεζε. Τώρα δεν αρέσει ούτε στους Υποτελείς. Να μην κάνουμε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς εκτυλίχθηκε αυτή η αλλαγή;  Δεν είναι καθόλου επουσιώδης, όπως θα δούμε.  Η αλλαγή αυτή, η μεταβολή αυτή, είναι έργο του Κυρίου. Ο Κύριος θέλει οι Υποτελείς του να ζουν μέσα στο φως, όχι μέσα στο σκοτάδι. Αναφύονται, τώρα μόλις,  δύο ερωτήματα:  γιατί ο Κύριος απεχθάνεται τη νύχτα και το σκοτάδι; Γιατί επέβαλε και στους Υποτελείς να ζουν μέσα στο άπλετο φως;

Η νύχτα και το σκοτάδι ήταν ένα από τα καταφύγια του Υποτελούς. Μακριά από τον Κύριο, ζούσε μέσα στο σκοτάδι, ή περιστασιακά μέσα στο ημίφως του καντηλιού –  αχ, αυτό το ημίφως! Ζω μέσα στο σκοτάδι σημαίνει ζω με τους άλλους χωρίς να τους βλέπω, μόνο τους ακούω. Εάν όραση είναι η αίσθηση της Κυριαρχίας, το να ζεις μέσα στο σκοτάδι είναι μια άρνηση της Κυριαρχίας. Ζω μέσα στο σκοτάδι σημαίνει μια αόρατη καθημερινή, ενεργητική αλληλεπίδραση:  αφηγείσαι, ακούς, παίζεις, ρωτάς, απαντάς, σκέφτεσαι, σχεδιάζεις την επόμενη μέρα, και άλλα πολλά κάνεις και αισθάνεσαι –  κι όλα αυτά μέσα στο πηχτό σκοτάδι· εάν ο αφηγητής πέθανε, όπως ισχυρίζεται ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η αιτία του θανάτου του είναι το ηλεκτρικό φως. Τολμώ να διακρίνω τη δυτική λογοτεχνία, έχοντας κατά νου τη γνώμη του Μπένγιαμιν,  σε δυο περιόδους –  πριν και μετά την  επιβολή της χρήσης του ηλεκτρικού ρεύματος.

ΘΥΜΑΜΑΙ τη μάνα μου να βάζει πετρέλαιο στη λάμπα, να μακραίνει το φιτίλι, ή να το αλλάζει όταν καιγόταν, να καθαρίζει το λαμπογιάλι, να ανάβει το φιτίλι, να βάζει το λαμπογιάλι. Ιεροτελεστία –  καθόμουν κοντά της και την παρατηρούσα με ευλάβεια. Τώρα, κάθε φορά που πατάω τον διακόπτη, νιώθω μια μαχαιριά και στα μάτια, και στην καρδιά και στο μυαλό. Από άνεση σε άνεση φτάσαμε στο σημείο να μην σκεφτόμαστε –  δεν έχουν συμβάλει οι ανέσεις στη πάταξη της σκέψης; Ελάτε τώρα! Τώρα, δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, κάποτε όμως ζούσα. Κι όταν θέλουμε να κάνουμε ατμόσφαιρα, όπως λένε, ερωτική ή συνδαιτυμονική, σβήνουμε τα φώτα κι ανάβουμε κεριά. Τι ωραία που είναι να βγεις έξω και να πας σε ένα χώρο, για φαγητό, ποτό, τραγούδι και να έχει μόνο κεριά ή πολύ χαμηλό φωτισμό! Γιατί μας αρέσει τόσο πολύ; Όσος πιο χαμηλός ο φωτισμός, τόσο πιο κοντά στο παρελθόν, τόσο πιο μακριά από την Κυριαρχία και το Κράτος.

ΜΕΣΑ στο άπλετο φως, οι Υποτελείς δεν ζουν όπως ζει ο Κύριος. Ο Κύριος συνεχίζει να ζει όπως ζούσε, πάντα είχε καλό φωτισμό – και λάδι και δάδες και λυχνάρια και λάμπες και καντήλια. Φαντάζεστε να ζούσαν οι Υποτελείς μέσα στη νύχτα όπως ζούσαν και ζουν οι Κύριοι; Με δείπνα και πιάνα και τραγούδι και συζητήσεις –  οι κομμουνιστές Κύριοι! Και κάτω εκεί χαμηλά, το ηλεκτρικό ρεύμα εγκαθίδρυσε τον κομμουνισμό της στάνης – τηλεόραση, υπολογιστής,  τάμπλετ, κινητά:  αναγκαίο κακό για όσους εργάζονται με αυτά, δεν είναι μέσα συντονισμού της δράσης, αλλά αόρατες μπάλες όχι στα πόδια αλλά στο μυαλό. Ξέρετε ποια είναι η άλλη, η αθέατη, πλευρά της Κυριαρχίας; Ο ατομικισμός, η πλήρης εσωτερίκευση της Κυριαρχίας! Ο ατομικιστής είναι θλιβερή καρικατούρα του Κυρίου. Η Κυριαρχία αποικίζει αενάως τους Υποτελείς και παράγει ατομικιστές –  με τη βοήθεια και του ηλεκτρικού ρεύματος.

ΔΕΝ είναι καθόλου παράξενο που όλο και περισσότεροι ενήλικοι και περισσότερα παιδιά δεν μπορούνε να κοιμηθούνε μέσα στο σκοτάδι –  πόσο φοβούνται! Ο φόβος αυτός είναι δημιούργημα του ηλεκτρικού φωτός, του Κυρίου δηλονότι. Ο Κύριος θέλει, επιδιώκει να είναι οι Υποτελείς του φοβισμένοι. Όχι μόνο για να μην εξεγείρονται –  για να φοβούνται κι αυτοί τον Θάνατο όπως τον φοβάται κι αυτός! Δεν μπορεί να φοβάται ο Κύριος και να μην φοβούνται οι Υποτελείς  –  τι σκατά Κύριος είναι! Για τον Κύριο, η νύχτα και το σκοτάδι είναι ταυτόσημα με τον Θάνατο. Όταν είμαστε νεκροί δεν βλέπουμε, όταν είμαστε ζωντανοί και δεν βλέπουμε, είμαστε νεκροί! Έτσι σκέφτεται ο Κύριος. Ο θάνατος δεν μας ενδιαφέρει, δεν ξέρουμε πόσο χρονών είμαστε, η νύχτα και το σκοτάδι είναι φίλοι μας, περνάμε πολύ καλά μέσα στο σκοτάδι, έλεγαν οι Υποτελείς. Τώρα δεν το λένε.

Ο εξοβελισμός της νύχτας και του σκότους με το άπλετο ηλεκτρικό φως είναι εξορκισμός  του φόβου του Θανάτου, είναι απομάκρυνση,  καταχώνιασμα του Θανάτου. Οι Υποτελείς πρέπει να ζουν κι αυτοί μέσα στο φως κατά τη διάρκεια της νύχτας όχι μόνο για να είναι φοβισμένοι αλλά και να βλέπουμε τι κάνουν. Ο φόβος του Θανάτου και η επιτήρηση των Υποτελών –  αυτό είναι το ηλεκτρικό φως.

Η ζωή μέσα στη νύχτα και το σκοτάδι είναι κομμουνισμός. Η διανομή του ηλεκτρικού φωτός είναι μια επιτυχής απόπειρα της Κυριαρχίας να διαχειριστεί και να συρρικνώσει τον ζωντανό κομμουνισμό, τον κομμουνισμού του παρόντος. Και δίπλα στη διανομή του ηλεκτρικού φωτός και η διανομή του νερού –  αύριο γι΄ αυτό το ζήτημα.

ΔΕΝ προτείνω κατά κανένα τρόπο να επιστρέψουμε στο καντήλι και στη λάμπα. Η πρόθεσή μου ήταν απλά να επισημάνω πόσο μας αρέσει μερικές φορές το σκοτάδι και το ημίφως. Θα ήθελα να γράψω και για της νησίδες, τις οάσεις του σκότους μέσα στο φως της μέρας, μια άλλη μέρα όμως.  Ω, πόσο πολλή νύχτα και πόσο πολύ σκοτάδι χρειαζόμαστε  κατά τη διάρκεια της μέρας!

 

Σχολιάστε ελεύθερα!