in Πανταχού Απουσία

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Διαβάζω αυτές τις μέρες ένα βιβλίο που περίμενα πάνω από είκοσι χρόνια να μεταφραστεί και νιώθω τέτοια ευχαρίστηση και ηδονή  λες και μου ξύνουν την πλάτη. Πρόκειται για τις Ιστορίες του Καντέρμπερι [The Canterbury Tales]  του Τζέφρι Τσόσερ [Geoffrey Chauser] εκδ. Μελάνι, μετ. Δημοσθένης Κορδοπατής. Ο Τσόσερ γεννήθηκε το 1340 και πέθανε το 1400.  Είμαστε λοιπόν στη μεσαιωνική Αγγλία, η γλώσσα είναι τα μεσαιωνικά Αγγλικά, τα οποία προήλθαν από τα αρχαία Αγγλικά, μια από τις πολλές γερμανικές διαλέκτους. Δυο αιώνες μετά, διαμορφώθηκαν τα σύγχρονα Αγγλικά (Σέξπυρ). Ο Τσόσερ ήταν μανιώδης (μανιακός) αναγνώστης, μου αρέσει να διαβάζω συγγραφείς που δεν άφηναν τα βιβλία από τα χέρια τους:  Πλάτων, Πετράρχης (πέθανε την  ώρα που διάβαζε), Μαρξ, Νίτσε, Φρόιντ, Τζόις κι άλλοι πολλοί. Ο Τσόσερ διέθετε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικές βιβλιοθήκες της εποχής του:  60 (εξήντα) βιβλία!  Εάν θέλετε να σχηματίσετε μια πλήρη εικόνα της αγγλικής κοινωνίας του 1380, το βιβλίο αυτό θα σας την προσφέρει με χαρά και ηδονή. 

   Μια ομάδα προσκυνητών, άνδρες και γυναίκες,  ταξιδεύουν από το Λονδίνο για να πάνε στο Καντέρμπερι, 98 χιλιόμετρα απόσταση, πέντε μέρες ταξίδι, πάνω σε άλογα. Για να θεραπεύσουν την πλήξη και την ανία του ταξιδιού κάθε οδοιπόρος προσκυνητής αφηγείται μια ιστορία. Από τις 23 Ιστορίες του Καντέρμπερι ξεχωρίζουν, ξεχωρίζω δύο:  η Ιστορία της Κυρίας από το Μπαθ, μια διαολεμένα καβλιάρικη κατάφαση της Ζωής συγκλονιστική – θα ασχοληθούμε με αυτήν ένα πρωινό –  και η Ιστορία του Μάγειρα. Δεν είναι αριστούργημα, είναι αρρωστούργημα. Είναι τόσο αρρωστούργημα που ο Τσόσερ δεν άντεξε να την γράψει, να την τελειώσει!  Έγραψε την αρχή της Ιστορίας, δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος της σημαντικότητάς της και της σπουδαιότητάς της και τη σταμάτησε. Η αυτολογοκρισία είναι προφανέστατη. Μια τόση δριμεία πολεμική κατά του αναδυόμενου καπιταλιστικού πνεύματος μας αφήνει άναυδους. Τον καταλαβαίνω τον Τσόσερ. Αντιλαμβάνεται τι επρόκειτο να αφήσουν πίσω τους και τρομάζει, παραλύει, δεν μπορεί να γράψει. Σιωπή που να έχει να μας πει τόσα πολλά νομίζω πως δεν υπάρχει παρόμοια στην Παγκόσμια Γραμματεία.

    Το κείμενο δεν είναι πάνω από δύο σελίδες!   Αυτές οι δύο σελίδες μας λένε τόσο πολλά που αρκούν, δεν χρειαζόμαστε περισσότερες. Μου πέρασε  μάλιστα από το μυαλό πως ο Τσόσερ δεν αυτολογοκρίθηκε αλλά συνειδητά δεν συνέχισε.  Δεν έχω τίποτα άλλο να πω, τώρα. Γιατί αύριο, μεθαύριο, θα πω πάρα πολλά, όταν θα γράψω γι΄ άλλη μια φορά για την Πανταχού Απουσία, για το ισχυρότερο μέσο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου από τους Υποτελείς, για το  Γλέντι κατά τη διάρκεια απεργίας χωρίς αιτήματα. Το μόνο που μπορώ να κάνω προσώρας είναι να παραθέσω τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της Ιστορίας του Μάγειρα, που είναι και το μεγαλύτερο μέρος της, σχεδόν ολόκληρη.  Μέσα σε αγκύλες σημειώσεις δικές μου.

 

Ζούσε κάποτε στην πόλη μας [ Λονδίνο]  ένας μαθητευόμενος στο κατάστημα κάποιου εμπόρου τροφίμων. Ήταν χαρούμενος. . . Χόρευε τόσο εύθυμα και καλά ώστε τον αποκαλούσαν Πέρκιν ο Γλεντζές.

Τα κορίτσια που τα έφτιαχναν μαζί του θεωρούνταν πολύ τυχερά, γιατί ήταν τόσο γλύκας και ερωτιάρης, σαν κυψέλη με μέλι. Τραγουδούσε και χόρευε σε κάθε γάμο και προτιμούσε χίλιες φορές την ταβέρνα από το κατάστημα του αφεντικού του. Γιατί κάθε φορά που γινόταν κάποια εκδήλωση στο Τσιπσάιντ  [εμπορικός δρόμος και γειτονιά του Λονδίνου] εγκατέλειπε το κατάστημα για να τρέξει σ΄ αυτήν και δεν γύριζε παρά μόνο αφού είχε χορέψει κατά κόρον και είχε δει όλους όσους έπρεπε να δει.

Συγκέντρωνε μια κλίκα ομοίων γύρω του για τραγούδι, χορό και άλλες τέτοιες παρεκτροπές. Αντάμωναν στον ένα ή στον άλλον δρόμο για ζάρια· . . . Κι ήταν επιπλέον σπάταλος στα μεγάλα γλέντια, με χρήματα που τα σούφρωνε από τα συρτάρια άλλων· ώσπου το αφεντικό του τον ανακάλυψε, γιατί βρήκε πολλές φορές το ταμείο του αδειανό. Είναι άλλωστε αυτονότητο ότι όταν ένας παραγιός ξεφαντώνει διαρκώς με χορούς, μουσικές, ζάρια και γυναίκες, το αφεντικό του συνήθως πληρώνει γι΄ αυτά, χωρίς όμως να έχει και μερίδιο στη διασκέδαση. Όταν κάποιος μαθητευόμενος παίζει βιολί και κιθάρα, η διασκέδαση και τα παιχνίδια του αποκρύπτουν κλοπές. Γιατί, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, εντιμότητα και μεγάλη ζωή είναι ασυμβίβαστες στην περίπτωση του φτωχού.

. . . .

Μια μέρα όμως το αφεντικό του, αθροίζοντας και πάλι τα έγγραφα των αγορών και των πωλήσεών του, κατανόησε ότι η παροιμία που λέει ΄καλύτερα να πετάξεις ένα σάπιο μήλο, παρά να το αφήσεις να σου σαπίσουν και τα υπόλοιπα’  ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση του ακόλαστου υπηρέτη του. Ήταν προτιμότερο λοιπόν να τον διώξει, παρά να τον κρατήσει να του διαφθείρει και το άλλο προσωπικό.

Έτσι το αφεντικό του τον απέλυσε και τον πρόσταξε ν΄ αποχωρήσει με χίλιες κατάρες πίσω του. Και κατ΄ αυτόν τον τρόπο ο γλεντζές παραγιός απέκτησε την ελευθερία του. Τώρα, θα μπορούσε να ξεφαντώνεί όλη τη νύχτα  –  ή να βάλει μυαλό, αν ήθελε.

Κι επειδή δεν υπάρχει κλέφτης χωρίς συνεργό ή κλεπταποδόχο για να τον βοηθά στις απάτες και τα σουφρώματά του, ο Πέρκιν εγκαταστάθηκε στο σπίτι ενός εξυπνάκια φίλου του, που του άρεσαν ομοίως τα ζάρια, η ακολασία κι  η μέθη, η γυναίκα του οποίου κρατούσε για τα μάτια του κόσμου ένα μαγαζί, ενώ στην πραγματικότητα πορνευόταν για να ζήσει.

(Εδώ τελειώνει το χειρόγραφο. Ο Τσώσερ δεν τελείωσε την ιστορία.)

 

        

Σχολιάστε ελεύθερα!