τρέχω ιλιγγιωδώς: είμαι αθάνατος ή θέλω να γίνω αθάνατος;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΟΤΑΝ  βλέπω κάποιον νέον ή κάποια νέα να τρέχει με το αυτοκίνητο επειδή βγιάζεται, είναι γιατί βιάζεται, και από την κοινωνία και από τον ίδιο του τον εαυτό –  δηλαδή δεν είναι καλά, κατά πάσα πιθανότητα! Διότι μερικές φορές πρέπει να τρέξουμε –  να μεταφέρουμε ασθενή στο νοσοκομείο. Αλλά να τρέχουμε συνεχώς, κάτι δεν πάει καλά –  δεν είμαστε καλά, επαναλαμβάνω. Όταν τρέχει επειδή δεν βγιάζεται, δεν βιάζεται αλλά είναι πολύ καλά, θα έλεγα πάρα πολύ καλά, τρέχει για να απολαύσει την ηδονή της ταχύτητας:  στις τόσες ηδονές και απολαύσεις που νιώθει προστίθεται άλλη μία, αυτή της ταχύτητας. Μια φορά να τρέξεις, έτσι για να τρέξεις, για την πλάκα, έπεσες στα δίκτυα της γοητευτικής ταχύτητας και δεν βγαίνεις από εκεί παρά μόνο με δύο τρόπους:  ή με την συνειδητοποίηση της γοητείας της ταχύτητας, για την οποία θα γράψω σήμερα, ή με ατύχημα, το οποίο θα είναι ή θανατηγόρο ή αναπηροφόρο ή ελαφρωστραυματιοφόρο. Και επειδή η πρώτη είναι σπανιότατη, υπάρχει τελικά μόνο ένας τρόπος.

Continue reading

ποιος είναι ο Geisterfahrer (οδηγός φάντασμα) ;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΔΕΝ είμαι βέβαιος αλλά νομίζω ότι τον Geisterfahrer θα τον συναντήσουμε μόνο στη Γερμανία, και δη στη δυτική. Όταν ζούσα στη Γερμανία, φίλος Έλληνας, μουσικομπουζουκτσής που ζει στο Μόναχο, μου διηγήθηκε την εμπειρία του: Οδηγούσε βράδυ σε αυτοκινητόδρομο ( Autobahn), στη λωρίδα της μεγάλης ταχύτητας, στη λωρίδα του Κυρίου, θα εξηγήσω τι εννοώ,  όταν ακριβώς απέναντί  του, μακριά, είδε κάποια φώτα τα οποία ολοένα και πλησίαζαν. Κάποια στιγμή, έντρομος αντιλήφθηκε ότι τα φώτα αυτά είναι κάποιο αυτοκίνητο και μπήκε στη μεσαία λωρίδα, στη λωρίδα όπου οδηγούν οι μικρομεσαίοι –  κι αυτό θα το εξηγήσω. Μετά από λίγο, το αυτοκίνητοι πέρασε από κοντά του,  με ταχύτητα πολύ πάνω από 200 χιλιόμετρα την ώρα. Εάν δεν άλλαζε λωρίδα, δεν θα ζούσε τώρα.

ΑΥΤΟΣ ο οδηγός που κινείται σε αντίθετη πορεία και αναγκάζει τον οδηγό να παραμερίσει, εάν δεν θέλει να πεθάνει, λέγεται Geisterfahrer. Geister είναι το φάντασμα, Fahrer ο οδηγός. Υπάρχει άραγε πιθανότητα να παραμερίσει ο οδηγός φάντασμα;  Όχι, κατηγορηματικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν παραμέρισε κανένας με αποτέλεσμα και οι δύο, από την ταχεία μετακίνηση στον άπλετο οδικό χώρο να περιοριστούν είτε σε ένα λάκκο 2Χ1Χ1 μέτρα ή να γίνουν μισό κιλό στάχτη. Γιατί το κάνει αυτό ο Geisterfahrer;  Ποιος είναι ο σκοπός του;  Γιατί είναι τόσο αποφασισμένος να μην παραμερίσει, δήλα δη να υποχωρήσει;  Ποιες απαντήσεις θα διατύπωνε σε αυτά τα ερωτήματα ένας μαρξιστής;  

ΣΤΑ ερωτήματα αυτά, φίλες και φίλοι, δεν μπορούμε να δώσουμε μια απάντηση με εργαλείο τη μαρξιστική σκέψη. Δεν είναι ελλιπής, είναι ανεπαρκής, είναι παντελώς άχρηστη. Στα ερωτήματα αυτά μπορούμε να απαντήσουμε μόνο με εργαλείο τη θεωρία της Κυριαρχίας, η οποία προφανώς είναι αναρχικής προέλευσης. Σε μερικά ζητήματα η μαρξιστική σκέψη είναι απαραίτητη αλλά ελλιπής και πρέπει να εμπλουτιστεί. Λόγου χάριν, μελετώ την Ιλιάδα από μαρξιστικής έποψης αλλά δεν αρκεί· ένας συνδυασμός μαρξιστικής σκέψης και αφηγηματολογίας και θεωρίας της Κυριαρχίας παράγει πολλές και γόνιμες σκέψεις και γνώσεις. Στην περίπτωση ερμηνείας της συμπεριφοράς του Geisterfahrer η αναρχική θεωρία της Κυριαρχίας πρέπει να εμπλουτιστεί με τη σημειολογία·  και με τη γλωσσολογία (ιστορική), την ψυχανάλυση –  και τη θεολογία του αυτοκινήτου. 

Continue reading

καραμπόλα: η επιστροφή του μπιλιάρδου στο δρόμο

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα, bonjour!

Το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στον Λεωνίδα (τον Αθηναίο) – τι λες για τέλη Φλεβάρη; 

Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες παίζαμε βόλους (βώλους). Τα κορίτσια δεν έπαιζαν, τουλάχιστον στο χωριό μου. Φαίνεται πως οι βόλοι είναι αγορίστικο παιχνίδι – θα δούμε γιατί είναι αγορίστικο. Υπήρχαν δυο παραλλαγές του παιχνιδιού. Στη μία, κάθε παίχτης έρριχνε  ἐναν μικρό βόλο, μια γιάλινη ή σιδερένια (από ρουλεμάν) μπίλια [< γαλλικό bille (la)] από κάποια απόσταση (3-4 μέτρα, πάνω κάτω) σε μια μικρή λακουβίτσα. Άρχιζε να παίζει πρώτος όποιος  έβαζε τη  μπίλια μέσα στην οπή ή όποιος πλησίαζε πιο κοντά.  Αυτός που άρχιζε πρώτος ήταν ο κύριος της τρύπας, της περιοχής: προσπαθούσε να χτυπήσει τις άλλες μπίλιες με τη δική του· εάν χτυπούσε μια μπίλια, ο κάτοχός της έβγαινε από το παιχνίδι·  εάν αποτύγχανε, συνέχιζε αυτός που ήταν πιο κοντά στη τρύπα. Νικητής, χωροδεσπότης δηλαδή,  αναδεικνύονταν αυτός που είχε χτυπήσει όλες τις άλλες, τους είχε δηλαδή διώξει όλους. Στη δεύτερη παραλλαγή, εάν πετύχαινες τη μπίλια του αντιπάλου, δεν τον έδιωχνες απλά από το παιχνίδι, τού έπαιρνες και τη μπίλια του! Μπορούσες μάλιστα, εάν έπαιζες πρώτος,  με μια βολή να χτυπήσεις και να πάρεις δυο και τρεις και τέσσερις μπίλιες, λόγω συνωστισμού!

    Δεν δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε ότι οι βόλοι είναι ένα πολεμικό παιχνίδι, μια (από τις πολλές) αναπαράσταση του πολέμου: να γιατί δεν έπαιζαν τα κορίτσια, να γιατί δεν υπήρχε παιχνίδι που να μην καταλήξει σε τσακωμό και βρισίδια και μπουνίδια.  Βόλους όμως παίζουν και οι ενήλικες με πολύ μεγαλύτερες μπίλιες. Παιζόταν στη μεσαιωνική Γαλλία, παίζεται ακόμα και σήμερα σε χωριά της Γαλλίας, κάποτε όμως έγινε επιτραπέζιο και ονομάστηκε billard (< bille),  > billiards, αγγλιστί· μπιλιάρδο, ελληνιστί. Το γαλλικό μπιλιάρδο παίζεται με τρείς μπίλιες, εκ των οποίων η μία είναι κόκκινη (ή μαύρη;) και λέγεται carambole. Δεν είμαι βέβαιος για την προέλευση της λέξης· εάν η ερμηνεία μου δεν ανήκει στη σφαίρα της παρετυμολογίας, τότε αυτό το cara- μου θυμίζει το τουρκικό kara που σημαίνει μαύρο: carambole, μαύρη σφαίρα, μπίλια; (Παρετυμολογία είναι να ισχυρίζεσαι ότι η λέξη παπάρι προέρχεται από κάποιον παπά που τον λέγανε Άρη και ήταν μεγάλο αρχίδι).

    Καραμπόλα (γαλλιστί carambolage) είναι ένα πετυχημένο χτύπημα στο (γαλλικό) μπιλιάρδο: με τη μπίλια σου χτυπάς τις άλλες δύο, τη μία μετά την άλλη.  (Το σερί μου ως κοπανατζής  και μπορδελοτσαρκάκιας και βυζογλείφτης μαθητής της Ε’  Γυμνασίου (Β’ Λυκείου, 1974-5) ήταν 14, μα τη Παναγία, έπαιζα καλό μπιλιάρδο -με τον Τζό [ο καλύτερος στη μπάλα],  τον Σπύρο [ο καλύτερος στο μπιλιάρδο],  και τον Αντώνη [ο πρώτος που γάμησε από τη παρέα], στην υπόγα του Μπινιάρη, στα Βριλήσσια). Καραμπόλα όμως λέμε και τις αλλεπάλληλες, αλυσιδωτές συγκρούσεις αυτοκινήτων στο δρόμο. Γιατί αυτό το φαινόμενο το ονομάσαμε καραμπόλα; Ποιος την αποκάλεσε με αυτό το όνομα, πότε;

Continue reading

μεταφυσική της ταχύτητας: το κατοστάρι ανδρών και ο χρόνος μηδέν

φίλες και φίλοι, καλημέρα σας

    Έχω την εντύπωση ότι το αγώνισμα του δρόμου (δρόμος σημαίνει ‘τρέξιμο’ ) των 100 μέτρων ανδρών είναι το πιο δημοφιλές αγώνισμα των Ολυμπιακών Αγώνων of modern era, όπως τους χαρακτήρισε η ουρανοκατέβατη βασίλισσα Ελισάβετ – την πτώση αυτήν από τον ουρανό θα τη σχολιάσουμε αύριο. Γιατί άραγε; Γιατί να μην είναι το άλμα σε μήκος, ο ακοντισμός ή η κολύμβηση; Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας. Επί 13 Ολυμπιάδες, ο δρόμος (ή στάδιον) ήταν το μοναδικό αγώνισμα· μοναδικό αγώνισμα  ήταν και στις 28 Ολυμπιάδες που έγιναν πριν την πρώτη επίσημη, το 776 π. Χ. Το σημερινό σημείωμα θα είναι μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Το παγκόσμιο ρεκόρ στα 100 μέτρα ανδρών είναι 9 δευτερόλεπτα και 58 εκατοστά του δευτερολέπτου και το κατέχει ο Γιουσέιν Μπολτ (Usain Bolt). Ήταν 9.72, το έκανε 9.69 και μετά 9.58: 11 εκατοστά του δευτερολέπτου πιο γρήγορα από το προηγούμενο. Ξέρετε τι είναι 11 εκατοστά του δευτερολέπτου; Είναι η αποθέωση της δυτικής μαλακίας, με συγχωρείτε, της δυτικής προόδου ήθελα να πω. Θα αφήσω στην άκρη προς το παρόν το ζήτημα (του τέλους) της αθλητικής προόδου, θα ασχοληθούμε μια από τις προσεχείς ημέρες, θα αφήσω στην άκρη και το ζήτημα της αδυναμίας αντίληψης του χρόνου των 11 ή του ενός εκατοστού του δευτερολέπτου. Οι  χρόνοι αυτοί είναι ξένοι προς τη βιολογική-κοινωνική φύση του ανθρώπου, δεν μπορούμε να τον μετρήσουμε με την εμπειρία αλλά μόνο με μια μηχανή, πρόγονος της οποίας είναι το μεσαιωνικό ρολόι, από το οποίο προέρχονται σχεδόν όλες οι μηχανές – και από τα πυροβόλα όπλα οι άλλες, όπως ο κινητήρας.  

Θα ήθελα να θέσω το εξής ερώτημα: θα χαρούμε, θα χαρεί η ανθρωπότητα όλη εάν το 9.58 γίνει 9.57; Α βέβαια, θα χαρούμε χαρά μεγάλη! Γιατί; Γιατί έτρεξε πιο γρήγορα; Όχι! Θα χαρούμε διότι το 9.57 είναι πιο κοντά στο 0 (μηδέν) από ό,τι το 9.58. Ο σκοπός μας είναι η επίτευξη του χρόνου μηδέν. Δεν είναι ένας συνειδητός σκοπός, όχι, κατά κανένα τρόπο, είναι λανθάνων, υπαινισσόμενος, υπόρρητος.  Τι είναι όμως ο χρόνος μηδέν; Είναι, φίλες και φίλοι, η (αθλητική) συνόψιση της δυτικής μεταφυσικής, του corpus επιθυμιών του δυτικού Κυρίου. 

Continue reading

η γοητεία της ταχύτητας

Κάθε φορά που βλέπουμε ένα ασθενοφόρο ή ένα όχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να τρέχει, μπορούμε να υποθέσουμε γιατί, από που και προς τα που τρέχει. Όλες και όλοι, συμβαίνει συχνά, αναγκαζόμαστε να πατήσουμε πιο πολύ το γκάζι για να φτάσουμε κάπου: να μη χάσουμε το πλοίο,  να μη χάσουμε το ραντεβού μας, να μην αργήσουμε στη δουλειά, να πάμε το παιδί στο γιατρό. . . Μερικές φορές, μετά από τσακωμό με οικείο πρόσωπο, τρέχουμε για να φύγουμε, να απομακρυνθούμε από μια όχι και τόσο ευχάριστη κατάσταση.

Τρέχουμε για να πάμε κάπου, τρέχουμε για να φύγουμε από κάπου: από το σημείο Α πάμε στο σημείο Β. Πάντα; Όχι! Μερικές φορές τρέχουμε χωρίς να θέλουμε να φύγουμε από κάπου (ή) για να πάμε κάπου. Τρέχουμε μόνο και μόνο για να απολαύσουμε την ταχύτητα. Και όσο πιο πολύ τρέχουμε, τόσο πιο πολύ η ταχύτητα μας γοητεύει. Είναι αλήθεια ότι πιο πολύ γοητεύει τους νέους, ανεξαρτήτως φύλου. Όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο λίγο μας αρέσει να τρέχουμε. Γιατί όμως η ταχύτητα γοητεύει τους νέους; Το γνωρίζουμε; Όχι! Γνωρίζουμε όμως, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ότι οι νέοι και οι νέες συνήθως χάνουν τη ζωή τους στο δρόμο ή ακρωτηριάζονται για όλη τους τη ζωή. Μήπως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στη γοητεία της ταχύτητας και στην ηλικία των θυμάτων των οδικών συγκρούσεων;

Continue reading

και τρέεεεχουμε. . .

φίλες και φίλοι, γεια σας και χαρά σας

Γιατί μας αρέσει να τρέχουμε με το αυτοκίνητο μόνο και μόνο για να απολαύσουμε την ταχύτητα; Γιατί μας τραβάει τόσο πολύ η ταχύτητα; Εάν φεύγουμε από την πεζή πραγματικότητα, προς ποια πραγματικότητα οδεύουμε, αν δεν είμαστε ήδη – με 240 στο κοντέρ – σε μια νέα; Ποια είναι αυτή η νέα πραγματικότητα; Γιατί, ενώ γνωρίζουμε ότι ένας από τους λόγους που χάνουμε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και σκοτωνόμαστε-σκοτώνουμε-ακρωτηριαζόμαστε-ακρωτηριάζουμε-τραυματιζόμαστε- τραυματίζουμε, ελαφρά ή βαριά, συνεχίζουμε να τρέεεεχουμε, όπως μας πρότεινε, αν τη θυμάστε,  και η διαφήμιση της Αττικής Οδού; Γιατί οι γέροι οδηγούν αργά; Όποιος/α θέλει να αυτοκτονήσει, οδηγεί αργά ή γρήγορα; Όποιος/α θέλει να πεθάνει (αλλά δεν το γνωρίζει), οδηγεί αργά ή γρήγορα; Όποιος/α θέλει να απομακρυνθεί από τον θάνατο (αλλά δεν το γνωρίζει), οδηγεί αργά ή γρήγορα;

Τα ερωτήματα αυτά (και πολλά άλλα, όπως θα δούμε) δεν έχουν διατυπωθεί και δεν έχουν απαντηθεί, παρόλο που μας αφορούν άμεσα και σχετίζονται με την ίδια μας τη ζωή. Να λοιπόν που προβάλλει άλλο ένα ερώτημα: γιατί αυτά τα ζωτικής σημασίας ερωτήματα δεν διατυπώνονται και δεν απαντώνται; Στον προκείμενο κύκλο διαλέξεων θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα· προς το παρόν θα φέρουμε στο προσκήνιο τα βασικά θέματα των διαλέξεων που θα ακολουθήσουν για να επισημάνουμε τα κομβικά σημεία του ερευνητικού μας αντικειμένου.

Όταν μεταφέρω έναν ασθενή από το σπίτι του στο νοσοκομείο, τρέχοντας όσο πιο πολύ μπορώ, φεύγω από το σπίτι για να πάω στο νοσοκομείο. Τρέχω για κάποιο λόγο. Ό οδηγός της Φόρμουλα 1 τρέχει από το σημείο της εκκίνησης προς το σημείο τερματισμού: κι αυτός τρέχει για πιο λόγο. Αλλά όταν τρέχουμε για να τρέξουμε, όταν τρέχουμε χωρίς λόγο (έτσι νομίζουμε. . .), από που φεύγουμε και προς τα που πάμε; Ας αφήσουμε αυτό το ερώτημα αναπάντητο στην άκρη κι ας θέσουμε άλλο ένα: γιατί όσο περνάνε τα χρόνια, τρέχουμε, με το αυτοκίνητο εννοώ, όλο και πιο λίγο; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε. Η ερώτηση ετέθη μόνο και μόνο για να περιορίσουμε την ασάφεια του ρήματος «τρέχουμε». Δεν τρέχουμε, για να απολαύσουμε την ταχύτητα (να ένας λόγος!), όλοι και όλες αδιακρίτως. Ποιοι τρέχουν; Τρέχουν οι νέοι κι αυτοί που έχουν σκοτούρες. Οι νέοι δεν έχουν σκοτούρες; Έχουν, αλλά πολύ συχνά νιώθουν θεοί, αθάνατοι, νομίζουν ότι δεν θα πεθάνουν, ότι δεν κινδυνεύουν από τίποτα και από κανέναν. Όσο πιο κοντά βρίσκεσαι στο θάνατο, τόσο πιο αργά οδηγείς. Όσο πιο μακριά νομίζεις ότι βρίσκεσαι, τόσο πιο πολύ τρέχεις. Οι γέροι φοβούνται, οι νέοι όχι: γιατί;

Η ταχύτητα ξυπνάει την επιθυμία του θανάτου. Θα έλεγα ότι ο θάνατος είναι η απόλυτη ταχύτητα, ο χρόνος μηδέν. Με την ταχύτητα, απομακρυνόμαστε από τον θάνατο και οδεύουμε προς αυτόν. Στη διάλεξη για την Φόρμουλα 1, η οποία θα είναι και η πρώτη, θα δείξουμε ότι ο οδηγός απομακρύνεται από τον θάνατο και προσπαθεί να τον αποφύγει πλησιάζοντας όσο γίνεται πιο κοντά, αναπτύσσοντας την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα. Και λέω όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διότι υπάρχει ένα όριο, το όριο του θανάτου. Το όριο αυτό δεν ξεπερνιέται: αν ο οδηγός δεν υποχωρήσει, θα πεθάνει. Η μόνη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον οδηγό της Φόρμουλα 1 και του νεαρού/ης οδηγού που τρέχει για να πλησιάσει το θάνατο αποφεύγοντάς τον είναι ότι ο πρώτος έχει επίγνωση του τι κάνει, παίζει με το θάνατο επαγγελματικά και γι αυτό αμείβεται με τεράστια ποσά.

Continue reading