in Καταστροφική

ο ναζισμός ως παροξυσμός του ποιμενικού στοιχείου

φίλες και φίλοι, καλημέρα

Στις αρχές της ραψωδίας Ζ, ο αιχμάλωτος Άδραστος πέφτει στα πόδια  του Μενελάου και τον ικετεύει να μην τον σκοτώσει αλλά να τον οδηγήσει ζωντανό στα καράβια και να τον ανταλλάξει με χαλκό, χρυσάφι και σίδηρο που έχει ο πατέρας του στο σπίτι, στη Τροία. Ο Μενέλαος πείθεται αλλά τον παίρνει χαμπάρι ο αδερφός του, ο Αγαμέμνων και του την πέφτει. ‘Τι κάνεις, ρε μαλακοκάβλη  Μενέλαε (ὦ πέπον, ὦ  Μενέλαε, Ζ 55), τον λέει και συνεχίζει (Ζ 57-60, μτφρ. Κακριδή-Καζαντζάκη): Όχι, κανείς τους απ’ τα χέρια μας κι από τον μαύρο Χάρο/να μην γλιτώσει, ουδ’ όποιο αγέννητο στης μάνας του τα σπλάχνα/κρυμμένο ακόμα αγόρι βρίσκεται, κι αυτό να μη γλιτώσει, /μόν’ όλοι σύψυχοι άχναροι, άκλαφτοι μέσ’ απ’ την Τροία να σβήσουν.

Τα λόγια του Αγαμέμνονα συμπυκνώνουν τη βασική επιδίωξη των ηρώων, των ποιιμένων πολεμιστών, όπως την καταγράφει η Ιλιάδα, όχι μια, πολλές φορές: επέδραμαν εναντίον των αγροτικών κοινοτήτων των μικρασιατικών παραλίων και των απέναντι νησιών, σκότωναν όλους τους κατοίκους, εκτός από τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, τις οποίες βίαζαν, άρπαζαν ότι έμψυχο (γυναίκες και ζώα)  και άψυχο (μέταλλα, ρουχισμός, οικιακά σκεύη, κλπ.) μπορούσαν να μεταφέρουν, έκαιγαν το χωριό και έφευγαν.  Η πρακτική αυτή ήταν μια ποιμενική κληρονομιά, ίδιον όλων των ποιμενικών φύλων (ινδοευρωπαϊκών, εβραϊκών, αραβικών, μογγολικών, τουρκικών), τα οποία από το 4.500 π. Χ. μέχρι τις τελευταίες επιδρομές των Μογγόλων του Ταμερλάνου, επί 6.000 χρόνια, έσπερναν τον τρόμο και τη φρίκη στις απανταχού αγροτικές κοινότητες και αστεακά κέντρα.  Η ποιμενική γραμματεία (Ιλιάδα, Οδύσσεια, Αβέστα, Παλαιά Διαθήκη, Κοράνιο, Μαχαμπαράτα) παρέχει αναρίθμητες μαρτυρίες της βασικής αυτής πρακτικής των ποιμένων, ενώ στις στέπες και στις ημιερημικές περιοχές, τον ζωτικό χώρο των ποιμένων, επικρατούσε η αλληλοεξόντωση των γειτονικών ποιμενικών γενών και φύλων.

Η ολοκληρωτική εξολόθρευση των αντιπάλων, ο ολοκληρωτικός, εξοντωτικός πόλεμος,  εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής (6.000-4.500 π. Χ.) – μέχρι τότε ήταν παντελώς άγνωστη  τόσο μεταξύ των τροφοσυλλεκτικών ομάδων όσο και των αγροτικών κοινοτήτων για πάνω από 90.000 χρόνια, εάν υποθέσουμε ότι η ανθρωπογένεση ολοκληρώθηκε πριν από 100 χιλιετίες.

Ο ολοκληρωτικός πόλεμος, η ολοσχερής εξολόθρευση του αντιπάλου έρχεται στο προσκήνιο ξανά με τον ναζισμό, κατά τα μέσα του 20ου αιώνα. η διαπίστωση αυτή μας παρωθεί να αναρωτηθούμε: μήπως ο ναζισμός είναι μια αναβίωση του ποιμενισμού σε καπιταλιστικά συμφραζόμενα; Σε αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σήμερα, φίλες και φίλοι. Με απασχολεί όμως και κάτι άλλο. Εάν ο καπιταλισμός είναι μια εκδοχή, παραλλαγή θα έλεγα, του ποιμενισμού, εάν πρώτος ο ποιμενισμός χαρακτήρισε τα μέλη του γειτονικού γένους ως περιττά και άχρηστα, μήπως συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού είναι η ανάδειξη πληθυσμών ως περιττών και άχρηστων; 

Η εμφάνιση του ολοκληρωτικού, εξολοθρευτικού πολέμου στις στέπες είναι μια εκδήλωση του ποιμενικού αδιεξόδου: κάθε φορά που παρουσιάζεται έλλειψη βοσκοτόπων, ο μόνος τρόπος επιβίωσης ενός ποιμενικού γένους/φύλου είναι η εξόντωση των γειτόνων, δεδομένης της αδυναμίας των ποιμένων να εμπέμβουν στην παραγωγικότητα τόσο των εκτρεφομένων ζώων όσο και της γης – αυτό είναι το ποιμενικό αδιέξοδο, το cul de sac ποιμενικού τρόπου παραγωγής. Όταν εξέρχονταν των στεπών και εισέβαλλαν στις περιοχές των αγροτικών κοινοτήτων, οι αιμοδιψείς και πολεμοχαρείς και φιλοπόλεμοι ποιμένες εξόντωναν τους αγροτικούς πληθυσμούς, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν να αρπάξουν και επέστρεφαν στον ζωτικό τους χώρο. Τα ποιμενικά φύλα που εξέρχονταν ως ηττημένοι και εκδιωγμένοι από τα ενδιαιτήματά τους αναγκάζονταν να εγκατασταθούν μόνιμα ως κατακτητές και πολύ σύντομα αντιλαμβάνονταν  ότι η εξόντωση των αγροτικών πληθυσμών σε περιοχές που δεν προσφέρονταν για την εκτροφή των ζώων στρέφονταν εναντίον τους και προτιμούσαν να αντικαταστήσουν τα ζώα τους με τους κατακτημένους. Οι ηττημένοι  πληθυσμοί υποβιβάζονταν στην κατάσταση των εκτρεφομένων ζώων, γίνονταν φόρου υποτελείς, ενώ οι νικητές εγκατέλειπαν την εκτροφή των ζώων και στρέφονταν στην καλλιέργεια της γης.

Μεταξύ των πολλών παραδειγμάτων, αυτό που ξεχωρίζει είναι η μετεξέλιξη του ποιμενικού τρόπου παραγωγής της μεταμυκηναϊκής και γεωμετρικής εποχής στην ελλαδική χερσόνησο σε δουλοκτητικό. Η δουλοκτησία είναι μια εκδοχή του ποιμενισμού, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το εμπόρευμα, την αγορά και το χρήμα, μιας και το πρώτο λογικά και χρονικά εμπόρευμα ήταν ο απαχθείς παραγωγός που έγινε δούλος. Οι ρίζες του δυτικού πολιτισμού, ως αλληλουχίας αρπακτικών, καταστρεπτικών και εξοντωτικών τρόπων παραγωγής, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ανάγονται σε αυτή τη μετεξέλιξη του ποιμενικού τρόπου παραγωγής σε δουλοκτητικό. Ο ήρωας, ο ποιμένας πολεμιστής γίνεται δουλοκτήτης γαιοκτήμονας και έμπορος, ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταμφιεσμένος πολεμιστής: πόλεμος και εμπόριο είναι δυο μορφές της ίδιας αρπακτικής πρακτικής συμπεριφοράς. Όταν μπορεί,  αρπάζει με τον πόλεμο·  όταν δεν μπορεί, με το εμπόριο.

Το κοινό στοιχείο μεταξύ του πολεμιστή και του εμπόρου τονίζεται με έξοχο τρόπο στη ραψωδία Β της Ιλιάδας, όπου ο Οδυσσέας λέει (298-9):  Είναι ντροπή να επιστρέφεις με άδεια χέρια μετά από μια μακράς διάρκειας επιδρομή – άρα; Το ιδανικό είναι να γυρίζεις με όσο γίνεται περισσότερη λεία μετά από μια όσο γίνεται πιο σύντομη επιδρομή.

Και ενώ ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής είναι μια οργανική μετεξέλιξη του ποιμενισμού, οι εισβολές των γερμανικής καταγωγής κυρίως ποιμένων νομάδων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία,  μετά τον πέμπτο μέχρι και τον δέκατο μ. Χ. αιώνα,  είχαν ως αποτέλεσμα τη γένεση του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ήταν μια ιδιαίτερη σύνθεση του δουλοκτητικού και του ποιμενικού τρόπου παραγωγής. Η επικράτηση του ποιμενικού στοιχείου στον φεουδαλισμό είναι κάτι παραπάνω από ολοφάνερη και σαφής.  Οι  ασταμάτητοι πόλεμοι μεταξύ των φέουδων και των βασιλείων, η αρπαγή και η εξόντωση, η διάχυτη βία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου 400-1000 μ. Χ. Η κατάσταση αυτή επικράτησε και κατά τους επόμενους πέντε αιώνες, είναι όμως γεγονός ότι την εποχή αυτή αρχίζει μια πολύ αργή διαδικασία εξοβελισμού του ποιμενικού στοιχείου, μια διαδικασία αποκήρυξης του ποιμενικού ηρωισμού που πρώτη φορά εντοπίζουμε στην Ιλιάδα. Η διαδικασία εξοβελισμού του μεσαιωνικού, φεουδαλικού ποιμενισμού είναι το αντικείμενο του έξοχου, του πολύ σπουδαίου βιβλίου του Νόμπερτ Ελίας ΄Η εξέλιξη του πολιτισμού΄(δύο τόμοι, εκδ. Νεφέλη, μτφρ.Ε. Βαϊκούση). 

Μια μετεξέλιξη του ποιμενικού φεουδαλικού στοιχείου είναι και ο καπιταλισμός. Μεταξύ του Βέμπερ (Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού) και του Σόμπαρτ (Ο αστός) ψηφίζω και με τα δύο χέρια τον δεύτερο. Δεν ισχυρίζομαι κατά κανένα τρόπο ότι αυτά που υποστηρίζει ο Βέμπερ δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, θεωρώ όμως ότι οι  απόψεις του Σόμπαρτ  μας βοηθούν πιο πολύ να κατανοήσουμε τις απαρχές του καπιταλισμού. Είναι βέβαιο ότι ο Σόμπαρτ δεν έχει συνείδηση της ποιμενικής καταγωγής του αστού, όταν όμως εστιάζει την προσοχή του στον πλουτισμό με τη βία και με τα χρηματικά μέσα, όταν τονίζει ότι η ουσία του επιχειρηματικού πνεύματος είναι η κατάκτηση, άρα η αρπαγή, όταν σημειώνει ότι οι απαρχές της επιχείρησης εντοπίζονται στον πόλεμο, τη μεγάλη γαιοκτησία, το Κράτος και την Εκκλησία, όταν, τέλος, μας λέει ότι οι  πρόδρομοι σκαπανείς της καπιταλιστικής επιχείρησης ήταν οι πειρατές, οι φεουδάρχες, οι κρατικοί υπάλληλοι, οι κερδοσκόποι, οι έμποροι και οι χειροτέχνες, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να δείχνει τις ποιμενικές ρίζες του καπιταλισμού.

Εάν οι ποιμένες των στεπών εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους με την εκτροφή των ζώων, οι απόγονοί τους, δουλοκτήτες/φεουδάρχες/καπιταλιστές, ζούσαν με την εργασία των υποτελών παραγωγών, που είχαν υποβιβαστεί στην κατάσταση των εκτρεφομένων ζώων. Το ότι το εργοστάσιο είναι ένα μαντρί είναι κάτι που δεν δυσκολευόμαστε να το αντιληφτούμε. Ο καπιταλιστής, για να περιοριστούμε σε αυτόν, έχει ανάγκη τους Υποτελείς Παραγωγούς όπως ο ποιμένας τα αιγοπρόβατα, τα άλογα, τα βόδια και τα  γουρούνια.  Αν και θα ήθελε πολύ, δεν μπορεί να τους εξολοθρεύσει – εάν το κάνει θα πεθάνει από την πείνα και θα τον φάει η βρόμα. Αυτό που επιδιώκει να κάνει είναι να οργανώνει την κοινωνία με πρότυπο το μαντρί (ο Πλάτων το υπέδειξε στην ‘Πολιτεία’ του) και να φροντίζει την υγεία τους, τον έλεγχό τους (βιοπολιτική, κατά τον Φουκό).  

Στα μέσα του εικοστού αιώνα συνέβη κάτι πρωτοφανές. Πρώτη φορά, σε τέτοια κλίμακα, ο Κύριος καπιταλιστής βρέθηκε ενώπιον πληθυσμών που ήταν περιττοί και άχρηστοι, τόσο για παραγωγή όσο και κατανάλωση εμπορευμάτων. Αν και ο πλούτος ήταν τεράστιος αλλά δεν μπορούσε να πουληθεί, ο Κύριος έκρινε ότι  η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής Κυριαρχίας θα εξασφαλιζόταν μόνο με την καταστροφή του τεράστιου κοινωνικού πλούτου και την εξόντωση των περιττών, άχρηστων και επικίνδυνων πληθυσμών. Την εξόντωση ανέλαβε το ναζιστικό κοινωνικό κίνημα, με την ανοχή του Κράτους, το οποίο και συνέχισε τον έργο της καταστροφής. Αυτός ήταν ο Μεγάλος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Πρώτος και, κυρίως, ο Δεύτερος.

Θα μπορούσε, βέβαια, να υπάρχει και άλλη λύση: η μείωση του χρόνου εργασίας ώστε να εργάζονται όλοι και όλες. Αυτή όμως είναι μία λύση την οποία ο Κύριος καπιταλιστής της παραγωγής και του χρήματος δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να υιοθετήσει και να εφαρμόσει. Κι αυτό διότι κάθε μείωση του χρόνου εργασίας έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση και η εξέλιξη αυτή μακροπρόθεσμα μπορεί να συντελέσει στην κατάλυση της καπιταλιστικής Κυριαρχίας. Κάτι τέτοιο ο Κύριος δεν θα το επιτρέψει ποτέ.

Τώρα, από το 1973 και μετά, με την εφαρμογή της τεχνοεπιστήμης και την περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, εκατομμύρια παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου εκδιώκονται από τους χώρους παραγωγής και χαρακτηρίζονται ως περιττοί και άχρηστοι πληθυσμοί – είναι τα εκατοντάδες εκατομμύρια άνεργοι σε όλον τον πλανήτη; Τι θα τους κάνει ο Κύριος αυτούς τους πληθυσμούς; Η απάντηση: θα τους εξοντώσει. Πως; Με  πολλούς και διαφόρους τρόπους. Θα επιχειρήσει να τους εξοντώσει με την πείνα, με τις ασθένειες, με τις κλιματικές θεομηνίες. Και με πολέμους. Και με τον ναζισμό. Δηλαδή με την όξυνση του κοινωνικού πολέμου.

Η βασική επιδίωξη του ναζισμού είναι η εξόντωση των περιττών πληθυσμών. Αυτή ήταν και η βασική επιδίωξη των ποιμένων των στεπών. Ο ναζισμός είναι ένας μεταμοντέρνος ποιμενισμός σε παροξυσμό.

 

 

 

 

Σχολιάστε ελεύθερα!