Skip to content

Κατηγορίες περιεχομένου:

‘αγορά’ σήμαινε ‘κοπάδι (μέσα σε μαντρί)’

Κατηγορία: οι πρώτες μέρες της αγοράς/του εμπορεύματος και του χρήματος, Ανθρωποβοσκητική

φίλες και φίλοι

Η αρχαιότερη μαρτυρία της λέξης αγορά βρίσκεται στα κρατικά αρχεία (από πηλό) της μυκηναϊκής Πύλου, που συντάχθηκαν στο δεύτερο  μισό του 13ου π.Χ αιώνα (1250-1200 ) και διέσωσε, ψήνοντάς τα, η φωτιά που έκαψε το ανάκτορο. Tόσο τα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου όσο και η ετυμολογία δεν μας αφήνουν περιθώρια να εκφράσουμε επιφυλάξεις ως προς την ποιμενική προέλευση και το ποιμενικό περιεχόμενο του όρου. Η πρώτη σημασία της λέξης ήταν «συγκεντρωμένο πλήθος ζώων» ή «κοπάδι που οδηγείται (στη βοσκή ή στο μαντρί)». Θα ξαναδιαβάσουμε τη λέξη στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μετά από πέντε αιώνες συνεχούς χρήσης είναι βέβαιο ότι δεν έχει απομείνει ίχνος από την ποιμενική σημασία της μυκηναϊκής λέξης. Τώρα η λέξη δηλώνει τη συγκέντρωση του λαού, τον τόπο αυτής της συγκέντρωσης αλλά και το λόγο που εκφωνείται εκεί. (Αγορητής, στην Ιλιάδα είναι ο ρήτορας, ενώ αγορητύς [η], στην Οδύσσεια,   η ευγλωττία). Αργότερα απόκτησε και τη σημασία του τόπου της διεξαγωγής της αγοράς (ωνή) και πώλησης (πρασις) εμπορευμάτων, ακόμα και την ίδια την πράξη της αγοραπωλησίας.  Πως όμως από την ποιμενική σημασία του όρου φτάσαμε σε αυτήν που δηλώνει τον τόπο και τη πράξη της αγοραπωλησίας εμπορευμάτων;

Για να φτάσουμε στην εξήγηση αυτής της τελευταίας σημασίας, που επιβιώνει μέχρι και στις μέρες μας, θα πρέπει να πιάσουμε την όλη σημασιολογική εξέλιξη της λέξης από την αρχή. Και η αρχή είναι η εποχή της σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η ύστερη γεωμετρική (850-750 π.Χ.) και αρχαϊκή εποχή (750-500). Η πρώτη σημασία είναι αυτή της συγκέντρωσης, της συνάθροισης του ανδρών (δηλαδή, των πολεμιστών, μιας κι αυτό σημαίνει η λέξη ανήρ) από την πολεμική αριστοκρατία. Εύλογα λοιπόν θα διατυπωθεί το ερώτημα: γιατί χρησιμοποιήθηκε ένας ποιμενικός όρος που δηλώνει το κοπάδι για να δηλωθεί η συνέλευση των ανδρών που συγκαλεί η πολεμική αριστοκρατία;

Η Ιλιάδα και η γλώσσα μας δίνουν την απάντηση: στην Ιλιαδα οι ηγέτες καλούνται ποιμένες λαών – κι αυτό σημαίνει ότι οι λαοί, οι άνδρες δηλαδή,  εκλαμβάνονται ως εκτρεφόμενα ζώα. Με τον καιρό, η λέξη άρχισε να δηλώνει και το τόπο της συνέλευσης των ανδρών. Εκεί, στην αγορά, στο τόπο της συνέλευσης των ανδρών, άρχισε και η αγοραπωλησία ενός εμπορεύματος, του πρώτου λογικά και χρονικά εμπορεύματος,  που χωρίς αυτό ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής δεν θα μπορούσε όχι μόνο να λειτουργήσει αλλά ούτε καν να υπάρξει. Το εμπόρευμα αυτό ήταν ένα θύμα απαγωγής, ένας αιχμάλωτος παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, που οι Ρωμαίοι ονόμασαν instrumentum vocale, ομιλούν εργαλείο, και οι Έλληνες, ανδράποδα, που πλάστηκε με πρότυπο τη (μυκηναϊκής καταγωγής) λέξη τετράποδα.

Η λέξη ἀγορά είναι μια πάρα πολύ αρχαία λέξη. Δεν γνωρίζουμε πότε πλάστηκε, γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι τη μεταχειρίζονταν στην Πελοπόννησο κατά τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ., γύρω στο 1230 με 1180 π.Χ. Διαβάζουμε τη λέξη έξι φορές στα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου. Τα αρχεία αυτά ανήκουν στη συλλογή Cn, που καταγράφει, όπως και οι συλλογές Cc και Cr, ζώα εκτροφής (πρόβατα, κατσίκες, αγελάδες, γουρούνια). Η πινακίδα Cn 3, για παράδειγμα,  ορίζει τα πρόσωπα που οφείλουν να στείλουν (ως φόρο σε είδος) από μια αγελάδα σε κάποιο σημαίνον πρόσωπο, ενώ η Cn 608 τους οικισμούς και τον αριθμό (δύο) των γουρουνιών  που οφείλουν να  παχύνουν, για τα ανάκτορα προφανώς. Το έγγραφο απευθύνεται στους επικεφαλής αυτών των οικισμών και τους επιφορτίζει με το καθήκον της πάχυνσης και παράδοσης των γουρουνιών.

Η λέξη αγορά  μαρτυρείται σε μια μεγάλη ομάδα αρχείων που εμφανίζουν την ίδια δομή, αν και πολλές φορές κάποια στοιχεία αποσιωπώνται ως ευκόλως εννοούμενα. Ας δούμε πρώτα την πλήρη δομή αυτών των αρχείων. Στην αρχή, δηλώνεται  ένας τόπος. Είναι μια βασική πληροφορία και δεν παραλείπεται ποτέ. Η δεύτερη πληροφορία είναι ένα ανδρικό όνομα σε δοτική, του οποίου πολύ συχνά προηγείται η πρόθεση παρό (pa-ro), ή σε ονομαστική. Τα ανδρικά αυτά ονόματα αναφέρονται μόνο μια φορά. Η πρόθεση παρό δεν είναι άλλη από την μετεγενέστερη παρά. Στα μυκηναϊκά αρχεία συντάσσεται με δοτική και σημαίνει ό,τι και η παρά+δοτική: την εγγύτητα, τη τοποθέτηση στο χώρο, ενώ μεταφορικά σημαίνει ‘στη διάθεση του. . .’, στην αντίληψη του. . .’  Η τρίτη πληροφορία είναι μια έκφραση που αποτελείται από ένα ανδρικό όνομα σε γενική πτώση  το οποίο, σε πέντε περιπτώσεις  ακολουθείται από την λέξη αγορά (a-ko-ra) σε ονομαστική. Αυτό σημαίνει ότι στις άλλες περιπτώσεις η λέξη αγορά αποσιωπείται ως ευκόλως εννοούμενη. Εδώ, τα ανδρικά ονόματα είναι μόνο τέσσερα και πρόκειται για πλούσιους και ισχυρούς άνδρες της μυκηναϊκής κοινωνίας της Πύλου,  για πολύ δραστήρια και εύπορα μέλη της πολεμικής αριστοκρατίας του ανακτόρου όπως μαθαίνουμε από άλλα αρχεία. Είναι ο Fεδανεύς, ο Αμφιμήδης, ο Αλξοίτας και ο Αγεhός  Ακολουθεί ένα ιδεόγραμμα (σχηματική απεικόνιση) κριού ή τράγου ή κατσίκας ή προβατίνας κι ένας αριθμός που αναφέρεται στο ιδεόγραμμα.

Ας δούμε μία από τις έξι καταγραφές που διαβάζουμε τη λέξη αγορά. Ο στίχος 5 της πινακίδας Cn 655 έχει ως εξής:

5. ma-ro-pi , pu-wi-no , a-pi-me-de-o , a-ko-ra  ΚΡΙΑΡΙ 190

Εάν μεταγράψουμε το μυκηναϊκό κείμενο στην αλφαβητική ελληνική, θα έχουμε:

Μαλῶμφι, ΠύρFινος (Πύρρινος) ή  ΠυρFίνω (Πυρρίνω),  Αμφιμήδεhος (Αμφιμήδους) αγορά, ΚΡΙΑΡΙΑ 190.

Είναι σαφές ότι καταγράφονται 190 κριάρια που εκτρέφονται σε ένα οικισμό που φέρει το όνομα Μαλών. Το τοπωνύμιο  λέξη προέρχεται από τη λέξη μᾶλα (τά) , που είναι ο πληθυντικός της λέξης μᾶλον (μῆλον), και δηλώνει τα μικρόσωμα ζώα εκτροφής, τα αιγοπρόβατα. Ετυμολογικά συγγενεύει με τη αγγλική λέξη small. Μαλών λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι ο Προβατώνας. Ο Μαλιακός κόλπος είναι ο κόλπος της Μαλίας (Μαλίδος > Μηλίδος), της περιοχής που προσφέρεται για την εκτροφή αιγοπροβάτων.

Σε ποιόν ανήκουν αυτά τα κριάρια; Για ποιο λόγο καταγράφονται;  Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ των ανδρών που καταγράφονται. Είμαστε βέβαιοι ότι Αμφιμήδης είναι ένας ισχυρός άνδρας των ανακτόρων. Θα τον συναντήσουμε άλλες οχτώ φορές. Είναι κάτοχος γης και υποτελείς καλλιεργητές. Τον Πύρρινο δεν θα τον ξαναδούμε – ένας συνονόματός του ζει σε άλλον οικισμό, στον Πευκώνα (pi-twa > ΠίτFa < Πίσα <πίτυς [πεύκο]). Εάν ο ένας είναι ισχυρός άνδρας, ο άλλος δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος υποτελούς. Από τη στιγμή που πρόκειται για εκτροφή ζώων, δεν μπορεί παρά να είναι ένας υποτελής βοσκός, ένας μπιστικός και η γενική Αμφιμήδους θα είναι μια γενική κτητική. Θα μπορούσαμε λοιπόν να μεταφράσουμε το κείμενο ως εξής: Στον οικισμό Μαλών, ο (βοσκός) Πύρρινος, εκτρέφει 190 κριάρια, που ανήκουν στην «αγορά» του Αμφιμήδη.

Είναι σαφές ότι στα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου η λέξη αγορά δηλώνει ένα αριθμό ζώων. Σε ποιον ανήκουν όμως αυτά τα ζώα; Ανήκουν στους αξιωματούχους που αναφέρονται στα κείμενα ή μήπως στο κράτος, στα ανάκτορα, και οι αξιωματούχοι αυτοί είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον της επιτήρησης των υποτελών ποιμένων και του ποιμνίου τους; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να στρέψουμε τη προσοχή μας στη συλλογή Ae που καταγράφει άνδρες. Σε δυο πινακίδες, την Ae 105 και Ae 134,  της συλλογής καταγράφονται ένας αιγιπάστας  (αιγοβοσκός) κι ένας ποιμήν (βοσκός προβάτων).  Ο πρώτος λέγεται Ποτερός και ο άλλος ΧήροFος. Να η μετάφραση του κειμένου των δύο πινακίδων.

Ae 105; Ο αιγοβοσκός Ποτερός επιτηρεί (ορόμενος) τα ζώα (τετρόποπφι, τετράπόδα) του Θαλαμάτα·

Ae 134: Ο βοσκός προβάτων ΧήροFος, στον οικισμό Ασιατία, επιτηρεί τα ζώα (τετράποδα) του Θαλαμάτα.

Είναι σαφές ότι εδώ τα ζώα είναι του Θαλαμάτα, ότι πρόκειται για ατομική ιδιοκτησία.  Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τόσο η Ιλιάδα όσο και η Οδύσσεια. Να τι λέει ο Εύμαιος για την περιουσία του Οδυσσέα (ξ 100-4, μτφρ. Δ. Μαρωνίτης):Αντίκρυ στη στεριά δώδεκα ποίμνες βόδια  τόσα κοπάδια / και με πρόβατα, τόσα με χοίρους, τόσα με σκορπισμένες γίδες -/ τα βόσκουν πέρα οι ξένοι ή και βοσκοί δικοί μας, ντόπιοι. / Αλλά κι εδώ θα βρεις κοπάδια γίδες έντεκα, / που βόσκουν σκόρπιες στην άλλην άκρη του νησιού, / και τις ποιμαίνουν έμπειροι γιδοβοσκοί. Ο Θαλαμάτας δεν μας είναι γνωστός από άλλα αρχεία και όλα δείχνουν ότι θα ήταν ένας μεγαλοκτηνοτρόφος στη περιοχή της Ασιατίας, στη σημερινή Μεσσηνία.

Οι τέσσερις όμως αξιωματούχοι της συλλογής Cn, στην οποία μαρτυρείται η λέξη αγορά, δεν είναι μεγαλοκτηνοτρόφοι. Διαβάζουμε το όνομά τους σε πολλούς οικισμούς, στους οποίους  κάθε υποτελής βοσκός φροντίζει μόνο θηλυκά ή αρσενικά ζώα, μόνο κατσίκες ή πρόβατα. Η λεπτομέρεια αυτή δεν δείχνει μόνο τη ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας στην παραγωγή του μαλλιού, του κρέατος και του γάλακτος αλλά και ότι είναι αδύνατον οι παραπάνω αξιωματούχοι να είναι οι ιδιοκτήτες του κοπαδιού που καταγράφεται κάθε φορά. Σε αυτά λοιπόν τα αρχεία, τα εκτρεφόμενα ζώα δεν είναι ατομική ιδιοκτησία αλλά κρατική. Έτσι, ο όρος αγορά, ενώ είναι σαφές ότι είναι ποιμενικής προέλευσης, φαίνεται πως έχει ενταχθεί στο διοικητικό λεξιλόγιο των γραφειοκρατών των μυκηναϊκών ανακτόρων.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στην ετυμολογία της λέξης. Δεν είναι σαφής κι αυτός ο είναι ο λόγος που δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή άποψη. Έχουν διατυπωθεί δυο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη (F. Solmsen, Beitrage zur griechischen Wortforschung, I, 1909, Strasbourg και  Seiler [1957]) , η ρίζα (αγορ- / αγερ-) σχηματίσθηκε από το αθροιστικό α-, το εντοπίζουμε στις λέξεις α-θρόος, α-δελφός, ά-λοχος, α-κόλουθος, και άλλα, και από το γερ- που απαντά στην από τον Ησύχιο αναφερόμενη λέξη γέργερα (σημαίνει «πολλά, πλήθος, γεμάτο»). Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι το α- δεν είναι αθροιστικό αλλά πρόκειται για την μηδενισμένη βαθμίδα n <en (πρόθεση εν που σημαίνει μέσα). Και στις δυο περιπτώσεις, η ρίζα δηλώνει ένα συγκεντρωμένο πλήθος ή ένα πλήθος που βρίσκεται κάπου μέσα. Την άποψη αυτή ενισχύει και η λατινική λέξη grex, grecis που σημαίνει «αγέλη». Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη (P. Chantraine, Dictionnaire Etymologique de la Langue Grecque, 1968, Paris), η ρίζα προέρχεται από το ρήμα άγω (<αγ-ερ-), η αρχική σημασία του οποίου είναι «ωθώ, οδηγώ τα ζώα (στη βοσκή ή στο μαντρί)».

Tόσο τα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου όσο και η ετυμολογία δεν μας αφήνουν περιθώρια να εκφράσουμε επιφυλάξεις ως προς την ποιμενική προέλευση και το ποιμενικό περιεχόμενο του όρου. Η πρώτη σημασία της λέξης ήταν «συγκεντρωμένο πλήθος ζώων» ή «κοπαδιού που οδηγείται (στη βοσκή ή στο μαντρί)». Θα ξαναδιαβάσουμε τη λέξη στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μετά από πέντε αιώνες συνεχούς χρήσης είναι βέβαιο ότι δεν έχει απομείνει ίχνος από την ποιμενική σημασία της μυκηναϊκής λέξης. Τώρα η λέξη δηλώνει τη συγκέντρωση του λαού, τον τόπο αυτής της συγκέντρωσης και το λόγο που εκφωνείται σε αυτήν.  Αργότερα απόκτησε και τη σημασία του τόπου της διεξαγωγής της αγοράς (ωνή) και πώλησης (πρασις) εμπορευμάτων: στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (468/7 π. Χ,) εντοπίζουμε την αρχαιότερη μαρτυρία αυτής της σημασίας. Πως όμως από την ποιμενική σημασία του όρου φτάσαμε σε αυτήν που δηλώνει τον τόπο της αγοραπωλησίας εμπορευμάτων;

Για να φτάσουμε στην εξήγηση αυτής της τελευταίας σημασίας, που επιβιώνει μέχρι στις μέρες μας, θα πρέπει να πιάσουμε την όλη σημασιολογική εξέλιξη της λέξης από την αρχή. Και η αρχή είναι η εποχή της σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η ύστερη γεωμετρική (850-750 π.Χ.) και αρχαϊκή εποχή. Η πρώτη σημασία είναι αυτή της συγκέντρωσης, της συνάθροισης του ανδρών (δηλαδή, των πολεμιστών, μια κι αυτό σημαίνει η λέξη ανήρ) από την πολεμική αριστοκρατία. Εύλογα λοιπόν θα διατυπωθεί το ερώτημα: γιατί χρησιμοποιήθηκε ένας ποιμενικός όρος που δηλώνει το κοπάδι για να δηλωθεί η συνέλευση των ανδρών που συγκαλεί η πολεμική αριστοκρατία;

Η Ιλιάδα καιν η γλώσσα μας δίνουν την απάντηση: στην Ιλιαδα οι ηγέτες καλούνται ποιμένες λαών – κι αυτό σημαίνει ότι οι λαοί εκλαμβάνονται ως εκτρεφόμενα ζώα. Με τον καιρό, η λέξη άρχισε να δηλώνει και το τόπο της συνέλευσης των ανδρών. Εκεί, στην αγορά, στο τόπο της συνέλευσης των ανδρών, άρχισε και η αγοραπωλησία ενός εμπορεύματος, του πρώτου λογικά και χρονικά εμπορεύματος,  που χωρίς αυτό ο δουλοκτητικός τρόπος δεν θα μπορούσε όχι μόνο να λειτουργήσει αλλά ούτε καν να υπάρξει. Το εμπόρευμα αυτό ήταν ένα θύμα απαγωγής, ένας αιχμάλωτος παραγωγός του κοινωνικού πλούτου,  που οι Ρωμαίοι ονόμασαν instrumentum vocale, ομιλούν εργαλείο, ενώ οι Έλληνες, ανδράποδον, που πλάστηκε με πρότυπο τη λέξη τετράποδον.

0 Σχόλια

Κάποια HTML είναι δεκτή

(απαιραίτητα)

(απαραίτητο, αλλά δεν δίδεται ποτέ σε τρίτους)

ή, απαντήστε σε αυτό το post μέσω trackback.