in Κυριαρχική

η επιθυμία αύξησης της Ισχύος και η δυτική φιλοσοφία

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Η επιθυμία αύξησης της Ισχύος είναι το εντονότερο, το κομβικό, το καθοριστικό χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού, είναι αυτό που μας βοηθάει όχι μόνο να ξαναδιαβάσουμε την Ιστορία του, όχι μόνο να κατανοήσουμε γιατί ο πολιτισμός αυτός επικράτησε παγκόσμια – μόνο στον πολιτισμό μας υπάρχει αυτή η επιθυμία – αλλά και να διατυπώσουμε κάποιες γενικές μεν αλλά ασφαλείς προγνώσεις για το μέλλον του. Πριν την παρουσιάσουμε, ας δούμε τι εννοούμε, τι εννοώ μάλλον, όταν λέω ‘δυτικός πολιτισμός’.

ΟΤΑΝ λέω δυτικός πολιτισμός εννοώ τα κοινά χαρακτηριστικά, τα κοινά στοιχεία τριών πολιτισμών που ο ένας διαδέχεται τον άλλον: του ελληνορωμαϊκού δουλοκτητικού, του ευρωπαϊκού φεουδαρχικού και του παγκόσμιου σήμερα καπιταλιστικού. Στους πολιτισμούς αυτούς επικρατεί και ενισχύεται η κυριαρχική σχέση μεταξύ μιας μειονότητας Κυρίων και μιας πλειονότητας Υποτελών Παραγωγών, το περιεχόμενο της οποίας είναι η αρπαγή και η καταστροφή από τους Κυρίους του παραγόμενου από τους Υποτελείς κοινωνικού πλούτου.

Ο δυτικός πολιτισμός ή δυτική Κυριαρχία προέρχεται από έναν πολιτισμό που, για πρώτη φορά στην Ιστορία, δεν μπορούσε να διαιωνιστεί παρά μόνον με την αρπαγή του ξένου κοινωνικού πλούτου και την εξόντωση των παραγωγών του – τον ποιμενικό πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. Η δυτική Κυριαρχία είναι ποιμενικής προέλευσης. Η διαμόρφωσή της ήταν μια διαδικασία που διήρκεσε πάνω από μία χιλιετία και εμφανίστηκε αρχικά με τη μορφή της δουλοκτητικής Κυριαρχίας, περί το 700-500 π. Χ. Από αυτήν προήλθε η φεουδαρχική και από την φεουδαρχική η καπιταλιστική. Η μορφή Κυριαρχίας αλλάζει, το περιεχόμενο μένει σταθερό: αλλάζει ο τρόπος αρπαγής . 

Η επιθυμία αύξησης της Ισχύος είναι επιθυμία των Κυρίων δουλοκτητών που κληρονόμησαν οι επόμενοι. Ως επιθυμία δεν μπορεί παρά να προέρχεται από κάποια αδυναμία, από κάποια έλλειψη. Γνωρίζουμε πολύ καλά ποια είναι αυτή: η αδυναμία εξασφάλισης της νίκης έναντι άλλων ανταγωνιστών Κυρίων, των αντιπάλων Υποτελών, της φύσης. Η επιθυμία αύξησης της Ισχύος εμφανίζεται με την επιθυμία αποτροπής, εξοβελισμού, οριστικής διαγραφής της ήττας, της απώλειας, του θανάτου. Ας δούμε κάπως διεξοδικότερα αυτές τις τρεις πτυχές της αδυναμίας.

ΟΤΑΝ οι Κύριοι είναι πολλοί, είναι πολλοί και οι διεκδικητές του κοινωνικού πλούτου. Οι Κύριοι μεταξύ τους ανταγωνίζονται ανηλεώς και ενώνονται μόνον όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος κατάλυσης της Κυριαρχίας. Ο νικητής Κύριος τα παίρνει όλα, ο ηττημένος τα χάνει όλα. Κάθε Κύριος θέλει να είναι πιο ισχυρός από τους άλλους, να ελέγχει περισσότερα εδάφη, περισσότερους Υποτελείς και άρα να κατέχει περισσότερο πλούτο. Ο ανταγωνισμός αυτός μεταξύ των Κυρίων συγκροτεί μια ιεραρχία ισχύος, όπου στην κορυφή βρίσκεται ο ισχυρότερος, στη βάση ο πιο αδύναμος, και στο ενδιάμεσο οι Υποτελείς Κύριοι: Υποτελής στον πιο πάνω, Κύριος για τον πιο κάτω.

ΤΗ νίκη μπορεί να την εξασφαλίσει μόνο εάν έχει ισχυρότερο όπλα, μεγαλύτερο στρατό. Μιας όμως και ο στρατός αποτελείται από Υποτελείς, μιας και τα όπλα τα κατασκευάζουν οι Υποτελείς, ο Κύριος αναγκάζεται να εξαρτάται από αυτούς  και αυτή η εξάρτηση τον ενοχλεί τα μάλα. Οι Υποτελείς παράγουν τον κοινωνικό πλούτο, χωρίς αυτούς δεν μπορεί να ζήσει, δεν μπορεί να υπάρξει Κυριαρχία. Η ενόχληση αυτή, η αδυναμία της εξάρτησης, παρήγαγαν τις επιθυμίες της απεξάρτησης από τους Υποτελείς: να πολεμά χωρίς αυτούς, να κατέχει τον κοινωνικό πλούτο χωρίς αυτούς.

ΤΟ κομβικό μέλημα του Κυρίου είναι να απαλλαγεί από αυτή την οχληρή εξάρτηση, να καταφέρει μια μέρα να πολεμά και να παράγει πλούτο χωρίς Υποτελείς, μόνο με μηχανές ή άλλα υποκατάστατα (γενετικά τροποποιημένοι παραγωγοί, cyborg). Η επιθυμία αυτή έχει ως αποτέλεσμα μια παραδοξότητα, που προέρχεται από τη φύση της κυριαρχικής σχέσης: χωρίς Υποτελείς δεν θα είναι Κύριος. Για να είναι Κύριος πρέπει να έχει Υποτελείς. Ζωντανούς Υποτελείς για να κάμπτει την βούλησή τους – χωρίς κάμψη της βούλησης του άλλου δεν μπορεί να υπάρξει κυριαρχική σχέση, Κυριαρχία.

ΑΣ δούμε τώρα την τρίτη πτυχή, τη σχέση του με τη φύση. Όταν ο Κύριος λέει φύση εννοεί τον θάνατο. Ο θάνατος είναι απόλυτη απώλεια του πλούτου και της ισχύος, άρα είναι ήττα, άρα ο θάνατος είναι εχθρός, θανάσιμος. Τους αδύναμους Κυρίους μπορεί να τους νικήσει, τους αδύναμους Υποτελείς μπορεί να τους νικήσει, τον θάνατο, τον Θάνατο πια, δεν μπορεί. Εάν μπορούσε κάποιος Κύριος να νικούσε τον Θάνατο, τότε θα μπορούσε να νικήσει οριστικά και αμετάκλητα και τους ανταγωνιστές Κυρίους και τους αντιπάλους Υποτελείς. Όταν διαμορφώθηκε η αντίληψη ότι ο θάνατος είναι ήττα, ότι ο θάνατος είναι ο βασικός αντίπαλος , τότε γεννήθηκε η επιθυμία της σωματικής αθανασίας.

Η ύπαρξη του Θανάτου παρώθησε τον Κύριο να θεωρήσει τη φύση ελαττωματική. Η φύση έχει ένα μεγάλο κουσούρι – τον θάνατο. Αυτό, φίλες και φίλοι, είναι το Είναι. Θα ήθελε να μην υπήρχε ο θάνατος – αυτό είναι το Δέον, το Επέκεινα, το Ιδεώδες, η Αφαίρεση. Πώς θα μπορέσουμε να φτάσουμε από το Είναι στο Ιδεώδες; Με τη σκέψη, με το Νοείν. Με το Νοείν μπορώ να φτάσω φαντασιακά και αφηρημένα στο Επέκεινα, να φανταστώ τον εαυτό μου αθάνατο. Εδώ το Νοείν και το Ιδεώδες ταυτίζονται. Μπορώ όμως να χρησιμοποιήσω το Νοείν ως μέσο για να οδηγηθώ στην πραγματοποίηση του Ιδεώδους. Όταν το Ιδεώδες γίνει Είναι, όταν θα γίνω σωματικά αθάνατος, τότε η φύση θα πάψει αν είναι ελαττωματική, κουσουριάρα.

Η επιθυμία της αύξησης της Ισχύος, φίλες και φίλοι, είναι μια πανταχού παρούσα επιθυμία. Είναι παντού αλλά δεν την βλέπουμε. Γιατί; Γιατί είναι κρυμμένη, της αρέσει να κρύβεται (ντρέπεται; φοβάται;), μεταλλάσσεται, τροποποιείται, μεταμφιέζεται. Θα την δούμε να κατακλύζει την μυθολογία και τη θρησκεία. Δεν είναι ο Θεός η κατάληξη, το όριο της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος; Αποικίζει τη δυτική φιλοσοφία – αφαιρέστε την επιθυμία αύξησης της Ισχύος από τη δυτική φιλοσοφία και δεν μένει τίποτα. Τι είναι η αέναη διαδικασία συσσώρευσης  του Κεφαλαίου; Δεν είναι εκπλήρωση της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος στο επίπεδο της αρπαγής του κοινωνικού πλούτου; Τι είναι η λεγόμενη ανάπτυξη; Δεν είναι έκφανση της εξεταζόμενης επιθυμίας; Δεν είναι η κατάκτηση του Διαστήματος έκφανση αυτής της επιθυμίας; Δεν είναι  η καπιταλιστική τεχνική και επιστήμη μέσα πραγματοποίησής της; Τι είναι ο κομμουνισμός του Επέκεινα; Δεν είναι μία ακόμα μορφή της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος;

ΕΝΑ πρωινό θα εξετάσουμε κάποιες λέξεις της Ιλιάδας που παρουσιάζουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Οι λέξεις αυτές σημαίνουν ταυτόχρονα και την επιθυμία και τη σκέψη! Ο ήρωας, ο ποιμένας πολεμιστής, δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ επιθυμίας και σκέψης, η διάκριση αυτή είναι μια μεταγενέστερη εξέλιξη. Η διάκριση οφείλεται στην επιθυμία πραγματοποίησης της επιθυμίας μέσω της σκέψης. Δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον ορθό λόγο αν δεν τον συνεξετάσουμε με την επιθυμία αύξησης της Ισχύος. Με τον ορθό λόγο, με τη σκέψη ως μέσον εκπλήρωσης της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος, απομακρυνόμαστε από το Ενδάδε, από το Εδώ, από το Τώρα και μεταφερόμαστε στο Επέκεινα, στο Τότε, στο Εκεί, στο Δέον, στο Ιδεώδες και η Ζωή χάνεται – είναι που είναι ελαττωματική! Η αντίδραση σε αυτή την απομάκρυνση από τη Ζωή ήταν δριμεία κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, όπως ήταν δριμεία και κατά την εποχή μας. Από τον Στίρνερ και τον Νίτσε μέχρι και τους υπαρξιστές, από τον Σόπενχάουερ  μέχρι τους μεταδομιστές, η πολλών μορφών γείωση στη Ζωή ήταν όψεις μιας πνευματικής επανάστασης στο πεδίο της δυτικής Φιλοσοφίας, της φιλοσοφίας που έστρεψε το βλέμμα στο Επέκεινα, στο Ιδεώδες, στο Δέον, στην εκπλήρωση της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος, της πραγματοποίησης της σωματικής αθανασίας του Κυρίου ημών.

Ο Μαρξ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τα δίκτυα της γοητείας της δυτικής φιλοσοφίας, της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος, όσο κι αν πολλές σκέψεις και παρατηρήσεις του είναι χρήσιμες και σήμερα. Η κριτική στη δυτική φιλοσοφία συνεχίζεται και θα συνεχιστεί, τώρα που η δυτική Κυριαρχία φτάνει σε αδιέξοδο – οι επιθυμίες του Κυρίου δεν γίνεται να εκπληρωθούν. Αλλά είναι τόσο μεγάλη η κοινωνική αδράνεια ώστε είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της επιθυμίας αύξησης της Ισχύος. Με την επιστροφή όμως από το Επέκεινα στο Ενδάδε, από το Ιδεώδες στη Ζωή θα μάθουμε πολλά, πάρα πολλά.

ΕΝΑ από αυτά θα είναι και ο ζωντανός, εμμενής κομμουνισμός.

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Θα μπορουσα να σχολιασω και ισως να διαφωνησω σε διαφορα σημεια του αρθρου.
    Αλλα το τελευταιο κομματι δε μου το επιτρεπει, αφου το μονο που θελω ειναι να σου ξαναπω οτι παραμενεις ο μονος μαρξιστης με τον οποιο μπορω να πω δυο κουβεντες παραπερα.
    Οσο κι αν σε εχει διαμορφωσει το μαρξιστικο μπολι, εχεις την οξυδερκεια να δεις την εννοιολογικη δομη που αναπαραγει και να αναγνωρισεις το βασιμο της αντιδρασης των στοχαστων που αναφερεις.
    Να σαι/στε καλα!

  2. Το βάσιμο της αντίδρασης, της εξέγερσης της ατομικότητας των στοχαστών αυτών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτοί κατάφεραν εν τέλει να μην αναπαράγουν την ίδια εννοιολογική δομή. Ίσως το έκαναν με άλλα μέσα. Η εμμονή τους με το αδηφάγο πάθος, τον εγωισμό, το θάνατο, την απελπισία, την ατομική ευθύνη και τη στράτευση, την επιστήμη, το σώμα κ.α. ίσως τους οδήγησε σε μια νέα αφαίρεση, ένα νέο φάντασμα. Η γείωση στη Ζωή χρειάζεται νομίζω (πνευματικά) αντίβαρα για να μην ξαναγίνει Δέον και Ιδεώδες απ’ την πίσω πόρτα.

  3. Αυτό είναι το πρόβλημα με τα συνοπτικά κείμενα, Πωλ, δεν μπορούμε να είμαστε σαφείς όσο θα θέλαμε, αναγκαστικά γενικεύουμε. Θα τα κουβεντιάσουμε αυτά όταν τα μπούτια αγριογούρουνου θα ψήνονται στο φούρνο, κατά τις δέκα Μάη. Πληροφορίες στον Υπουργό Pablo. Πιο νωρίς, δέκα Μάρτη φυτεύουμε το αμπέλι. Γιορτή μεγάλη.

  4. Το βασιμο της αντιδρασης στο μαρξισμό ούτε εξομοιώνει τους στοχαστες που την εξεφρασαν ούτε καθιστα αυτομάτως βάσιμους και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους. Κλασικό (για μενα) παραδειγμα ο Κορνήλιος.
    Δυστυχως δεν γίνεται να ζησεις χωρις αξιολογήσεις και δεοντα, χωρις προσανατολισμο δηλαδη. Η φραση «Η γείωση στη Ζωή ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ νομίζω (πνευματικά) αντίβαρα για να μην ξαναγίνει Δέον και Ιδεώδες» περιλαμβανει ήδη ενα δεον από την μπροστα ή την πισω πορτα. Και καλά κάνει.
    Το ζητημα είναι κατα πόσο ένα σύνολο σκέψεων έχει την τάση, τον διακηρυγμενο ή σιωπηρό σκοπό να προσφέρει ένα παντιτινό και συμπαγή μπούσουλα που δε θα επιτρεπει στη ζωή (ακόμα και το κεφαλαιο Ζ υπονοεί δεον και αφαιρεση) να αναπνέει, να εφευρίσκει δηλαδή την πέτρα που θα κουβαλήσει στην κορυφή γνωρίζοντας ότι θα την ξαναδει να κατρακυλάει.
    Δεν είναι τυχαιο ότι έχει δοθεί μάχη (και συνεχίζει μάλλον να δινεται) για κάποιον ορθοδοξο μαρξισμό, ενώ θα ήταν μάλλον γελοιο να μιλησεις για ορθοδοξο νιτσεϊσμό (ουτε καν για νιτσεϊσμό).
    Εν ολίγοις, in αγριογουρουνο veritas

  5. φίλε Παύλο,
    Δεν θα διαφωνήσω καθόλου -ίσα ίσα- ούτε με το «δεν γίνεται να ζησεις χωρις αξιολογήσεις και δεοντα, χωρις προσανατολισμο δηλαδη» ούτε μ’ αυτό: «Το ζητημα είναι κατα πόσο ένα σύνολο σκέψεων έχει την τάση, τον διακηρυγμενο ή σιωπηρό σκοπό να προσφέρει ένα παντιτινό και συμπαγή μπούσουλα που δε θα επιτρεπει στη ζωή (ακόμα και το κεφαλαιο Ζ υπονοεί δεον και αφαιρεση) να αναπνέει, να εφευρίσκει δηλαδή την πέτρα που θα κουβαλήσει στην κορυφή γνωρίζοντας ότι θα την ξαναδει να κατρακυλάει».
    Θα διαφωνήσω όμως με την εξομοίωση της ανάγκης (της χρείας) με το Δέον και μ΄εκείνο το «δυστυχώς».

    τσι βεντιάμο πρέστο

  6. Προφανεστατα, αυτο το «δυστυχως» δεν κυριολεκτει, ειναι μαλλον ειρωνικο καθως αξιολογει το ζητημα των αξιων, θα μπορουσε ανετα να είναι και ευτυχως (ασε που ειναι και πιο στυλατο ως αντιστιξη στο «καλα κανει» του τελους).

    Ως προς τη «χρεια», είναι ένας ωραιος (να, κι εδω ειρωνία) τρόπος να ονομαζεις διαφορετικά το Δεον. Χρησιμοποιείται συχνά στη μαρξιστική σκεψη μου φαίνεται. Όλο το παιχνίδι όμως δεν γίνεται για το ποιες είναι τελικά αυτές οι περιβόητες ανάγκες; Από οσο γνωριζω δεν ερχόμαστε στη ζωή με μάνουαλ αναγκών ούτε μας τις έχει δώσει γραμμενες σε πλακες ο καλός (κι εδω) θεούλης. Ακριβώς οι εκάστοτε αξιολογήσεις ως αναφορές σε κάποιο δεον (ευζωια, αξιοπρεπεια, δικαιοσυνη κ.λ.π.) είναι που συγκεκριμενοποιούν τις αναγκες. Αν όντως υπήρχαν καθαρες και αμεσα αντιληπτες δεν θα υπηρχε κανενα πολιτικο προβλημα κι αυτό που εσυ ονομάζεις αναγκη στην τοποθετησή σου θα ηταν αποδεκτο από όλους. Όμως ακριβως το αντιθετο συμβαινει. Η «Ζωη» ασφυκτια και καταπλακώνεται από Δεοντα και Ιδεωδη. Και οποιοσδήποτε μπορεί εύκολα και χωρίς αιτιολόγηση να σου πει ότι δε ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ κανένα αντίβαρο απέναντί τους.

    Στον καιρο!

  7. φίλε Παύλο,
    Πράγματι «δεν ερχόμαστε στη ζωή με μάνουαλ αναγκών ούτε μας τις έχει δώσει γραμμενες σε πλακες ο καλός θεούλης», και επίσης πράγματι «οι εκάστοτε αξιολογήσεις ως αναφορές σε κάποιο δεον (ευζωια, αξιοπρεπεια, δικαιοσυνη κ.λ.π.) είναι που συγκεκριμενοποιούν τις αναγκες». Όπως όμως λες κι εσύ ο ίδιος οι αξιολογήσεις (ως αναφορές σε κάποιο δέον) αυτό που κάνουν είναι να ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΠΟΙΟΥΝ τις ανάγκες. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες συγκροτούνται σε ένα έδαφος που ούτε πλήρως καθορισμένο είναι (από τη φύση ή από το θεό) ούτε εντελώς ενδεχομενικό και ζήτημα υποκειμενικών (ή ακόμα και διυποκειμενικών) αξιολογήσεων – αποφάσεων και μόνο. Οι ανάγκες είναι κάτι άλλο από τα δέοντα, δεν ταυτίζονται. Μάλλον διαμεσολαβούνται από αυτά και συγχρόνως τα διαμεσολαβούν, υπάρχει δηλ μια ενδιαμεσότητα μεταξύ αναγκών και δεόντων κι ένα πέρασμα από τις μεν στα δε και αντίστροφα. Αν ταυτίζονταν, δεν θα υπήρχε καν κοινωνία, διότι η ταύτισή τους είναι ολοκληρωτικός υποκειμενισμός (ή διυποκειμενισμός). Αν αυτό είναι μαρξισμός (που δεν το νομίζω, καθότι ο Μαρξ έλεγε ότι το κοινωνικό είναι καθορίζει μονομερώς τη συνείδηση), λίγο με ενδιαφέρει. Τα αντίβαρα εξάλλου δεν τίθενται απέναντι στα Δέοντα, αλλά απέναντι στην εντελή γείωση και την εμμένεια. Κι αυτό νομίζω απέχει κάπως απ το μαρξισμό.

  8. Κι όμως, αυτο το «ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΠΟΙΟΥΝ» σημαίνει ότι οι ανάγκες συγκροτούνται σε ένα έδαφος πλήρως καθορισμένο, εντελώς ενδεχομενικό και ζήτημα υποκειμενικών και διυποκειμενικών αξιολογήσεων – αποφάσεων.
    Κι όμως, κοινωνία δεν υπάρχει ως ον, καθόσον πρόκειται για υποστασιοποιημένη αφαίρεση, που φορτιζεται ερμηνευτικα.
    Κι όμως, τα αντίβαρα τίθενται ως δεοντα, απέναντι στην εντελή γείωση και την εμμένεια, ως δεον.
    Κι όμως, δε θεωρησα ποτε τις θεσεις σου μαρξιστικες.