in από την Ιλιάδα έπος στην Ιλιάδα τραγωδία

τα παράδοξα της μονομαχίας Γλαύκου-Διομήδους (Ζ 119-236)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στον Βαγγέλη

Η μελέτη του τροχαίου ατυχήματος (τρακάρισμα, πέσιμο σε κολόνα, κλπ) μας βοήθησε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αυτοκίνητο είναι βλήμα – απλό, όταν τρακάρουμε, έξυπνο, όταν φτάνουμε σώοι και αβλαβείς στον προορισμό μας. Το ατύχημα μας υποδεικνύει την ουσία των πραγμάτων, της τεχνολογίας στην περίπτωση του αυτοκινήτου. Ατυχήματα όμως συμβαίνουν κι αλλού: στο τόπο της εργασίας, στο σπίτι, στη λογοτεχνία. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα ατύχημα της Ιλιάδας και η μελέτη αυτή θα μας βοηθήσει να δώσουμε κάποιες ικανοποιητικές απαντήσεις όχι μόνο στις παραδοξότητες που εμφανίζονται στο υπό εξέταση ιλιαδικό επεισόδιο αλλά και σε κάποια προβλήματα που αφορούν την ίδια την Ιλιάδα.

Η Ιλιάδα, φίλες και φίλοι, κάπου-κάπου ρετάρει, κάνει διακοπές. Οι διακοπές αυτές παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Κάποιοι πασχίζουν να τις κουκουλώσουν, να τις θεραπεύσουν, να τις αγνοήσουν, να τις υποβιβάσουν, με αυτό τον τρόπο όμως πετάνε στα σκουπίδια πολύτιμο υλικό μόνο και μόνο για να αρνηθούν να αναθεωρήσουν την άποψή τους, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ενιαίας σύνθεσης της Ιλιάδας.

Η μονομαχία Γλαύκου – Διομήδη είναι μία από τις 19 μονομαχίες που διαβάζουμε στην Ιλιάδα πριν (και κατά) την διεξαγωγή των οποίων οι αντίπαλοι πριν ανταλλάξουν βολές, ανταλλάσουν πολεμικές προκλήσεις και απειλές. Η υπό εξέταση μονομαχία είναι σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, τόσο ασυνήθιστη είναι. Και είναι τόσο ασυνήθιστη που μέχρι σήμερα, από τους αλεξανδρινούς  μέχρι τους σημερινούς ομηριστές, δεν μπορούμε να πούμε ότι διαθέτουμε μια γενικά αποδεκτή ερμηνεία του επεισοδίου.Τόσο προβληματικό είναι – είναι ατύχημα.

Πριν εκθέσω τις παραδοξότητες της μονομαχίας, θα πατήσω τον κάλο των υποστηρικτών της ενιαίας σύνθεσης  και θα υποστηρίξω ότι το επεισόδιο αυτό είναι μια παρεμβολή μέσα σε παρεμβολή. Ακούω τα ουρλιαχτά και τις άναρθρες κραυγές των οπαδών, περί οπαδών πρόκειται, της ενιαίας σύνθεσης. Δεν περιμένω να κοπάσουν – δεν πρόκειται. Εάν η άποψη ότι η Ζ είναι από τα τελευταία τμήματα που ενσωματώθηκαν στην Ιλιάδα βασίζεται στην εξέταση του κειμένου, η άποψη ότι η  μονομαχία είναι εμβόλιμη δεν βασίζεται σε δική μας εκτίμηση αλλά είναι μια βεβαιότητα. Θα κάνω μια σύντομη παρέκβαση για να εξετάσουμε αυτή τη βεβαιότητα.

Το κείμενο που διαβάζω εγώ εδώ στην Αλεξανδρούπολη είναι το ίδιο με αυτό που διαβάζει κάποιος, κάποια στο Άμστερνταμ, στο Τόκιο, στο Ρίο ντα Τζανέιρο, στη Καλκούτα. Ο αριστοκράτης όμως του 4ου, 3ου ή 2ου π. Χ. αιώνα που ζούσε στην Αθήνα, στη Χίο, στη Κέρκυρα, στις Συρακούσες, στη Σμύρνη, στη  Νίκαια των μεσογειακών παραλίων της σημερινής Γαλλίας, στη Κυρήνη της Λιβύης, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου θα είχε ένα κείμενο που θα διέφερε λίγο ή πολύ από τα κείμενα των άλλων αριστοκρατών – μόνο αυτοί μπορούσαν να έχουν στο σπίτι τους  την Ιλιάδα. ‘Οταν οι αλεξανδρινοί γραμματικοί και ομηριστές της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας κατά τον 3ο και 2ο αιώνα άρχισαν να συλλέγουν κείμενα της Ιλιάδας, έπαθαν την πλάκα τους: είχαν στα χέρια τους κείμενα που απόκλιναν μεταξύ τους ως προς την έκταση και την αξία. Η Ιλιάδα που έχουμε είναι δικό τους έργο και βασίστηκε σε μια έκδοση της Αθήνας, η καταγωγή της οποίας ανάγεται στην εποχή του Πεισίστρατου, στα μέσα του 6ου π. Χ. αιώνα. Στα σχόλια της ραψωδίας Ζ διαβάζουμε ότι ο Αρίσταρχος ( 216-144 π. Χ.) είχε διαπιστώσει ότι

μετατιθέασίν τινες αλλαχόσε ταύτην την σύστασιν

δηλαδή, κάποιοι τοποθετούν αλλού αυτο το επεισόδιο.

Κάποιοι; Ποιοι; Αλλού; Που αλλού; Πως μπορεί να γίνει αυτό;

Δεν δυσκολευόμαστε καθόλου, φίλες και φίλοι, να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτοί οι κάποιοι είναι άλλοι γραμματικοί οι οποίοι είχαν στα χέρια τους Ιλιάδες που το προκείμενο επεισόδιο δεν βρίσκονταν στην Ζ αλλά σε άλλες ραψωδίες. Σε ποιες δεν το γνωρίζουμε αλλά μπορούμε να το εικάσουμε. Η μονομαχία έχει μια αυτοτέλεια, κι αυτή η αυτοτέλεια θα επέτρεπε σε έναν εκδότη να την περεμβάλει σε οποιοδήποτε σημείο περιγράφονται πολεμικές συγκρούσεις. Όπου κι αν τοποθετηθεί όμως είναι βέβαιο ότι είναι παντελώς ξεκάρφωτη – δεν συμβάλλει κατά κανένα τρόπο στη δράση. Η λειτουργία της αυτή είναι ήδη μια παραδοξότητα. Και επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το κείμενο. Εάν μετά τον στ. 118 πάμε στον στ. 237, (η μονομαχία: 119-236), θα διαπιστώσουμε ότι τα πράγματα  εξελίσσονται ομαλά, η όποια δράση της Ζ εξελίσσεται φυσιολογικά και λογικά.

Αφήνω στην άκρη το ζήτημα εάν η Ζ είναι μεταγενέστερη σύνθεση, θα το εξετάσω παρακάτω, και επιστρέφω στο θέμα μου.  Ποιες  είναι οι παραδοξότητες αυτής της μονομαχίας;

Είναι τρεις.

1. Είπαμε ότι η υπό εξέταση μονομαχία ανήκει σε ομάδα 19 μονομαχιών στις οποίες οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν λόγους (προκλήσεις και απειλές) και βολές. Η έκταση αυτών των μονομαχιών είναι περιορισμένη: από 9 έως 66 στίχους. Υπάρχουν όμως τρεις μονομαχίες που είναι εκτενείς. Η μονομαχία Αχιλλέα -Αινεία ( Υ 154-291, 138 στ.), Αχιλλέα-Έκτορα (Χ 248-366, 119 στ.) και η μονομαχία Γλαύκου-Διομήδη (117 στ.). Γιατί αυτές οι μονομαχίες είναι εκτενείς; Επειδή τις περιγράφει λεπτομερειακά ο ποιητής; Όχι. Είναι εκτενείς επειδή οι αντίπαλοι αγορεύουν και φλυαρούν. Στις περισσότερες μονομαχίες που διαβάζουμε στην Ιλιάδα, οι αντίπαλοι δε χωρατεύουν, πολεμούν. Στις 16 από τις 19, οι αντίπαλοι εκστομίζουν σύντομες προκλήσεις και απειλές για να εκφοβίσουν τον αντίπαλο, για να καταρρακώσουν το ηθικό του αντιπάλου, όπως γίνεται άλλωστε σε κάθε καυγά και τσακωμό και τσαμπουκά.  Στις 3 εκτενείς μονομαχίες, οι αντίπαλοι πάσχουν από λογοδιάρροια. Λένε και λένε και λένε. Παρ’ όλη όμως την ανεπίτρεπτη για πολεμικά συμφραζόμενα φλυαρία, τελικά πολεμούν. Υπάρχει το εξής ζήτημα: γιατί φλυαρούν; Την απάντηση θα μας δώσει η δεύτερη παραδοξότητα. Πριν την παραθέσω, θα κάνω άλλη μια σύντομη αλλά αναγκαία παρέκβαση, θα πιω ένα καφεδάκι, θα καπνίσω ένα τσιγαράκι και θα συνεχίσω.

Οι ήρωες στην Ιλιάδα δεν πολεμούν μόνο αλλά και μιλούν μεταξύ τους, είτε με τους αντιπάλους τους Τρώες είτε με τους αντιπάλους μέσα στο αχαϊκό στρατόπεδο. Υπάρχουν ραψωδίες που οι ήρωες δεν πολεμούν αλλά μιλάνε, αγορεύουν. Έχουμε δηλαδή ραψωδίες που οι λόγοι, οι ρήσεις είναι λίγες, περιορισμένης έκτασης και ραψωδίες που οι λόγοι καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των στίχων. Η Λ εμφανίζει ποσοστό στίχων ευθέος λόγου 22%, η Μ 24%, η Π 28%, η Ν 30% κοκ. Ποιες ραψωδίες εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό; Η Ι (75%, παρακαλώ!), η Τ (75%), η Ζ (63%), η Α (61, 5%), η Ω 55%. Τι διαπιστώνουμε; Αυτές ακριβώς οι ραψωδίες μας παρέχουν πολλές ενδείξεις ότι είναι από τα νεώτερα τμήματα της Ιλιάδας. Η Α δεν είναι εμβόλιμη, όπως οι άλλες,  αλλά έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία που νομίζεις ότι παρακολουθείς θέατρο – έχει διατυπωθεί η άποψη ότι βλέπουμε κι ακούμε Αισχύλο, ενώ με την Ω, Σοφοκλή. Η θεωρία που υποστηρίζω στη μελέτη μου Από την Ιλιάδα-έπος στην Ιλιάδα-τραγωδία είναι η εξής: τα τμήματα αυτά έχουν συντεθεί κατά την εποχή της παρακμής και τις σίγησης των αοιδών, λίγες μόνο δεκαετίες πριν (ή και κατά)  την εμφάνιση της αττικής τραγωδίας.  Εκεί εξετάζω και το ακανθώδες ζήτημα της παρακμής της προφορικής ποιητικής παράδοσης – θα το θίξω παρακάτω.

2. Υποστηρίζω λοιπόν ότι αυτές οι τρεις εκτενώς περιγραφόμενες μονομαχίες έχουν συντεθεί την εποχή της παρακμής και εξάλειψης της επικής ποίησης. Παρ΄όλη τη φλυαρία των αντιπάλων στις δύο από αυτές, η μονομαχία τελικά διεξάγεται. Ξέρετε όμως τι κάνουν οι αντάπαλοι της μονομαχίας που εξετάζουμε; Κατεβαίνουν από τα άρματά τους (καθ΄ίππων αΐξαντε, 232), δίνουν τα χέρια τους (χείρας τ’ αλλήλων λαβέτην, 233) , παρέχουν εγγυήσεις ότι δεν θα ξαναπολεμήσουν (πιστώσαντο, 233)! Αν είναι δυνατόν! Εάν αυτό είναι επική ποίηση, εγώ είμαι αστροναύτης. Ας μην μας διαφύγει και μια λεπτομέρεια που ίσως φανεί ασήμαντη, αλλά δεν είναι, όπως θα δούμε. Κατεβαίνουν από τα αρματά τους, μας λέει ο ποιητής; Ποια άρματα, βρε παιδιά; Στον 122 οι δυο αντίπαλοι τρέχουν για να φτάσουν ό ένας τον άλλον σε απόσταση βολής. Αβλεψία του ποιητή; Όχι – θα το δούμε παρακάτω.

Γιατί δεν μονομαχούν οι Γλαύκος και Διομήδης; Η απάντηση είναι τόσο σαφής που δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο δεν την είδαν οι ομηριστές του παρελθόντος και του παρόντος. Λάθος – κατανοώ τον λόγο και θα τον εκθέσω παρακάτω. Οι αντίπαλοι δεν πολεμούν διότι αποδεικνύεται από τα λόγια τους ότι είναι συγγενείς. Αυτή είναι η σκοπιμότητα των γενεαλογιών που εκθέτουν οι αντίπαλοι: να φτάσουν στο συμπέρασμα ότι είναι συγγενείς. Και βέβαια, αυτή η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι πηγή πληθώρας ερωτημάτων.

Γιατί δεν πρέπει να πολεμούν μεταξύ τους οι συγγενείς;  Κάποτε πολεμούσαν και τώρα δεν επιτρέπεται; Πότε πολεμούσαν και για ποιο λόγο; Τα ερωτήματα αυτά δεν τα έθεσαν και δεν τα θέτουν οι ομηριστές – το κάνουμε εμείς. Και μιας και τα θέτουμε, οφείλουμε να διατυπώσουμε και κάποιες απαντήσεις.

Κάποτε οι συγγενείς πολεμούσαν, τώρα δεν επιτρέπεται να πολεμούν. Πολεμούσαν όταν οι ήρωες ήταν ποιμένες – τώρα δεν επιτρέπεται, διότι δεν είναι ποιμένες. Τα ποιμενικά γένη, συγγενικά και γειτονικά, πολεμούσαν λόγω της έλλειψης βοσκοτόπων. Έχουμε παρουσιάσει λεπτομερώς τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής και σας παραπέμπω εκεί. Τα συγγενικά και γειτονικά γένη ήταν αναγκασμένα να επιδίδονται σε ατελείωτες πολεμικές αδελφοκτόνες συρράξεις για να επιβιώσουν. Ο γείτονας συγγενής ή έπρεπε να εκδιωχτεί ή έπρεπε να εξοντωθεί. Το αδιέξοδο αυτό ήταν ο λόγος της εγκατάλειψης του ποιμενικού τρόπου παραγωγής που επικρατούσε κατά την μεταμυκηναϊκή και κατά το μεγαλύτερο μέρος της γεωμετρικής εποχής (1100-800 π. Χ.). Οι ποιμένες εγκαταλείπουν την εκτροφή των ζώων και στρέφονται στην καλλιέργεια της γης, με την χρήση δούλων. Κατά τα τέλη της γεωμετρικής εποχής και ξαθ΄όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής έχουμε την εμφάνιση και την επέκταση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Οι ήρωες-ποιμένες-πολεμιστές γίνονται αριστοκράτες-γαιοκτήμονες-δουλοκτήτες. Τώρα, η ισχύς, ο πλούτος και το κλέος δεν εξασφαλίζονται με την εκδίωξη και την εξόντωση των γειτόνων συγγενών αλλά με τη συμμαχία τους για την αντιμετώπιση των ελεύθερων μικροκαλλιεργητών και των δούλων. Από το άγαν περνάμε στο μηδέν άγαν, από την ύβριν και την άτην στη δίκην, από τη βία στον ορθό λόγο, από τον πόλεμο εξόντωσης στον πόλεμο καθυπόταξης.

Η μετάβαση από τον ποιμενικό στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής δεν ήταν εύκολη, παρουσίασε πολλά προβλήματα. Η στροφή από τα ζώα στα κτήματα δεν είναι δύσκολη, δύσκολη είναι η εγκατάλειψη των ηρωικών αξιών, αντιλήψεων, συμπεριφορών, πρακτικών. Ο οργίλος ήρωας θα πρέπει να αυτοσυγκρατείται για να μην σφάζει τους δούλους του, πρέπει να συμβιώσει μαζί τους. Η Ιλιάδα μας περιγράφει τις δυσκολίες της εγκατάλειψης του ηρωισμού αλλά και υποδεικνύει στους ήρωες να πάψουν να είναι ήρωες. Η Ιλιάδα μας περιγράφει με έξοχο τρόπο τη διαδικασία του αφηρωισμού. Τα προβλήματα της μετάβασης δεν μπορούσε να τα επεξεργαστεί το έπος κι αυτός είναι ο λόγος που παρήκμασε και χάθηκε. Τη σκυτάλη πήρε η τραγωδία. Κι όταν ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής γενικεύτηκε σχεδόν κατά απόλυτο τρόπο, όχι βέβαια στο βαθμό της ρωμαϊκής κοινωνίας, ούτε η τραγωδία είχε λόγο ύπαρξης. Η καριέρα της ήταν πολύ βραχύβια.

Γιατί η προφορική ποιητική παράδοση ήταν ανεπαρκής; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε και την τρίτη παραδοξότητα. Λόγω της τεχνικής της, η προφορική ποιητική παράδοση ήταν από τη φύση της ήταν συντηρητική, ήταν προσκολλημένη στο παρελθόν, δεν μπορούσε να καταγράψει ολοκληρωμένα  τις εξελίξεις του παρόντος. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα για να κατανοήσουμε την εγγενή συντηρητικότητα της επικής ποίησης. Την εποχή που συντίθεται η Ιλιάδα, οι πόλεμοι διεξάγονται με σιδερένια όπλα. Στην Ιλιάδα όμως οι ήρωες πολεμούν με χάλκινα ή ορειχάλκινα όπλα. Γιατί; Οι αοιδοί δεν συνέθεταν με λέξεις αλλά με στερεότυπες εκφράσεις και οι πάμπολλες στερεότυπες  εκφράσεις που διέθεταν για τα όπλα αρκούσαν για να συνθέσουν τους στίχους τους. Οι αοιδοί εργάζονταν με τα εργαλεία που διέθεταν και δεν είχαν κανένα λόγο να τα αλλάξουν. Έτσι, λίγες από τις οικονομικές, κοινωνικές, στρατιωτικές, πολιτικές, ιδεολογικές εξελίξεις της αρχαϊκής εποχής  καταγράφηκαν στην Ιλιάδα. Αυτό που έκανε η Ιλιάδα, η περιγραφή του αφηρωισμού, το έκανε με τα εργαλεία του παρελθόντος – αυτός είναι ο λόγος που δυσκολευόμαστε να την εντοπίσουμε και να την ερμηνεύσουμε. Ταυτόχρονα, η λυρική ποίηση ήταν και πιο λειτουργική και πιο αποτελεσματική.  Η αττική τραγωδία έδωσε τη χαριστική βολή και στην επική και στη λυρική ποίηση, μιας και είναι η συνέχειά τους αλλά με άλλον τρόπο.

3. Ο Γλαύκος και ο Διομήδης δεν πρέπει να πολεμήσουν διότι είναι συγγενείς. Αυτό πρέπει να κάνετε κι εσείς, λέει η Ιλιάδα στους αριστοκράτες. ‘Ολη η Ιλιάδα έχει μια ιδεολογική λειτουργία: ‘αν θέλετε να γίνετε πιο ισχυροί, πάψτε επιτέλους να σκέφτεστε και να πράττετε ως ήρωες. Ο ήρωισμός είναι πια ασύμβατος με τα νέα δεδομένα. Το καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά αν δεν το κάνετε, θα αυτοκαταστραφείτε. Ο Αχιλλέας στην Ψ και στην Ω δεν είναι ήρωας – στην Α  είναι. Στην Ω είναι σκιά του εαυτού του: ένας σώφρων, λογικός αριστοκράτης, ένας γαιοκτήμονας με αυτοπειθαρχία και αυτοσυγκράτηση.

Δίνουν τα χέρια, δεσμεύονται ότι δεν θα ξαναπολεμήσουν, μιας και είναι συγγενείς και αντί να ανταλλάξουν βολές, αφού αντάλλαξαν απειλές, ανταλάσσουν τα όπλα τους. Αυτή η συμπεριφορά, όσο παράξενη και να είναι,  δεν είναι ασύμβατη με τα ηρωικά ήθη. Στον ποιμενικό τρόπο παραγωγής υπάρχει η πρακτική του δώρου αλλά όχι όπως την γνωρίζουμε από άλλους λαούς και πολιτισμούς. Το δώρο είναι ένα μέσο επίδειξης της ισχύος, είναι ένας τρόπος να ξεκαθαριστεί ποιος είναι ανώτερος, ένας τρόπος να εγκαθιδρυθεί μια σχέση κυριαρχίας. Όσο πιο πολύτιμο είναι ένα δώρο, τόσο πιο ισχυρός είναι ο δώτωρ – κατά συνέπεια, ο παραλήπτης του δώρου περιερχεται στην  κατάσταση του υποτελούς. Οι ρόλος των δυο πόλων της σχέσης αποσαφηνίζεται.

Στην μονομαχία που εξετάζουμε δεν εκτυλίσσεται μια πρακτική δώρου αλλά  ανταλλαγής. Στη μελέτη Οι πρώτες μέρες της αγοράς, του εμπορεύματος και του χρήματος εξετάζω λεπτομερώς τις μαρτυρίες ανταλλαγής στην Ιλιάδα, μαρτυρίες που καταγράφουν τις εξελίξεις της εποχής εγκαθίδρυσης και γενίκευσης του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής.  Δεν μπορεί να υπάρξει δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής χωρίς δούλους και οι δούλοι ήταν ή λεία πολεμικών απαγωγικών επιδρομών ή εμπόρευμα που το αγόραζαν στην αγορά. Για να πολεμήσεις, χρειάζονται μέταλλα και όπλα – αυτά όμως παράγονταν και πωλούνταν ως εμπορεύματα. Οι δούλοι παρήγαγαν προϊόντα (λάδι και κρασί) που έπαιρναν το δρόμο για την αγορά ως εμπορεύματα.  Για να μεταφερθούν και αν αποθηκευτούν αυτά τα εμπορεύματα άρχισε η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αγγείων, τα οποία κι αυτά πωλούνταν ως εμπορεύματα. Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την εμπορευματική παραγωγή, το εμπόρευμα, την αγορά και το χρήμα. Κι όλα αυτά, σχετίζονται με τ0 κέρδος. Ο σκοπός του εμπορευματοπαραγωγού ήταν το κέρδος, ή τουλάχιστον η αποφυγή της ζημίας. Πολύ σύντομα, με τη βοήθεια του χρήματος, ως μέσου ανταλλαγής, διαμορφώθηκαν κάποιες ισοτιμίες μεταξύ αυτών των βασικών εμπορευμάτων του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, κρυφή όμως επιδίωξη όλων ήταν το κέρδος, το ρήξιμο του άλλου, που εκλαμβανόταν ως αντίπαλος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η δουλοκτητική οικονομία και η η πολιτική που αντιστοιχεί σε αυτήν, η δημοκρατία, είναι συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Ο έμπορος είναι μεταμφιεσμένος πολεμιστής. Η διάκριση μεταξύ εμπόρου και πολεμιστή είναι πολύ ασαφής στα ομηρικά έπη: σήμερα πολεμιστής, αύριο έμπορος, κλπ. Με τον πόλεμο, με την αρπαγή δηλαδή,’αγοράζεις’ πιο φτηνά, με το εμπόριο πουλάς πιο ακριβά.

Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, που προϋποθέτει και γενικεύει την εμπορευματική παραγωγή, έβαλε ένα οριστικό τέλος όχι μόνο στην πρακτική του δώρου αλλά έβαλε κι ένα τέλος στην ανυπαρξία της ανταλλαγής. Οι πολιτισμοί της  νεολιθικής και πρωτοελλαδικής εποχής του χαλκού (6.000 – 2.000 π. Χ. ) της βαλκανικής, της ελλαδικής συμπεριλαμβανομένης, χερσονήσου και της Ανατολίας ήταν πολιτισμοί που αγνοούσαν την ανταλλαγή που βασίζονταν σε μονάδες μέτρησης, σε αντίθεση με τους ποιμενικούς, όπου η  μονάδα μέτρησης ήταν το βόδι ή κάποιο άλλο ζώο. Στην Ιλιάδα, και την Οδύσσεια είναι το βόδι. Το δώρο είναι μία από τις πρακτικές της μη ανταλλαγής. Σου δίνω, μου δίνεις – όπως ακριβώς και στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, χωρίς να μου περνάει από το μυαλό εάν σου δίνω περισσότερα ή μου δίνεις λιγότερα. Δεν υπήρχε σύγκριση. Εάν έρθετε στο σπίτι μου, θα φάμε φασολάδα. Εάν έρθουμε στο δικό σου, θα φάμε μπριζόλες – αλλά κανένας δε θα σκεφτεί ότι εμείς σας ρίξαμε ή ότι εσείς πιαστήκατε κορόιδα. Κορόιδα πιανόμαστε στην αγορά, όταν πουλάμε φτηνά και αγοράζουμε ακριβά. Και κάτι τέτοιο θα πρέπει να το αποφεύγουμε.

Τις πρώτες μέρες λοιπόν της εμπορευματικής παραγωγής και του δουλοκτητικοιύ τρόπου παραγωγής εμφανίζεται η ανταλλακτική αξία, η οποία εξοβελίζει την ανυπαρξία της μετρήσιμης ανταλλαγής και του δώρου. Όταν ανταλλάσσουμε, θα πρέπει πάντα να κερδίζουμε, αυτό ήταν το σλόγκαν της αρχαϊκής δουλοκτητικής εποχής. Η λέξη κέρδος αρχικά σήμαινε απάτη, δόλος, ρήξιμο. Ο Αχιλλέας εκστομίζει τη βρισιά κερδαλεόφρων κατά του Αγαμέμνονα (Α 149) . Κερδαλεόφρων είναι αυτός που έχει συνεχώς στο μυαλό του πως να ρίξει τον άλλον, να τον εξαπατήσει.

Η μονομαχία του Γλαύκου με τον Διομήδη τελειώνει με ένα σχόλιο του ποιητή που δε έχει πάψει μέχρι σήμερα να πονοκεφαλιάζει τους ομηριστές. Οι δυο αντίπαλοι ανταλλάσσουν τα όπλα, αλλά ο ποιητής σχολιάζει:

Τότε ο Δίας ο γιος του Κρόνου  πήρε το μυαλό του Γλαύκου:

άλλαξε τα όπλα του με τα όπλα του Διομήδη

χρυσά με χάλκινα, αξίας εκατό βοδιών τα πρώτα, εννιά βοδιών τα δεύτερα.

Τι βλάκας που είναι ο Γλαύκος, είναι σαν να λέει στους ακροατές/αναγνώστες ο συνθέτης της προκείμενης μονομαχίας. Εσείς να μην το κάνετε αυτό! Εσείς να κάνετε αυτό που έκανε ο Διομήδης. Τι σημαίνει όμως η φράση ο Ζεύς πήρε το μυαλό του Γλαύκου; Εάν ο Ζεύς είναι η προσωποποίηση της πολεμικής Ισχύος, τότε η φράση ‘μου πήρε το μυαλό ο Ζεύς’ σημαίνει ότι η ισχύς που διέθετα μειώθηκε λόγω της άνισης ανταλλαγής που έκανα. Η  Ισχύς δεν εξασφαλίζεται με τη βία αλλά με την κερδοφόρα ανταλλαγή.

Είστε συγγενείς, δεν πρέπει να πολεμάτε μεταξύ σας – η ισχύς σας μειώνεται, αυτοκαταστρέφεστε. Ως δουλοκτήτες γαιοκτήμονες, αγοράζετε και πουλάτε εμπορεύματα. Τον νου σας, μην σαν πιάσουν κορόιδα. Θα αγοράζετε φτηνά, θα πουλάτε ακριβά.

Τα παράδοξα της μονομαχίας είναι παράδοξα και δυσερμήνευτα μόνο όταν τα δούμε από ηρωική ποιμενική σκοπιά και ανεξάρτητα από τα οικονομικά και κοινωνικά συμφραζόμενά τους. Εάν τα δούμε από τη σκοπιά του δουλοκτήτη και τα εντάξουμε στα συμφραζόμενά τους, παύουν να είναι παράδοξα και γίνονται πολύ λογικά. Το επεισόδιο που εξετάζουμε είναι άλλη μια στιγμή της διαδικασίας του αφηρωισμού που μας εκθέτει η Ιλιάδα και είναι ενταγμένο σε μια άλλη πινελιά αφηρωισμού, τη ραψωδία Ζ, την επίσκεψη δηλαδή του  Έκτορα στην  πόλιν. Με αυτό το ζήτημα όμως θα ασχοιληθούμε μια άλλη μέρα.

Θα τελειώσω με κάτι που μου διέφυγε, δεν είναι επουσιώδες. Το ζήτημα της αξίας του χρυσού. Γιατί τα χρυσά όπλα να είναι πιο ακριβά από τα χάλκινα, μιας και τα χρυσά όπλα είναι παντελώς άχρηστα στον πόλεμο; Γιατί όλοι οι πολιτισμοί αδιαφορούσαν για τον άχρηστο, πολύ μαλακό χρυσό; Και σε αυτά τα ερωτήματα θα απαντήσουμε μια άλλη μέρα. Είναι σαφές ότι στον στίχο είναι παρούσα η λατρεία του χρυσού, ως σημείο συνάντησης των λατρειών της σπανιότητας, της λάμψης και κυρίως της αφθαρσίας (αθανασίας). Και βέβαια, δεν πρέπει να μας περάσει απαρατήρητη η σχέση εμπορεύματος (χρήματος)  και αφθαρσίας. Πρόκειται για την αφθαρσία του κέρδους: το κέρδος, η λεία δεν πρέπει να φθείρεται – όλα τα εμπορεύματα θα πρέπει να έχουν το αντίστοιχό τους σε ποσότητες χρυσού, την τιμή τους εκπεφρασμένη σε χρυσό μέσω του χρήματος.

Σας λέει κάτι αυτό; Πως πάει η τιμή του χρυσού, ανεβαίνει;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Ευφυείς οι σκέψεις σχετικά με την εμπορευματοποίηση της οικονομίας,Ασφαλώς βέβαια η Ιλιάδα δεν είναι έπος αφηρωϊσμού.Εκείνο που με ενόχλησε είναι η . της γλώσσας Δυστυχώς θεωρείται .Αντίθετα καταδικάζει τον μαθητή στην άγνοια του πλούτου και της κομψότητας του πεπαιδευμένου λόγου και το πιο επικίνδυνο
    προβάλλει την νοοτροπία του που ανέδειξε αδαείς στο σχολείο και την κοινωνία τις τελευταίες 4 δεκαετίες

  2. Θεωρώ την διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών απαράδεκτη, βασανιστήριο για τους έφηβους. Αν έχεις χρόνο και διάθεση, διάβασε την κατηγορία Κατάργηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Όσο για την Ιλιάδα, στην Α ο Αχιλλεύς είναι ήρωας αλλά στην Ω δεν είναι. Γιατί;