in Κυριολογία

η Κυρία Μέρκελ είναι θεός

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

(προσοχή! το αυτοκίνητο δεν δαγκώνει – τρώει!)

Θα έχετε παρατηρήσει ότι υπάρχουν κάποιες, αρκετές, αρχαιοελληνικές λέξεις τις οποίες δεν μεταφράζουμε. Υπάρχουν δυο λόγοι που το κάνουμε αυτό. Δεν μεταφράζουμε τις λέξεις που δεν άλλαξαν σημασιολογικά, λόγου χάριν τη λέξη ‘μέλι’ ή ‘θάλασσα’ και άλλες. Υπάρχουν όμως και κάποιες λέξεις που δεν τις μεταφράζουμε διότι δεν μπορούμε να τις μεταφράσουμε και δεν μπορούμε διότι δεν γνωρίζουμε τι εννοούσαν οι αρχαίοι με αυτές τις λέξεις. Θεωρούμε λοιπόν ότι η λέξη ‘θεός’ (και το θηλυκό είναι ‘θεός’, το θεά είναι μεταγενέστερο· υπάρχει και το θέαινα, όπως σήμερα λέμε Γιώργαινα) σημαίνει ό,τι και ηλέξη ‘Θεός’! Και όμως! Είναι πρόδηλο ότι ο Ζεύς είναι θεός, δεν είναι όμως Θεός! Δεχόμαστε ότι ο Θεός είναι μια πρωταρχική οντότητα από την οποία προκύπτει ό,τι υπάρχει: δημιούργησε τον κόσμο, όρισε τους νόμους της κίνησής του και άραξε. Αλλά ο αρχαιοελληνικός θεός ούτε πρωταρχική οντότητα είναι, ούτε τον κόσμο δημιούργησε, ούτε όρισε τους νόμους της κίνησης, ούτε άραξε ποτέ.

Ο θεός λοιπόν δεν είναι Θεός. Τι είναι; Πως θα μεταφράζαμε λοιπόν την αρχαιοελληνική λέξη ‘θεός’; Ποιά ήταν η αρχική σημασία της λέξης; Πως πλάστηκε αυτή η λέξη, από ποιούς, πότε; Με αυτό το ζήτημα θα καταπιαστούμε σήμερα.

 Υπάρχουν δύο τρόποι να εντοπίσουμε την αρχική σημασία της λέξης. Ο πρώτος είναι η ετυμολογία. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή ετυμολογία. Έχουν προταθεί διάφορες υποθέσεις, ομοφωνία όμως δεν υπάρχει. Κάποιοι τη συσχετίζουν με τη λατινική deus, που σημαίνει ‘λαμπρός, φωτεινός’. Υπάρχει όμως ένα ψιλοπροβληματάκι. dies είναι η μέρα, το φως της μέρας· η ρίζα diF- υπάρχει στη γενική Διός <ΔιFός, οπότε και στην ονομαστική ‘Ζεύς’ , όπως έχουμε υποστηρίξει: diF-je-us > Ζεύς, αυτός που ρίχνει, βάλλει το φως. Κατά συνέπεια, ο θεός δεν έχει σχέση με το φως. Οι λέξεις θέσφατος, θέσπις (θεσ- και έπος, ο λόγος του θεού >θεσπέσιος) , θέσκελος (όμοιος με τον θεό) μας υποδεικνύουν ότι το θεός προέρχεται από τo *θεσός (ο αστερίσκος σημαίνει ότι δεν υπάρχει γραπτή μαρτυρία της λέξης). Κατά τον 16ο π. Χ. αιώνα, το αργότερο, το σ μεταξύ φωνηέντων μετατρά)πηκε σε h, το οποίο αργότερα σιγήθηκε. Το θέμα λοιπόν, το βασικό μόρφημα της λέξης είναι θεσ-.   Τί να είναι όμως αυτό το θεσ-, τι να σημαίνει. Υπάρχει σε κάποια άλλη λέξη; Υπάρχει! Θα το βρούμε στη λέξη Θησεύς. Να σας υπενθυμίσω ότι το η προφερόταν ως μακρό ε, οπότε ο Θησεύς προφερόταν ως Θεεσεύς. Το φαινόμενο αυτό, της ετεροίωσης, της μετάπτωσης του φωνήεντος είναι ένα πολ’υ γνωστό φαινόμενο. Ποιοτική ετεροίωση έχουμε όταν η εναλλαγή του φωνηεντισμού αφορά το ε και το ο: λέγω, λόγος – μένω, μόνος και άλλα πολλά.  Ποσοτική ετεροίωση έχουμε όταν ο ε εναλλάσσεται με το η και το ο με το ω: πατέρα, πατήρ – δότης, δωσίλογος.

Το μόρφημα λοιπόν θεσ- εμφανίζεται ως θεσ- και ως θησ-. Εάν το μόρφημα -ευς δηλώνει τον δράστη μιας ενέργειας (φονεύς – αυτός που διαπράττει φόνο), τότε ο θησ-εύς κάνει κάτι που δηλώνεται με το μόρφημα θεσ-. Δεχόμαστε, και υπάρχει ομοφωνία σε αυτό, ότι ο θησεύς δηλώνει τον ιδρυτή (αυτόν που συνοικίζει, που εκπολιτίζει). Αλλά ο ιδρυτής, η λέξη μας το λέει (sid <sed, εξ ου και έδρα και οδός – το μονοπάτι πάνω στο οποίο μπορείς να καθίσεις για να ξεκουραστείς κατά την πεζοπορία), είναι αυτός ο οποίος κάθεται σε ένα μέρος, εγκαθίσταται. Γνωρίζουμε όμως ότι η εγκατάσταση, η ίδρυση κάθε άλλο παρά μια ειρηνική διαδικασία ήταν.

Ας αφήσουμε προσώρας την ετυμολογική προσέγγιση κι ας βρούμε καταφύγιο στον άλλο τρόπο εντοπισμού της αρχικής σημασίας της λέξης ‘θεός’: να τους γνωρίζουμε από κοντά. Μόνο ένα κείμενο είναι σε θέση να μας τους συστήσει: η Ιλιάδα. Εκεί, οι θεοί είναι πολύ ανθρώπινοι. Τρώνε, πίνουν, προφανώς θα κλάνουν και θα χέζουν, κλαίνε, γελάνε, οργίζονται, φοβούνται, χαίρονται, συνωμοτούν, πολεμούν, τραυματίζονται, εξαπατούν, με λίγα λόγια είναι και κάνουν ό,τι και το ακροατήριο του αοιδού, οι ποιμένες/γαιοκτήμονες της γεωμετρικής (900-700 π. Χ.) και αρχαϊκής εποχής (700-500). Το ότι το ανδρικό ακροατήριο ταυτίζεται με τους θεούς δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία.

Οι θεοί όμως διαφέρουν από το ακροατήριο κυρίως ως προς αυτά: είναι αθάνατοι και ζουν στα ύψη. Ταυτιζόμενο με τους θεούς, η αθανασία δεν είναι τίποτα άλλο από παρά η επιθυμία της σωματικής αθανασίας. Ο θεός είναι αυτό που θα ήθελε να ήταν ο ήρωας πολεμιστής, ο ποιμένας/γαιοκτήμονας. Ως προς το ύψος όμως του ενδιαιτήματος, η διαφορά δεν είναι ριζική. Διότι οι μυκηναϊκές και μεταγενέστερες ακροπόλεις, οι κατοικίες του μυκηναίου Κυρίου και των απογόνων του, μας προτρέπουν να διατυπώσουμε την άποψη ότι οι ήρωες ζουν στα ύψη αλλά όχι τόσο ψηλά όσο οι θεοί – δηλαδή, θα ήθελαν να ζουν ακόμα πιο ψηλά, στην κορυφή του Ολύμπου ή στον ουρανό. Γιατί όμως;

Εάν ζουν τόσο ψηλά, θα είναι αόρατοι, όπως και οι θεοί. Οι οποίοι κατεβαίνουν στη γη για να αρπάξουν, να απαγάγουν την Ευρώπη, να τη βιάσουν, να σκοτώσουν, να κλέψουν και άλλα πολλά – κάνουν δηλαδή ό,τι και οι κάτοικοι των ακροπόλεων.  Όσο πιο ψηλά τόσο πιο πολλούς και τόσο πιο μεγάλη επικράτεια μπορούν να επιτηρήσουν (οι σύγχρονες ακροπόλεις είναι οι διαστημικοί κατασκοπευτικοί δορυφόροι – πανταχού παρουσία). Το ύψος εξασφαλίζει λοιπόν ασφάλεια, απόκρυψη της λείας, επιτήρηση και είναι παντελώς πρόδηλο γιατί έγινε συνώνυμο της Κυριαρχίας. 

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι οι θεοί στην Ιλιάδα είναι τοποτηρητές, κατακτητές που ζουν ψηλά και επιτηρούν την κατακτημένη  περιοχή, την επικράτεια. Μα και οι ήρωες, οι ένοικοι των ψηλών και απόκρημνων και απρόσιτων ακροπόλεων είναι τοποτηρητές. Οι θεοί τοποτηρητές  είναι οι ήρωες τοποτηρητές που, κατά φαντασίαν,  ζουν πιο ψηλά και είναι και αθάνατοι. 

Και φτάνω στο σημείο να αναρωτηθώ: μήπως η λέξη θεοί ήταν αρχικά μια λέξη που χαρακτήριζε τους κατοίκους της υψηλής και απόκρημνης πόλεως, της ακροπόλεως δηλαδή, του απόκρημνου φρουρίου, του απρόσιτου ψηλού οχυρού; Μήπως αρχικά αποκαλούσαν θεούς τους κατοίκους των υψηλών ακροπόλεων;

Υποστηρίζω ότι η λέξη θεός (θεοί) υιοθετήθηκε από τους αοιδούς της προφορικής ποιητικής αφήγησης (ηρωική, επική ποίηση) για να ενοφθαλμίσουν (μπολιάσουν) τις επιθυμίες των ηρώων, με αποτέλεσμα να σχηματιστούν τα όντα αυτά που αποκαλούμε θεούς. Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι οι αοιδοί έπλασαν τους θεούς – συμφωνώ με τον Ηρόδοτο. Συμφωνώ και με τον Ησίοδο ο οποίος μας λέει ότι κάποτε θεοί και θνητοί μαζεύτηκαν για να ψήσουν και να φάνε αρνιά. Μπορεί οι θεοί να τρώνε νέκταρ και να πίνουν αμβροσία, και να χέζουν αθάνατα σκατά, τους έτρεχαν όμως τα σάλια όταν  μύριζαν τη τσίκνα που ανέβαινε στον ουρανό από τα παϊδάκια που έψηναν οι τσομπαναραίοι ήρωες.

Επιστρέφουμε στον Θησέα.  Υποστηρίζω ότι το μόρφημα θεσ- και θησ- σχετίζονται με το θέμα του ρήματος τίθημι < θί-θη-μι. Πριν δούμε τι σημαίνει τίθημι, ας υπενθυμίσουμε ότι εντοπίζουμε το θέμα θεσ- και στη λέξη θεσμός!  Τι είναι ο θεσμός; Η αρχική σημασία της λέξης είναι: διάταξη, κανόνας, νόμος,  διαταγή, το τεθειμένο. Να σας θυμίσω ακόμα ότι στην αρχαία Αθήνα  θεσμοί καλούνταν οι νόμοι του Δράκοντα, ενώ αυτοί του Σόλωνα Νόμοι!  Συγγενική ετυμολογικά είναι και η λέξη θέμις, που σήμερα δηλώνει τη (διανεμητική) δικαιοσύνη, αρχικά όμως μόνο αυτό δεν δήλωνε. Αρχικά θέμις σήμαινε τον νόμο του θεού, κατόπιν τον νόμο γενικά, τον κανόνα, τη δικαιοσύνη. Αλλά η Ιλιάδα μας λέει ότι θέμις είναι και ο φόρος που καταβάλλεται στον βασιλιά, στον τοποτηρητή μιας επικράτειας από τους Υποτελείς (Ι 156): ένα από τα δώρα που προτίθεται να προσφέρει ο Αγαμέμνων  στον Αχιλλέα για να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης ο τσαντίλας ήρωας είναι και επτά χωριά, οι υποτελείς κάτοικοι των οποίων  ‘λιπαράς τελέουσι θέμιστας’ , θα σου καταβάλλουν πολλούς φόρους. 

Είμαι της γνώμης ότι θα πρέπει να συσχετίσουμε τον *θεσ-όν, τον θεόν, με τον θεσ-μόν, κι αυτά με τον Θησ-έα. Η ρίζα θε-και θη- (< dhe-), άρα και το ρήμα τίθημι,  σημαίνει ‘τοποθετώ, θέτω, βάλλω’ . Ο Θησεύς είναι ο κατακτητής ιδρυτής που επιβάλλει, που θέτει θεσμούς και θέμιστας. Τοποτηρητής, κατακτητής που ζει ψηλά: αυτή είναι η αρχική σημασία της λέξης θεός. Θα ήθελε να ζούσε πιο ψηλά και να ήταν αθάνατος – αυτός είναι ο θεός της Ιλιάδας, πλάσμα της φαντασίας των αοιδών.

Αύριο θα σχολιάσουμε την επίσκεψη της θεού Μέρκελ. Πρόκειται για επιδειξη ισχύος κατά τη διάρκεια ενός κοινωνικού πολέμου, η έκβαση του οποίου, κατά τους μεταμοντέρνους θεούς, έχει ήδη κριθεί;

Ίδωμεν.

Σχολιάστε ελεύθερα!