in Κυριαρχική

διάλογος ή συζήτηση; για τη σύγκρουση περί της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Α΄ και της κρητικής ιερογλυφικής

φίλες και φίλοι, καλημέρα σας

Ο γλωσσολόγος-ιστορικός Γεώργιος Πολύμερος διατείνεται ότι έχει αποκρυπτογραφήσει την κρητική ιερογλυφική, τον δίσκο της Φαιστού και την Γραμμική Α΄και ότι οι γραφές αυτές αναπαριστούν την ελληνική γλώσσα. Αυτά που διαβάζει τα δημοσιοποιεί, κατά κύριο λόγο, στα βιβλία που εκδίδει μόνος – το βιβλίο του για τον δίσκο της Φαιστού εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Νέα Θέσις. Και τα διαβάζουμε και εμείς. Κάποιοι, προφανώς και κάποιες, έχουν πειστεί και χαίρουν χαρά μεγάλη που αποδεικνύεται ότι οι συντάκτες των κειμένων των σφραγίδων της κρητικής ιερογλυφικής και των πήλινων πινακίδων της Γραμμικής Α΄ ήταν Έλληνες και μιλούσαν ελληνικά, κατά συνέπεια Έλληνες ήταν και όλοι οι κάτοικοι της  Κρήτης εκείνη την εποχή (1900-1450 π. Χ.).

Εγώ διαφωνώ. Και επιχειρώ να στηρίξω την διαφωνία μου πάνω σε επιχειρήματα. Τα περισσότερα από αυτά τα έχω εκθέσει στα κείμενα που έγραψα για την, σε κρητική ιερογλυφική γραμμένη,  πρόταση λήρ’ ή μώμ’ ώχου [li ri mu mu ku]  που διαβάζει πάνω σε σφραγίδα ο Γ. Πολύμερος, κείμενα στα οποία προχωρώ σε μια εξέταση, σε έναν έλεγχο της εν λόγω ανάγνωσης. Τα βασικά μου επιχειρήματα της διαφωνίας μου δεν τα έχω εκθέσει ακόμα, τα άφησα για το τέλος για να εξοικειωθούμε πρώτα με το ζήτημα και να αρχίσουμε από τα βασικά και τα εύκολα.

Η επιχειρηματολογία μου κινείται σε δύο άξονες. Πρώτον, υποστηρίζω ότι αυτά που διαβάζει ο γλωσσολόγος -ιστορικός Γ. Πολύμερος δεν είναι ελληνικά. Οι όροι ελληνική γλώσσα και ελληνικά εμένα μου είναι ξένοι. Δεν υπάρχει ελληνική γλώσσα και ελληνικά. Υπάρχει η αρχαιοελληνική, με τις διαλέκτους της, υπάρχει και η νεοελληνική. Την αρχαιοελληνική δεν την καταλαβαίνουμε, εκτός από αυτούς που διατείνονται ότι διαβάζουν Αριστοτέλη και Θουκυδίδη και Πλάτωνα και Αριστοφάνη και Σαπφώ με την ίδια ευκολία που διαβάζουν την εφημερίδα Καθημερινή ή την εφημερίδα  Χρυσή Αυγή. Αυτό το σπάνιο χάρισμα εγώ δεν το διαθέτω. Η αρχαιοελληνική και η νεοελληνική είναι δυο διαφορετικές γλώσσες, πολύ συγγενικές αλλά διαφορετικές. Εν ολίγοις, εγκαλώ τον Γ. Πολύμερο ότι έφτασε στη σημείο να διαβάζει ελληνικά μόνο αφού έγραψε στ’ αρχίδια του κανόνες, κανονικότητες και νόμους και έβαλε στη θέση τους δικούς του. Η αυθαιρεσία στη θέση της λογικής. Να σας πω μόνο ότι ο γλωσσολόγος-ιστορικός μας διαβάζει σε ἐνα κείμενο σε κρητική ιερογλυφική γραμμένο δυο φορές το μόριο ας! Ναι, το νεοελληνικό μόριο ας! Το οποίο ας προηγείται και στις δύο περιπτώσεις μιας Προστακτικής! Ας διαβάσουμε κι εμείς τι διαβάζει (Μίνως Δεσμώτης, σελ. 83): Όσο τ’ αγέρωχο γήρας  ας θωκ’ ες άρουρ’. Ος τούτ’ αστούς αύ’ άμ’ ας ίστω ούλο: Μέχρι να φτάσουν στα θλιβερά γηρατειά ας κατοικούν στην ύπαιθρο. Όποιος τους ανακηρύξει αστούς αμέσως ας γνωρίσει τον όλεθρο.  Τα  ας θώκ’  και ας ίστω είναι τερατουργήματα! Αρχαία ελληνικά και νέα ελληνικά μαζί, σαλάτα! Γιατί; Μα μία είναι η γλώσσα, η ελληνική, άρα, ό, τι και να διαβάσουμε είναι σωστό, αρκεί να είναι ελληνική λέξη. Σε μια άλλη σφραγίδα διαβάζει τη λέξη ασυστόλως! Μα τη Παναγία! Μια λέξη που εμφανίστηκε πριν από λίγες δεκαετίες! Σε μια άλλη τη λατινική λέξη κουστωδία!

Τα επιχειρήματα που θα παραθέσω τις επόμενες μέρες είναι ο δεύτερος άξονας και αφορούν τη μεθοδολογία που ακολούθησε και εφαρμόζει ο Γ. Πολύμερος για να φτάσει στην ανακάλυψή του. Εδώ, φίλες και φίλοι, θα δούμε και πάλι τη λογική να κείτεται κουρέλια στα πόδια μας και να θριαμβεύει η αυθαιρεσία -σας είχα προειδοποιήσει ότι θα αντιμετωπίσουμε  μεγάλο πρόβλημα με τη λογική.

Όταν θα ολοκληρωθεί η παράθεση των επιχειρημάτων μου θα διατυπώσω κάποια συμπεράσματα, στα οποία με οδηγεί η επιχειρηματολογία μου. Σήμερα, θα κάνω μια παρέκβαση για να σχολιάσω τα σχόλια και τη στάση των επικριτών μου. Πριν το κάνω όμως θα ήθελα να γράψω κάποια πράγματα για τον διάλογο και τη συζήτηση.

Θα αναρωτιέστε, φίλες και φίλοι, γιατί να αφιερώνω τόσες ώρες και τόσο μόχθο για να διατυπώσω την άποψή μου για την αποκρυπτογράφηση που κάνει ο Γ. Πολύμερος. Τα σχόλια και η στάση των επικριτών βάζουν το χεράκι τους και μας βοηθούν να αντιληφτούμε περί τινος πρόκειται.

Αυτό  που με ενδιαφέρει πρώτα από όλα  δεν είναι η ορθότητα ή μη της αποκρυπτογράφησης αλλά ή ίδια η σύγκρουση και μάλιστα η τέχνη της σύγκρουσης. Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο  της συγκεκριμένης σύγκρουσης; Είναι το εξής: θα συγκρουστούμε κάνοντας διάλογο ή κάνοντας συζήτηση;

Οι συνομιλητές μου θέλουν να κάνουν διάλογο και θέλουν να τον επιβάλουν. Εγώ τον αρνούμαι κατηγορηματικά. Προκρίνω τη συζήτηση. Υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ διαλόγου και συζήτησης; Ναι, φίλες και φίλοι, άλλο διάλογος άλλο συζήτηση, άλλο πούτσα άλλο βούρτσα.

Η βασική διαφορά τους είναι η εξής: η  συζήτηση έχει κανόνες, ο διάλογος δεν έχει κανόνες. Υπάρχει μια ηθική της συζήτησης και μια ηθική του διαλόγου. Δεν υπάρχουν ανήθικοι άνθρωποι, από τη στιγμή που η ηθική συνδέεται πολύ στενά με την ιδεολογία. Η ιδεολογία και η πολιτική , λόγου χάριν, της εξόντωσης συνδέεται στενά με την ηθική της εξόντωσης.

Οι κανόνες του διαλόγου είναι οι κανόνες της ρητορικής, δηλαδή, οι κανόνες του πολέμου μιας και η ρητορική και ο διάλογος κατάγονται από τον πόλεμο. Όπως στον πόλεμο, έτσι και στην ρητορική και τον διάλογο νικά ο πιο ισχυρός. Η Ισχύς (πόλεμος, Κυριαρχία, ρητορική, διάλογος) έχει περισσότερες σχέσεις με την Ηδονή παρά με τη Λογική, έχει περισσότερες σχέσεις με την έξόντωση και την επιβολή της υποταγής παρά με την άσκηση και την επιβεβαίωση της ελευθερίας και της ισότητας. Ο διάλογος είναι διαταγή, η συζήτηση είναι διαπροσωπική, ομαδική, συλλογική αναζήτηση. Ο διάλογος είναι ένας τρόπος υλοποίησης μιας διαταγής: Παίρνω μια απόφαση, την οποία θέλω να υλοποιήσω, και καλώ αυτόν που τον αφορά, που θα εκτελέσει τη διαταγή, να κάνουμε διάλογο, έχοντας κατά νου ότι δεν μπορεί παρα να εκτελέσει τη διαταγή. Κατά συνέπεια, εάν διαφωνήσει, δεν θα είναι διαφωνών αλλά θα χαρακτηριστεί ως ανατροπέας, εξεγερμένος, ανυπάκουος, επαναστάστης, αντιφρονών!

Προκειμένου να έχει αίσιο τέλος ο διάλογος, να υλοποιηθεί δηλαδή η ειλημμένη  απόφαση, αυτός που (θέλει να) κάνει διάλογο καταφεύγει σε κάθε μέσο για να εξαναγκάσει τον άλλον να δεχτεί την απόφαση. Στην αρχή καλοπιάσματα, φιλοφρονήσεις, κολακείες και άλλα πολλά. Αν δεν έχουν αποτέλεσμα όλα αυτά, τη θέση τους παίρνουν οι,  καλυμμένες και υπόρρητες  αρχικά και ρητές στη συνέχεια, απειλές, εκβιασμοί, εκφοβισμοί. Ο βασικός σκοπός είναι να πτοήσει τον αντίπαλο, να τον εκφοβίσει, να τον συκοφαντήσει, να τον γελοιοποιήσει, να τον εξευτελίσει, να του αφαιρέσει την όποια ισχύ διαθέτει και του έχει απομείνει. Εάν τον λυγίσει, θα τον υποτάξει: ο διάλογος έληξε με επιτυχία. Στην αντίθετη περίπτωση, αυτός που επέλεξε και κάνει τον διάλογο θα αποχωρήσει για να αναζητήσει άλλους τρόπους υλοποίησης της ειλημμένης απόφασης, που με την επίφαση της δημοκρατικού διαλόγου δεν κατέστη δυνατή.

Εάν ο διάλογος, λόγω της καταγωγής του, αφορά το συμφέρον, άρα τον χαρακτήρα της εγκαθιδρυμένης σχέσης, της Κυριαρχίας δηλαδή, μας επιτρέπεται να διατυπώσουμε το εξής: όποιος είναι Κύριος, κάνει διάλογο -όποιος κάνει διάλογο θἐλει να εγκαθιδρύσει σχέση Κυριαρχίας, θέλει να είναι Κύριος: πλούσιος, ισχυρός και διάσημος. Κατά συνέπεια, η πρακτική του διαλόγου ανθεί και μεταξύ Κυρίων και μεταξύ Υποτελών.  Η μάνα του Γιαννάκη τον ρωτά, Γιαννάκη, θέλεις να πιεις το γαλάτάκι σου, και ο Γιαννάκης απαντά:Όχι, μαμά, δεν πεινάω. Εντάξει, Γιαννάκη, είναι μια απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί. Αυτή είναι συζήτηση διότι αποδέχομαι την ελευθερία του άλλου να μην πεινάει ή, ακόμα κι αν πεινάει να μην θέλει να πιει το γαλατάκι του. Θα μπορούσε όμως η μαμά του Γιαννάκη να επαναλάβει την ερώτηση, με ένα επιτονισμό της φωνής που δηλώνει αυστηρότητα και διαταγή! Αντί να διατάξω καθαρά, ρωτάω, και ρωτάω κάποιον που πριν από λίγο μας έδωσε μια αρνητική απάντηση! Αυτή η μαμά του Γιαννάκη θέλει να κάνει διάλογο, η πρώτη μαμά κάνει συζήτηση. Ο Γιαννάκης που θα υποστεί τον διάλογο μάλλον θα υποστεί κατά την εφηβεία και τις υπηρεσίες των ψυχιάτρων και των ψυχαναλυτών.

Να ποια είναι η σύγκρουση. Ο Γ. Πολύμερος είναι βέβαιος ότι η γλώσσα που αναπαριστούν η κρητική ιερογλυφική και η Γραμμική Α΄ είναι η ελληνική. Εγώ διαφωνώ. Και διατυπώνω με επιχειρήματα τις διαφωνίες μου. Θεωρώ ότι δεν πρόκειται για την ελληνική (της εποχής εκείνης) αλλά για μια γλώσσα που δεν είναι η ελληνική. Ας συζητήσουμε λοιπόν εάν είναι ελληνική ή όχι. Με επιχειρήματα δείχνω ότι αυτά που διαβάζει ο Γ. Πολύμερος δεν είναι αρχαία ελληνικά. Ότι επινοεί, κατασκευάζει ελληνικές λέξεις αλλά αυτές οι ελληνικές λέξεις καταλύουν κάθε έννοια κανόνα, κανονικότητας νόμου, κάθε επιστημονική δεοντολογία και μεθοδολογία. Ο Γ. Πολύμερος θέλει να κάνει, και κάνει, διάλογο. Θέλει να επιβάλει την άποψή του. Εγώ δεν θέλω να κάνω διάλογο. Δεν θέλω, δεν μπορώ να δεχτώ άκριτα την άποψή του. Ούτε θέλω να επιβάλω την άποψή μου, να συζητήσουμε θέλω. 

Ας δούμε τώρα, αφού πιω ένα καφεδάκι και καπνίσω ένα απλό τσιγαράκι, την ηθική της συζήτησης, δηλαδή τους κανόνες της. 

Όταν συν-ζητάμε, αναζητάμε από κοινού κάτι. Είμαστε φίλοι, πνευματικοί φίλοι, τουλάχιστον. Μας συνδέει κάτι κοινό: να εντοπίσουμε και να ερευνήσουμε τα λάθη μας.  Αφού είμαστε (πνευματικοί) φίλοι, οφείλουμε, πρώτον,  να σεβόμαστε τον άλλον και, δεύτερον, να τον ενθαρρύνουμε και να τον βοηθάμε  να συνεχίσει την αναζήτηση τόσο μόνος του όσο και μαζί. Δεν μας επιτρέπεται να χλευάζουμε, να βρίζουμε, να ταπεινώνουμε, να εξευτελίζουμε και να μιλάμε απαξιωτικά για τον αντίπαλο. Αυτό δεν είναι συζήτηση  αλλά διάλογος. Αφού αναζητάμε, οφείλουμε να απαντάμε σε κάθε τι μας ρωτούν, να ανταποκρινόμαστε σε κάθε κάθε έλεγχο και κριτική. Δεν μας επιτρέπεται να αδιαφορούμε γι αυτό που μας κάνει κριτική ο αντίπαλος ή μας ζητάει να αποσαφηνίσουμε -αυτό δεν είναι συζήτηση αλλά διάλογος. Επίσης,  δεν μας επιτρέπεται να διαστρεβλώνουμε τα επιχειρήματα του αντιπάλου -αυτό δεν είναι συζήτηση, είναι διάλογος.  

Το ποια θα είναι η κατάληξη της συζήτησης δεν μας ενδιαφέρει. Μπορεί να καταλήξουμε σε μια συμφωνία, μπορεί να μάθουμε καινούργια πράγματα, μπορεί να αναθεωρήσουμε κάποιες απόψεις, μπορεί να μην πειστούμε με τα επιχειρήματα του αντιπάλου και τελικά η συζήτηση να αποβεί άγονη. Μετά από ένα μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα, κι αφού προετοιμαστούμε καλύτερα, ενδέχεται  να επανέλθουμε και να ξανα-συζητήσουμε με άδηλη και αυτή τη φορά την κατάληξη της συζήτησης.

Αυτούς τους κανόνες της συζήτησης, ο Γ. Πολύμερος και αυτοί που συμφωνούν μαζί του και σχολίασαν τα επιχειρήματά μου τους έγραψαν στ’ αρχίδια τους. Δεν απαντούν σε όλα όσα τους ζητώ να απαντήσουν, διαστρεβλώνουν τα επιχειρήματά μου και επιδιώκουν να με εξευτελίσουν, να με ταπεινώσουν, να με πτοήσουν με λίγα λόγια. Θέλουν να κάνουν διάλογο, θέλουν να συμφωνήσω μαζί τους, επιδιώκουν να επιβάλουν δηλαδή μια σχέση Κυρίου-δούλου. Κι αφού εγώ δεν συμφωνώ, επιχειρούν να με ταπεινώσουν και να με λοιδορήσουν.

Τι περίμενα από έναν γλωσσολόγο-ιστορικό; Να γράψει ένα κείμενο στο οποίο θα απαντά σε όλα όσα τον εγκαλώ, να μου το στείλει και να δημοσιευτεί. Εγώ θα συνέτασα μια απάντηση, μετά αυτός  και η συζήτηση θα συνεχιζόταν μέχρι στο σημείο που θα μπορούσε να συνεχιστεί. Τι έκανε ο Γ. Πολύμερος; Αντί να μας στείλει ένα κείμενο στο οποίο θα απαντά σε όλα όσα τον εγκαλώ, περιορίστηκε σε ένα σχόλιο στο οποίο απαντά μόνο σε δυο τρεις διαφωνίες μου ενώ  οι άλλες δεκαπέντε διαφωνίες, σε επίπεδο μορφολογικό, σημασιολογικό, συντακτικό και φωνητικό, είναι σαν μην υπάρχουν. Η πλάκα είναι ότι οι εξηγήσεις που δίνει χειροτερεύουν τη θέση του -θα το δούμε αύριο το πρωί!

Και την κοπανάει και φεύγει με την διαπίστωση ότι είμαι ανάξιος να του ασκήσω κριτική. Αυτός είναι άξιος, εγώ είμαι ανάξιος, άρα, για ποιο λόγο να συνεχίσουμε;

Πολύ σωστά, πάρα πολύ σωστά!  Ο Γ. Πολύμερος δέχεται ότι υπάρχουν άνθρωποι άξιοι και ανάξιοι, όπως υπάρχουν και λαοί και γλώσσες και πολιτισμοί άξιοι και ανάξιοι. Εγώ θεωρώ ότι δεν υπάρχουν άξιοι και ανάξιοι άνθρωποι, λαοί, γλώσσες, πολιτισμοί. Είμαι 54 ετών και ακόμα δεν έχω δει ανάξιο άνθρωπο. Η μητέρα μου ήταν αναλφάβητη, ο πατέρας μου είναι αναλφάβητος. Ήταν ανάξια η μητέρα μου; Δεν έφαγες, Γεώργιε, σπανακόπιτα από τα χεράκια της μάνας μου! Ο πατέρας μου, λατόμος,  με μια ματιά και μόνο έβλεπε που έπρεπε να βάλουν τον δυναμίτη για να αποσπάσουν από το βουνό όσο γίνεται μεγαλύτερο  όγκο μαρμάρου, με τις μικρότερες το δυνατὀν ζημιές. Εσύ, Γεώργιε, μπορείς να το κάνεις αυτό;

Ο Γ. Πολύμερος και οι περί αυτόν διακρίνουν τους ανθρώπους σε άξιους και ανάξιους. Ένας από τους ανάξιους, τους ανίκανους είμαι και εγώ. Άρα, ως ανάξιος δεν μπορώ να ελέγχω, να εξετάζω, να κρίνω έναν άξιο, όπως είναι ο Γ. Πολύμερος, γλωσσολόγος-ιστορικός. Εάν τώρα αναρωτηθώ ποιά ιδεολογία έχει ως ύψιστη αρχή την άποψη ότι υπάρχουν άξιοι και ανάξιοι, θα σας παραθέσω ευθαρσώς την άποψή μου: ο φασισμός/ναζισμός. [Και εάν αναρχικός ή κομμουνιστής πιστεύει ότι υπάρχουν άξιοι και ανάξιοι, τότε αυτός είναι  ένας αναρχικός με φασιστικές ιδέες, ένας κομμουνιστής, αριστερός, με φασιστικές ιδέες].

Τις προσεχείς μέρες θα σχολιάσω τη απάντηση του Γ. Πολύμερου, θα ολοκληρώσω την παρουσίαση των επιχειρημάτων μου και ακολούθως , δίκην συμπεράσματος, θα συνεχίσω την προβληματική του σημερινού σημειώματος. 

 

Σχολιάστε ελεύθερα!

15 Comments

  1. Βρε αγράμματε άνοιξε και κανένα λεξικό. Στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής του Σταματάκου στο λήμμα “ας” θα βρεις την απάντηση που αγνοείς. Και σταμάτα να πλαστογραφείς και να παραπληροφορείς για να κάνεις την κακία σου να επιπλεύσει. Η λέξη που κακογράφεις είναι “ασύστολ(α)” κι όχι ασυστόλως. Είναι ουδέτερο πληθυντικού και αντικείμενο στο σιστώτε. Άνοιξε πάλι κάποιο λεξικό, όποιο θέλεις, και θα δεις το ρήμα συστέλλω με δεκάδες παράγωγα και το παθητικό συστέλλομαι με δεκάδες παράγωγα. Το ρήμα είναι μερικών χιλιετιών. Αγράμματε ε αγράμματε. Σχετικά με την λέξη κουστωδία ψάξε λίγο καλλίτερα και θα δεις ότι είναι στην κατηγορία cognosco, geno, fero που είναι εμφυτευμένες απο την πρωτοελληνική στην λατινική. Αλλά που να τα μάθεις αυτά; Μας έχεις “φλομώσει”στο ψέμμα και στη δήθεν κουλτούρα. Κι επειδή γράφτηκε ότι εκλιπαρούσες τον Πολύμερο να σου στείλει τα βιβλία του δωρεάν το μόνο που θα μπορούσε να διασώσει την ήδη καταρρακωμένη ηθική σου θα ήταν να του τα στείλεις πίσω. Αλλά ποιός έχασε την τσίπα; Κι ένα τελευταίο. Αυτό το “ας” εμπεριέχεται και στον Όμηρο τον οποίον δήθεν ξέρεις απ’ άξω κι ανακατωτά. Κι ας μην το περιέχουν τα περισσότερα ομηρικά λεξικά. Ξύπνα.

  2. Κι εννοείται ότι σε εγκαταλείπω στην κακία και στην άγνοιά σου. Εσύ ο συγκεκριμμένος δεν μπορείς να επικαλεστείς καμμία ηθική διαλόγου. Ένας αμαθής διαστρεβλωτής είσαι και τίποτα παραπάνω. Ως εκ τούτου δε αφίνω να εκπλήττεις τους αδαείς και να κορδώνεσαι ότι όταν θα μάθεις καλά σουμεριακά θα διαβάσεις τις πινακίδες της γραμμικής Α, αυτές που διάβασε ο Πολύμερος και στις έστειλε καλή τη θελήσει. Αν εξεμάνης γιατί η δοκησισοφία σου καταστράφηκε δια παντός, γιατί διαψεύσθηκες ακόμα και στα πιο μικρά όπως το akerewa, τί να σου κάνω κι εγώ; Σταμάτα να πλαστογραφείς. Δεν είναι καλό για τους καλόπιστους αναγνώστες σου. Ξύπνα.

  3. Δύο ας διαθέτει η αρχαία ελληνική γλώσσα, τα οποία έχει καταχωρήσει ο Ι. Σταματάκος στο λεξικό του, σελ. 183. Το πρώτο, το οποίο γράφεται με ψιλή και περισπωμένη ή με ψιλή και οξεία ή με δασεία και οξεία, είναι αιολικοί και δωρικοί τύποι του χρονικού επιρρήματος έως της αττικής και σημαίνει έως, μέχρις ότου, έως ότου, εφ’ όσον.
    Το δεύτερο ας γράφεται με δασεία και περισπωμένη, είναι δωρικός τύπος, γενική ενικού, θηλυκού γένους της αναφορικής αντωνυμίας ος, η, ο -με δασεία και οξεία και οι τρεις τύποι. Στην αττική, η γενική αυτή είναι γνωστἠ ως ης, με δασεία και περισπωμένη.
    Αυτά τα δύο ας δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με το ας που διαβάζει ο Γ. Πολύμερος στο κείμενο που ανέφερα: δεν είναι ούτε χρονικό επίρρημα ούτε αναφορική αντωνυμία. Αυτό το ας είναι το νεοελληνικό μόριο ας που εμφανίστηκε κατά τη βυζαντινή εποχή και προέρχεται από την προστακτική άφες, του αφίημι που σημαίνει αφήνω. Τι δουλειά έχει στο 1900-1450 π.Χ. μόνο ο Πολύμερος κι εσύ το γνωρίζετε.
    Εσὐ άνοιξες το λεξικό του Σταματάκου, διάβασες τα δύο ας και χάρηκες, αντί να κλάψεις. Θα έκλαιγες, εάν ήσουν παρατηρητικός.
    Αυτά προς το παρόν. Για τα άλλα ζητήματα όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και όταν δημοσιεύσω την ηλεκτρονική αλληλογραφία μου με τον Γ. Πολύμερο θα μάθεις με ποιον τρόπο του ζήτησα τα βιβλία.

  4. Υ.Γ. Για τους καλοπροαίρετους αναγνώστες σχετικά με την λέξη κουστωδία: ας ρίξουν μια ματιά, για να αρχίσουν με τα εύκολα, στην ιστορική γραμματική της αρχαίας ελληνικής του Ιωάννη Σταματάκου παρ. 93 εδάφιον 2 (ενεστώτες εις -Jo μετά του ιαπετικού προσφύματος jo,-je, γ΄ενικό -jeti). Έτσι για αρχή.Αργότερα θα τους πω που θα βρουν τις πανάρχαιες ελληνικές λέξεις που εμβολιάστηκαν στην ετρουσκική και μέσω αυτής στην λατινική. Όπως το cognoscjo, το custodjo, το ferjo, clinjo κ.λ.π. Για να βγουν στα καθαρά νερά της επιστημονικής αλήθειας και να εγκαταλείψουν τον βούρκο της σοφιστείας και της βωμολοχίας. Γειά και χαρά.

  5. Εσύ μείνε στο νεοελληνικό που είναι βυζαντινό και δεν είναι νεοελληνικό. Υπάρχουν δεκάδες ας στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόνο που εσύ τα αγνοείς. Ενα απ’ αυτά το οποίο ξεκίνησε ως τύπος προστακτικής για να μοριοποιηθεί και να συντάσσεται με προστακτική και προτρεπτική είναι η προστακτική αορίστου γ’ πρόσωπο του ρήματος άεται. Το ρήμα απαντάται μόνο στο τρίτο πρόσωπο ενικού. Και δεν το περιέχουν τα λεξικά σου. Το περιέχουν όμως δεκάδες λεξικά. Ενδεικτικά αναφέρω, για αρχή προς τους αναγνώστες κι όχι προς εσένα ο οποίος είσαι ανεπίδεκτος μαθήσεως, το λεξικό Hoffman. Αυτά και τέλος οριστικό αυτή τη φορά. Δεν ξαναασχολούμαι με ανοησίες.

  6. Κ.gusgepollge, να μιλατε πιο όμορφα. Δεν αρμόζει σε ένα επιστήμονα να μιλάει έτσι…

  7. Όπως κατέδειξε καίρια ο K. Popper, κάθε γνήσιος έλεγχος μιας θεωρίας είναι και μια προσπάθεια να διαψευστεί ή να αναιρεθεί αυτή. Η δυνατότητα διάψευσής της και όχι επαλήθευσής της είναι αυτή που της προσδίδει τον επιστημονικό της χαρακτήρα. Η ιστορία των επιστημών είναι μια αλυσίδα ανατροπών! Η γνώση κατακτάται μέσα από την ανατροπή, την αναθεώρηση, την αμφισβήτηση, τη διάψευση ή την απόρριψη των εκάστοτε ισχυουσών υποθέσεων και εικασιών, της υπέρβασης του κατεστημένου. (Το στοιχείο της ανατρεψιμότητας χαρακτηρίζει κατ’ εξοχήν τις ηθικές αρχές, οι οποίες δεν περιορίζονται από την πραγματικότητα, όπως οι φυσικοί νόμοι, αλλά καθορίζονται υποκειμενικά, είναι αξιολογικές εκφράσεις και όχι περιγραφικές προτάσεις, για να αναφερθώ και στα ανωτέρω λεχθέντα περί ηθικής…).
    Πιο συγκεκριμένα, να πω ότι αυτό που έχουμε ανάγκη, κατά τη γνώμη μου, είναι άτομα με κριτικό πνεύμα, φαντασία, τόλμη και διάθεση ανατροπής, όπως ο φιλοξενών μας, τα οποία όχι απλώς ανοίγουν τα βιβλία και τα λεξικά, αλλά συμβάλλουν με τον τρόπο τους στο να γραφτούν νέες σελίδες σε αυτά! Γιατί όχι; Οι προσπάθειες όλων όσων ερευνούν, γράφουν και εκτίθενται είτε σε βιβλία είτε σε ιστοσελίδες είναι θεμιτό, λογικό αλλά και επιβεβλημένο να αμφισβητούνται, να διαψεύδονται, αν θέλουν να διατρανώσουν το επιστημονικό τους κύρος, και όχι όπως θα πίστευε κανείς να υψώνονται και να καρφώνονται σε κάποιο βάθρο αναντίρρητης αλήθειας. Μέσα από τα ενδεχόμενα λάθη φτάνουμε προοδευτικά σε ακριβέστερες υποθέσεις και εικασίες, πιο κοντινές στην πραγματικότητα, κι αυτή η διαδικασία είναι προέκταση ή αντανάκλαση της λογικής συμπεριφοράς των ανθρώπων.
    (Τα παραπάνω βασίστηκαν στο βιβλίο του Θ. Πελεγρίνη ‘’Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση’’, σελ. 200-212. Αλήθεια, αγαπητέ Αθανάσιε, αν κάνεις ένα υπο-νήμα με τον τίτλο Βιβλιογραφία, θα μπορούσαμε εκεί να παραθέσουμε διάφορα βιβλία που έχουμε υπόψη και να ανταλλάξουμε διαβάσματα! Το ‘’Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της’’, του Popper, εγώ θα το πρότεινα..)
    Καλή συνέχεια στις συν-ζητήσεις μας!

  8. Εσείς έχετε διαβάσει τα βιβλία του Πολύμερου; Τότε πώς σπεύδετε να μιλήσετε γι’ αυτά; Βγάλτε πρώτα τα γυαλιά της ιδεοληψίας και μετά πείτε αυτό που θέλετε.Ωρα είναι να μας πείτε ότι η Κρήτη κατοικούνταν απο…Σουμέριους. Αυτές τις ανατροπές φαντασιώνεστε;

  9. Υ.Γ. Η άγνοια, η διαστρέβλωση και η ημιμάθεια δεν αποτελούν παράγοντες ανατροπής. Αντίθετα είναι βασικοί συντελεστές στον σκοταδισμό και εμποδίζουν στην διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Ιδίως όταν η άγνοια και η διαστρέβλωση γίνονται επι τούτου με σκοπό να αναδείξουν την πνευματική υπεροχή ενός δήθεν, ενός ημιμαθή.

  10. Ταχα δεν ασχολειστε κι ολο χολη βγαζετε.Δρατζο μη μασας απ τους λακεδες τους ελληνολαγνους που νομιζουν οτι η (ελληνικη)γλωσσα ειναι δοτη.

  11. Ως φιλόλογος γουστάρω τρελά που ένας οικοδόμος ρεζίλεψε έναν κομπογιαννίτη ιστορικό γλωσσολόγο…τρομάρα του αποκρυπτογράφησε και την κρητική. Γέμισε και η γλωσσολογία Λιακόπουλους.

    Ρε συ Αθανάσιε…μαγκιά σου.

  12. Χάρη, Αντωνία, phytorea, Βασίλη,
    σας ευχαριστώ για τη συμπαράστασή σας, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο κουράγιο και χαρά μου δώσατε. Κάποια στιγμή ένιωσα πως είμαι μόνος.
    Αντωνία, μου άρεσε η πρότασή σου. Το πρόβλημα είναι ότι είμαι παντελώς σκράπας όσον αφορά τα της διαχείρισης και δημιουργίας ιστοσελίδων. Τι είναι το υπο-νήμα, μπορώ να το φτιάξω μόνος μου ή με τη βοήθεια κάποιου φίλου ή φίλης; Πρέπει να καταφύγω στις υπηρεσίες κάποιου ειδικού; Θα μπορεί να μπαίνει όποιος, όποια θέλει και να παραθέτει βιβλιογραφία που προτείνει;

  13. καλημερα,
    για το αντικειμενο της συγκρουσης, αν και με πειθει ο Aθανασιος, δεν εχει αξια να τοποθετηθω, αφου ως ασχετος, ο μονος γλωσσολογος που γνωριζω επιστημονικα ειναι ο τσομσκυ λόγω της εφαρμογης της δουλειας του στη πληροφορικη (βλ. αλγοριθμος τσομσκυ).
    ειναι δευτερευον ομως ποιος εχει δικιο, καθως η ιδια η συγκρουση αποκαλυπτει πολυ ωραια τους εμπλεκομενους με τον τροπο που αντεδρασαν σε μια κριτικη. και αυτη η αναλυση και θεση του Αθανασιου περι διαλογου και συζητησης ειναι κατα τη γνωμη μου εγκυρη και αξιοπρεπης.
    το “υπομνημα” που προταθηκε στην πιο απλη μορφη του θα μπορουσε να ειναι ενα νεο μενου (οπως ο σκοπος, η λειτουργια κτλ), που θα δειχνει στο αρθρο με τη βιβλιογραφια και οποιος θελει θα μπορει να προτεινει βιβλιογραφια μεσω σχολιων. αυτα τα σχολια αν θελει ο αθανασιος θα μπορει να τα ενσωματωνει στο κειμενο.

  14. *μιλαω για το “υπο-νημα” και οχι υπομνημα φυσικα 🙂

  15. Ευχαριστώ, Γρηγόρη, κατἀλαβα τον όρο υπό-νημα, είναι η κατηγορία. Πολύ ωραία, θα εγκαινιάσω μια κατηγορία και θα ενσωματώνω εγώ ο ίδιος αυτά που προτείνονται μέσω σχολίων.