τραγούδησε, θεά (άειδε, θεά· Ιλιάδος Α 1): ανατομία ενός μεταφραστικού εγκλήματος

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΣΗΜΕΡΑ θα ασχοληθούμε με την εξέταση της μετάφρασης του πρώτου στίχου της ραψωδίας Α της Ιλιάδας. Να ποιος είναι αυτός ο στίχος

Μηνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλληος

Από τις πέντε αυτές λέξεις μπορούμε να μεταφράσουμε πολύ εύκολα τις τρεις. Μηνιν, αιτιατική:  η οργή, ο θυμός, η τσαντίλα· η λέξη επιβιώνει στην θεομηνία, την οργή του θεού. Πηληϊάδεω, γενική, πατρωνυμικό (-ιάδης): του γιού του Πηλέα. Αχιλληος, γενική: ο Αχιλλεύς, ο Αχιλλέας. Τις άλλες δύο λέξεις δεν μπορούμε να τις μεταφράσουμε τόσο εύκολα, θα χρειαστεί πολλή προσπάθεια και λίγη τόλμη –  ούτε τη λέξη άειδε, ούτε τη λέξη θεά. Μα γιατί, Αθανάσιε;  Η λέξη θεά είναι γνωστή, επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας! Η θεά είναι η θεά, δεν είναι αυτονόητο; Που τη βλέπεις  τη δυσκολία; Και το αείδω δεν είναι η προγενέστερη μορφή του ρήματος άδω, που σημαίνει τραγουδάω; Άρα και το αείδω τραγουδάω σημαίνει, δεν είναι αυτονόητο;

ΔΕΝ είναι καθόλου έτσι, φίλες και φίλοι. Εάν μεταφράσουμε με βάση τα αυτονόητα, εάν κάνουμε μια πιστή, μια επί λέξει φιλολογική μετάφραση, θα προκύψει ένας στίχος που δεν θα τον καταλάβουμε. Ας την επιχειρήσουμε:

Την οργή τραγούδα, θεά, του γιου του Πηλέα, του Αχιλλέα

ΤΙ καταλαβαίνετε; Ποιος τα λέει αυτά; Ο αοιδός. Ποιος θα μας αφηγηθεί την οργή του Αχιλλέα; Ο αοιδός ή η θεά; Μα ασφαλώς ο αοιδός, όχι η θεά! Ο αοιδός έχει πάρει τη λύρα, έχει καθίσει σε μια καρέκλα κι εμείς τον ακούμε –  αυτόν θα ακούσουμε για μερικές ώρες. Ανοίγει το στόμα του ο αοιδός μας και αρχίζει με μια διαταγή: διατάζει τη θεά να τραγουδήσει την οργή του Αχιλλέα! Γιατί τη διατάζει, ο ίδιος δεν θα το κάνει; Υπάρχει περίπτωση η θεά να τραγουδήσει την οργή του Αχιλλέα; Τι περιμένει ο αοιδός; Να υπακούσει στην διαταγή του αοιδού και να εμφανιστεί ως καλή υπηρέτρια του υπηρέτη αοιδού και να αρχίσει να τραγουδάει την οργή του Αχιλλέα; Και ποια είναι αυτή η θεά;

Continue reading

μετάφραση, παγκόσμια λογοτεχνία, παγκόσμια πνευματική (κοινωνική) επανάσταση

Την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, αργά το βράδυ, σχεδόν after, στα Εξάρχεια, στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, θα διαβάσω τη μετάφραση της ραψωδίας Α της Ιλιάδας, μετάφραση στη γλώσσα του υποκόσμου, της νύχτας, των νονών, των κλεφτρονιών, των χασικλήδων, στη γλώσσα τη λαϊκή. Όσοι και όσες θέλετε να δοκιμάσετε την διανοητική σας τόλμη, όσοι και όσες θέλετε να συγκρουστούμε με ευγένεια και ελευθερία σκέψης, να φύγουμε χαράματα για πατσά, ελάτε, να ζήσουμε μαζί μερικές ώρες.

Τσαντιλιάδας Β΄(απόσπασμα)

Το καράβι από τη Λέσβο, μετά από μια βδομάδα, έφερε τρία κατσίκια, κατσικάκια ήταν, κακά τα ψέματα, και μισό τσουβάλι κριθάρι. Το καράβι από τη Χίο με δυο προβατίνες και ένα τσουβάλι, με φακές όταν το φόρτωναν, με ξερή μαστίχα όταν το άνοιξαν. Ο Κάλχας κούνησε το κεφάλι του. Το κούνησε κι ο Αγαμέμνονας. Πενήντα νοματαίοι, μια βδομάδα, τρία κατσικάκια, μισό τσουβάλι κριθάρι. Το βασικό αξίωμα του ηρωισμού στα πόδια του, κουρέλια. Συντρίμμια. Ερείπια. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή από το να κάνεις μια μακράς διάρκειας επιδρομή και να γυρίζεις με άδεια χέρια. Δεν   υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από μια αιφνίδια επιδρομή που αποφέρει πλουσιότατη λεία. Investment: πολιορκία και επένδυση. Το πλιάτσικο είναι επένδυση, η πολιορκία είναι επένδυση, η επένδυση είναι πολιορκία, η επένδυση είναι πλιάτσικο, investment means investment, το δόρυ είναι μέσον αρπαγής, το χρήμα είναι μέσον αρπαγής, το δόρυ είναι χρήμα, οι έξι οβολοί ήταν, παραμένουν, στο Νομισματικό Μουσείο,   αιχμηρά βλήματα, το χρήμα είναι οξύ, αιχμηρό, οξύνου, οξυδερκές, διεισδυτικό, διαπεραστικό, το χρήμα είναι δόρυ, το χρήμα είναι πυρηνικά όπλα. Δε θ’ αργήσει ο ήρωας, η βία και η απάτη σε σώμα ένα, δεν θ’ αργήσει να αντικαταστήσει το δόρυ με το χρήμα, τη βία με την απάτη, το δόρυ με το χρήμα. Στη Τσαντιλιάδα θα διαβάσετε πως έγινε αυτό. Ο Κάλχας κούνησε το κεφάλι του. Πολύ χαμηλή αρπακτική παραγωγικότητα, μουρμούρισε. Ο Αγαμέμνονας

Continue reading

Tσαντιλιάδας Α (1)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

σήμερα έχω γενέθλια και γιορτή, κλείνω τα 53 – εάν γεννιόμουνα κορίτσι θα με λέγανε Τριανταφυλλιά, οπότε, το πλήρες όνομά μου  είναι

Αθανάσιος Τριανταφυλλιά Δρατζίδης

και δεν θα ενοχληθώ καθόλου, ίσα ίσα θα χαρώ πολύ,  εάν με φωνάζετε και Τριανταφυλλιά.

Για τη παρέα που κάναμε όλο αυτό το χρόνο, σας χαρίζω τις πρώτες σελίδες από ένα κείμενο στο οποίο έχω δώσει τον τίτλο Τσαντιλιάδα (24 ραψωδίες). Υιοθετώντας τη ρήση του Κάντ ότι η Γαλλική Επανάσταση είναι μεγάλο γεγονός διότι μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε, θεωρώ ότι τα γεγονότα του 20ου αιώνα και των πρώτων ετών του 21ου μας αναγκάζουν να ξανασκεφτούμε τη γένεση, την ιστορία, το παρόν και το μέλλον του  δυτικού πολιτισμού. Αυτό επιχειρώ να κάνω με την Τσαντιλιάδα.

Τσαντιλιάδα

ραψωδία Α

Να σι φαν τα σκλιά να σι φαν, άκουσε μέσα του τη χλευαστική φωνή του αδερφού του ο Χρύσης και τον είδε, λες κι ήταν εδώ, μπροστά,  να τον κυνηγάει με ένα σκουπόξυλο στη αυλή του σπιτιού τους κι αυτός να ανεβαίνει στη ροδακινιά, γελώντας, από όπου κατέβαινε συνήθως μια γάτα με ένα πουλί στο στόμα, καθώς είδε ένα σκυλί να τραβάει με το στόμα τα έντερα από τη κοιλιά ενός νεκρού, ενός νεκρού ξαπλωμένου ανάσκελα καμιά εικοσαριά βήματα από την ακρογιαλιά, ενός νεκρού που δεν ήταν Τρώας αλλά ήταν παλικαράκι, κι άλλο ένα να προσπαθεί να αποσπάσει ένα κομμάτι σάρκας από το λαιμό. Ένα άλλο, λίγο πιο πέρα, έτρωγε το συκώτι, συκώτι πρέπει να ήταν. Ένας γύπας κάθονταν στη κορυφή μιας νεκρής, καμένης, κεραυνόπληκτης βελανιδιάς, κάθονταν σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν ήταν θεός, ή θεά, ένας γύπας ήταν. Ένας γύπας που σκέφτονταν εάν τον έπαιρνε να τη πέσει στα σκυλιά, ένας γύπας που έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα, «ποιος είναι πιο ισχυρός, εγώ ή τα σκυλιά;» και η αδυναμία του να απαντήσει ήταν η απάντηση.
Τα σκυλιά τον είδαν αλλά ήταν μπουκωμένα και δεν γάβγισαν.  Δεν ήταν άγρια σκυλιά, ήταν σκυλιά των ηρώων, ήταν τσοπανόσκυλα, πιο άγρια από τα άγρια, μοβόρικα και θρασύδειλα, ζούσαν με πτώματα, σκυλιά που τον είχαν τρομάξει όταν ήταν πιτσιρικάς, σκλιά που τα είχε φοβηθεί, σκλιά που τον έκαναν να τα κάνει πάνω του και να πάει στη μάνα του χεσμένος, δεν πειράζει, Χρύση, δε πειράζει, θα σε πλύνω, αγόρι μου, δε πειράζει, έτσι ήρθαν τα πράματα, κάθε εμπόδιο για καλό, σκλιά που τον δάγκωσαν στο δεξί του κωλομέρι, δεν τα είχε κλείσει τα οχτώ, πήγαινε στη Τρίτη, σκλιά με δόντια σουβλερά, τα ένιωσε καθώς μπήγονταν στα σάρκα του, σκλιά που δε θα τα ξεχάσει, ούτε αυτά ούτε τα αφεντικά τους, σκλιά ψοφοδεή και θρασύδειλα, αρκεί να ορμούσες πάνω τους τρέχοντας, ουρλιάζοντας, με ανοιχτά τα χέρια, σκλιά ηρωικά, σκλιά που νόμιζαν ότι θα τα πιάσεις, έβαζαν την ουρά στα σκέλια τους, έκαναν μεταβολή και την έκαναν, ολόιδια τα αφεντικά τους που λένε στα πρόβατά τους να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη. Τον είδαν, τον γνώρισαν, κάνα δυο από αυτά είχαν δοκιμάσει στη πλάτη τους τι θα πει να τρως μαγκουριά, και μάλιστα από κρανιά, από τα χέρια του Χρύση, του σοφού Χρύση, κι έκαναν πως δεν τον ξέρουν. Όπως και τ΄ αφεντικά τους.
Ξύπνησε πριν η Αυγή αφήσει την αγκαλιά του Τιθωνού για να φέρει το φως στους θνητούς και τους θεούς, στους εργάτες και τους τραπεζίτες, όπως

Continue reading

Τσαντιλιάδας Α

Την τσαντίλα του Αχιλλέα, αφέντες  μου, όπως θέλετε εσείς, θ’ αφηγηθώ.

Την καριόλα! Αυτή έκανε τους Αχαιούς ένα μάτσο χάλια,

αυτή ξαπόστειλε στον Κάτω Κόσμο παλληκάρια πολλά

που δε μασάγανε και τα κορμιά τους τα φάγαν τα σκυλιά

5 και τα κοράκια· αυτό που ήθελε το πέτυχε ο αφέντης μας, ο Δίας.

Όλα θα τα πω, από την ώρα που ήρθαν στα χέρια και αρπαχτήκαν

ο γιος του Ατρέα, ο αρχινταβάς, και το τσαμπούκι ο Αχιλλεύς.

Ποιος από τους θεούς αρχίνισε πρώτος τη φαγωμάρα;

Ο Απόλλωνας! Αυτός τσαντίστηκε πολύ με τον αρχηγό μας,

10 άσχημα μας στρίμωξε, πήγε να μας λιανίσει

γιατί τον Χρύση πρόσβαλε, το κολλητό τσιράκι.

Ο Χρύσης λοιπόν ένα πρωί φτάνει στο λημέρι

χρυσάφι φέρνοντας πολύ τη κόρη του να πάρει,

βαστώντας μες τα χέρια του σημάδια του ικέτη·

15 χρυσό μπαστούνι κράταγε, όλους παρακαλούσε,

μα πιο πολύ τους αρχηγούς, τα τέκνα του Ατρέα:

«Αφεντικά των Αχαιών κι όλοι εσείς με τις γερές αρβύλες,

μακάρι οι θεοί που μένουνε στο πιο ψηλό το κάστρο

να δώσουνε να κάνετε λαμπόγυαλα τη πόλη του Πριάμου·

20 τη κόρη μου τη Χρύσα δώστε μου κι εκείνον σεβαστείτε

γιατί έχει όπλα ανώτερα και πάντα πετυχαίνει.»

Όλοι σχεδόν οι Αχαιοί συμφώνησαν και είπαν

να σεβαστούν τον γέροντα, να πάρουν το χρυσάφι·

όμως αυτό δεν άρεσε πολύ σ’ αυτόν π’ αποφασίζει·

25 άσχημα του την έπεσε, βαριά τον κατσαδιάζει:

«Κοπάνα την, παλιόγερε, χάσου από μπροστά μου,

μη σε πετύχω πουθενά τριγύρω απ’ τα καράβια·

τα μπιχλιμπίδια που κρατάς στ’ αρχίδια μου τα γράφω·

δε σου τη δίνω τη κόρη σου, σπίτι μου θα γεράσει,

30 απ’ το χωριό της μακριά, πέρα εκεί στο Άργος,

πότε μπροστά στον αργαλειό και ποτέ στο κρεβάτι.

Κοπάνα την, παλιόγερε, και μη μου σπας τ’ αρχίδια.»

Continue reading