in ιστορική γραμματική της αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας

ο ήρωας σκέφτεται με την καρδιά του: για τη μη διάκριση μεταξύ επιθυμίας και σκέψης στην Ιλιάδα

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Θα παραξενευτείτε μόλις διαβάσετε ευθύς αμέσως ότι στην Ιλιάδα η έδρα του νόου, του νου, βρίσκεται μέσα στα στήθη. Εκεί, μέσα στα στήθη, βρίσκεται και η φρην, αι φρένες, που είναι η έδρα των συναισθημάτων, των ορέξεων (επιθυμιών)  και των παθών –  αλλά και της σκέψης. Εκεί και το ήτορ και η κραδίη και το κηρ, και τα τρία δηλώνουν την καρδιά, έδρα επίσης όλων των διανοητικών και ψυχικών δυνάμεων. Εκεί και ο θυμός, η ψυχή αλλά και η βούληση, η απόφαση και η γνώμη, το φρόνημα. Εκεί και οι πραπίδες, που είναι καρδιά, διάνοια, φρόνηση, νους. Η βουλή (η θέληση, η απόφαση, η σύνεση, η συμβουλή προέρχεται από τον θυμόν, άρα κι αυτή ενί στήθεσι (μέσα στα στήθη) υπάρχει. Τα μήδεα, οι σκέψεις, προέρχονται από τας φρένας, όπως και η μήτις, η σύνεση, η φρόνηση, το σχέδιο, η απόφαση, η εξαπάτηση (μηχάνημα).

Θα παραξενευτείτε επίσης με την επισήμανση ότι τα ρήματα νοέω και σκέπτομαι δεν δηλώνουν τη σκέψη αλλά την αντίληψη, την παρατήρηση με τα μάτια. Η λέξη σκέψις δεν υπάρχει –  υπάρχουν όμως οι λέξεις σκοπιή (η), αυτό που λέμε σήμερα σκοπιά, και ο σκοπός, αυτός που φυλάει σκοπιά αλλά και ο κατάσκοπος.

Τη λέξη μυελός τη διαβάζουμε δύο (2)φορές, τη λέξη  εγκέφαλος εφτά (7)  φορές· ο μυελός είναι το μεδούλι (<μελούδι, μέλι, γλυκάδι), η λιπώδης ουσία,  που βρίσκεται μέσα στα οστά αλλά ο εγκέφαλος είναι ο μυελός που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι.  Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ο μυελός έγινε μυαλός (ο) και μυαλό (τό), που δηλώνει τον νου, την κρίση, τη διάνοια, την αντίληψη. Είμαστε όμως βέβαιοι ότι  οι ήρωες της Ιλιάδας  θα έμεναν με το στόμα ανοιχτό ακούγοντάς μας να λέμε ότι έχουμε κάτι στο μυαλό, ότι με το μυαλό σκεφτόμαστε, ότι το μυαλό είναι η έδρα της σκέψης.

Θα μας πει κάποιος, κάποια ότι εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν ότι ο εγκέφαλος είναι η έδρα της σκέψης και των συναισθημάτων. Θα συμφωνήσω. Θα αναρωτηθώ όμως:  γιατί οι διανοητικές και ψυχικές δυνάμεις τοποθετούνται μέσα στα στήθια, στην καρδιά, στα σπλάχνα;  Γιατί ενώ το διανοητικό λεξιλόγιο είναι τόσο φτωχό, σχεδόν ανύπαρκτο, το λεξιλόγιο της επιθυμίας είναι τόσο ευρύ και τόσο πλούσιο; Γιατί δεν είναι σαφής η διάκριση μεταξύ της επιθυμίας και της σκέψης, με την επιθυμία να υπερισχύει καταφανέστατα της σκέψης;  

Θα απαντήσω συνοπτικά σε αυτά τα ερωτήματα δεσμευόμενος ότι θα επανέλθω μιας και το ζήτημα είναι άκρως ενδιαφέρον:  οι ποιμένες ήρωες ήταν τόσο ενδεείς ώστε η επιθυμία  άφηνε ελάχιστα περιθώρια ύπαρξης της σκέψης. Η επιθυμία εμποτίζει σε τέτοιο βαθμό τη σκέψη ώστε αυτή να φαίνεται ως ανύπαρκτη. Εγώ δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νομίζει ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή παγκόσμια επικράτηση της δυτικής Κυριαρχίας, με την οικουμενική εξαθλίωση –  τι να πω, δεν ξέρω τι νομίζετε εσείς.

Στην Ιλιάδα, η προτεραιότητα της επιθυμίας είναι σαφής, ενώ η σκέψη είναι παράγωγό  της ή εξάρτημά της. Εάν εικάσουμε ότι η κατάσταση αυτή τρεις αιώνες αργότερα, την εποχή του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους έχει ανατραπεί, θα διαπράξουμε μεγάλο λάθος:  η σκέψη συνεχίζει να είναι υπηρέτρια της επιθυμίας. Το επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο η μεταφυσική, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά αντεστραμμένη τελολογία,  επιθυμία δηλαδή, και η εξ αυτής προερχόμενη επιστήμη.

Η οποία επιστήμη είναι ή επιβολή κανόνων (Νομική!) ή απόπειρα (επιτυχής ή μη) εκπλήρωσης  επιθυμίας.

Ή και τα δύο –  η δυτική ιατρική, η ιατρική του Κυρίου, για παράδειγμα.

Η προτεραιότητα της επιθυμίας σε βάρος της σκέψης, η συρρίκνωση της σκέψης, δεν είναι εκδήλωση της συρρίκνωσης του κομμουνισμού, αφού, όπως λέει και ο φίλος Lucifugo, η σκέψη είναι κομμουνισμός; Διότι εάν η σκέψη είναι παράγωγό της επιθυμίας, τα όριά της δεν είναι ένδειξη της περιορισμένης εμβέλειας και αποτελεσματικότητά της;  Ο Κύριος σκέφτεται, ασφαλώς! Η χωρίς όρια όμως επιθυμία Του εγείρει όρια στη σκέψη, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να σκεφτεί ελεύθερα. Και δεν μπορεί να σκεφτεί ελεύθερα γιατί δεν θέλει να σκεφτεί ελεύθερα.

Κατά συνέπεια, η κοινωνική επανάσταση είναι ταυτόσημη με την χωρίς όρια σκέψη. Για να υπάρξει όμως χωρίς όρια σκέψη, πρέπει να υπάρξουν όρια στην επιθυμία: να ένα όριο:

δεν θέλω να γίνω πιο ισχυρός από τη φύση και τον θάνατο γιατί δεν μπορώ.

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Λοιπόν, εγώ έχω δύο παρατηρήσεις. Η μία είναι πως από ότι μέχρι σήμερα φαίνεται να έχουμε καταλάβει, η φύση απεχθάνεται τα όρια. Έτσι, οι δύο κεντρικές δραστηριότητες του ανθρώπου (αυτές που κατ’ εξοχή τον κάνουν άνθρωπο): η επιστήμη και η τέχνη, μάχονται τα όρια. Τα όρια είναι ξένα προς τον άνθρωπο. Η δεύτερη είναι πως αφού ο άνθρωπος είναι τμήμα αναπόσπαστο της φύσης, είναι δηλαδή και ό ίδιος φύση, το ερώτημα ποιος είναι πιο δυνατός ο άνθρωπος ή η φύση, κατά το πώς το καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, δεν έχει μέσα του κάποιο νόημα.

  2. Καλημέρα Αθανάσιε! Μια συμπληρωματική ως προς το κείμενό σου παρατήρηση.

    Τι σημαίνει “όριο”;

    Σύμφωνα με την κυριαρχική/τυπική λογική το “όριο” εννοείται ως πάσσαλος που χωρίζει δυο χωράφια, τουτέστιν σαν αμετάθετο όριο που χωρίζει μια και για πάντα δύο (ή και περισσότερα) εξατομικευμένα, “καθεαυτά πράγματα” που προσδιορίζονται στον ταυτολογικό και ξεκομμένο εαυτό τους. Για τη διαλεκτική/κομμουνιστική λογική το “όριο” είναι η άλλη πλευρά, η άλλη όψη του περάσματος από το ένα στο άλλο, από τη μία μορφή ύπαρξης στην άλλη που συγκροτούν την ίδια την πραγματικότητα ως συγκεκριμένη και διαφοροποιημένη ολότητα. Αυτό το όλον, ακριβώς επειδή δεν είναι έτοιμο και δοσμένο μια και για πάντα, παρουσιάζει ιδιαίτερες στιγμές συγκρότησης και αποσυγκρότησης, διάρθρωσης και αποδιάρθρωσης, διατρέχεται από πεπερασμένα όρια (natura naturata) και από υπερβάσεις των περιορισμών (natura naturans) που ολοποιούν και συγκεκριμενοποιούν το ίδιο το περιεχόμενο του πραγματικού. Η δραστηριότητα της συγκεκριμένης σκέψης που ιδιοποιείται το πραγματικό είναι ακριβώς αυτή: καθορισμός των μορφών ύπαρξης και σκιαγράφηση των ορίων του αντικειμένου ως συγκεκριμένου όλου. Έτσι λοιπόν, φίλε Θανάση Κ., αν λάβουμε υπόψιν τις παραπάνω και ριζικά διαφορετικές σημασίες των “ορίων” ίσως τότε να δούμε πως η φύση “απεχθάνεται τα όρια” μονάχα όταν αυτά της επιβάλλονται από την ίδια την επιστήμη με τη μορφή των πασσάλων. Από την άλλη όταν η ίδια η επιστήμη “μάχεται (σαν Ήρωας;) ενάντια στα όρια της φύσης” αυτοακυρώνεται ως συγκεκριμένη γνώση της πραγματικότητας, η ίδια η φύση μπαίνει σε παρενθέσεις και ισοπεδώνεται από το αφηρημένο επιστημονικό βλέμμα που αδιαφορεί για το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Μια πραγματικότητα “χωρίς όρια” είναι η βαθύτερη επιθυμία της επιστήμης, το απόλυτο αφηρημένο ιδεώδες στο οποίο η φύση οφείλει(!) να ευθυγραμμιστεί, μια πραγματικότητα “χωρίς όρια” υπάρχει μονάχα στον αντεστραμμένο κόσμο της επιστήμης όπου η φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά άπειρες και βουβές “πρώτες ύλες” για την παραγωγή ενός κόσμου εμπορευμάτων.

    Φιλικά,
    Lucifugo

  3. Αγαπητέ Lucifugo,

    Πρέπει να συμφωνήσω πως η επιλογή της λέξης «μάχεται» δεν ήταν επιτυχής. Να πω όμως πως η επιστήμη(*), όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι (α) μια εικόνα της φύσης που επεκτείνεται, βελτιώνεται και πλησιάζει (τείνει) να γίνει όλο και πιο όμοια με την συνολική εικόνα της (β) η διαδικασία και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται το (α). Η επιστήμη λοιπόν δεν είναι παρά το (α) και το (β) μαζί και ως τέτοια είναι μια γνήσια διαδικασία απελευθέρωσης που δεν είναι δυνατόν να βάζει όρια ούτε στον άνθρωπο ούτε πολύ περισσότερο στη φύση. Έχω επίσης την εντύπωση πως στο τελευταίο μέρος του σχολίου σου φαίνεται να συγχέεις ίσως την επιστήμη με την τεχνολογία. Αυτές οι δύο έννοιες νομίζω πως διαφέρουν τρομερά μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η επιστήμη είναι πολιτισμός ενώ η τεχνολογία καθαυτή όχι.

    φιλικά,
    Θανάσης Κοντονάτσιος

    (*) η οποία όπως παράγεται εδώ θα παράγεται σίγουρα και αλλού

  4. Αγαπητέ Thanassis,

    καταρχάς σε ευχαριστώ για την απάντηση στο σχόλιο, παρατήρηση. Το ρήμα «μάχεται» που διάλεξες είναι το μικρότερο κακό. Οι τοποθετήσεις μας είναι ριζικά διαφορετικές και παίρνω το θάρρος να προβώ σε μια λίγο πιο αναλυτική (εκ)θέση.

    Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να κάνουμε λόγο για Επιστήμη γενικά (πόσο μάλλον για Πολιτισμό γενικά) υπερβατικοποιώντας, καθολικοποιώντας αυτές τις γενικές έννοιες δια της εξάλειψης του συγκεκριμένου, ιστορικού και κοινωνικού περιεχομένου τους. Η Επιστήμη εκκινεί στη Δυτική Ευρώπη με την ανάδυση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και με τη μορφή μιας μηχανικής σωμάτων όπου ο υλισμός και η μεταφυσική της Θείας Δημιουργίας συνδυάζονται άψογα μεταξύ τους (γαλιλαίος, καρτέσιος, νεύτωνας κ.α.). Ως τέτοια συγκεκριμένη μορφή γνώσης (και μυστικοποίησης ταυτόχρονα) αρθρώνεται η Επιστήμη (και) ως κοινός λόγος των αναδυόμενων αστικών στρωμάτων που αντιπαλεύονται την αριστοκρατία και τον κλήρο, επιβάλλει και κινητοποιεί το δικό της σύμπαν εννοιών, παραστάσεων και αντιλήψεων για τη φύση και τους ανθρώπους. Ο Διαφωτισμός και η συστηματική ανάπτυξη του υλισμού ως δϊιστορικής, ως “Καθολικής Θεωρίας της Γνώσης(!)” (σ.σ. Η Συνείδηση, το Πνεύμα αντανακλά την Ύλη) έχουν κομβική σημασία για την περαιτέρω εδραίωση των καπιταλιστικών κοινωνιών. Και τούτο διότι η Επιστήμη δεν ασκεί την κυριαρχία της στο όνομα των μυστηρίων του Θεού αλλά εξ’ ονόματος μιας πραγμώδους υλικής φύσης (Res Extensa) που είναι άπειρη, χωρίς όρια και χωρίς εσωτερικές δομές πλην των αδιαίρετων (ή και απείρως διαιρετέων) και υπεραισθητών ατομικών “στοιχείων-σωματιδίων”. Αυτή η πραγμώδης φύση, η φύση ως ένα αναλλοίωτο και ποσοτικά δυναμοποιημένο συνεχές, προσδιορίζεται (άλλοτε κατηγορικά και άλλοτε προκατηγορικά) ως ισομορφική με την αφηρημένη Διάνοια του υπερβατικού(!) Υποκειμένου (Res Cogitans). Συγκροτείται, με άλλα λόγια, η Επιστήμη και η εννοιολογική της αυτονόμηση στο Πείραμα ως το κυρίαρχο “πνευματικό άρωμα” των κοινωνιών του κεφαλαίου, ως “γνώση” που είναι άμεσα τεχνολογική συλλαμβάνοντας εννοιακά τόσο τη φύση, όσο και τους ανθρώπους σαν “πρώτες ύλες” (μάζα, βιομάζα, ενέργεια κτλ) για την παραγωγή ενός κόσμου εμπορευμάτων. Η κατηγορία της ύλης είναι, βεβαίως, μια αφαίρεση και ως έννοια που νοηματοδοτεί τις σχέσεις των ανθρώπων και τις σχέσεις των ανθρώπων με τη φύση αναπτύσσεται (με διαφορετικούς βαθμούς αφαίρεσης και γενίκευσης) σε εκείνους τους πολιτισμούς που παρουσιάζουν έντονη εμπορική/εκχρηματισμένη ανταλλαγή. Αναπτύσσεται, με άλλα λόγια, η αφαίρεση της ύλης ως γνωσιολογική/οντολογική κατηγορία ως άλλη πλευρά της πραγματικής αφαίρεσης της “αξίας” των εμπορευμάτων.

    Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν τα λατινικά ως μυστικιστικό “φορέα ενόρασης” των αφηρημένων καθολικών (“ουσιών”) της Πίστης, του Θείου Λόγου που “ενσαρκώνεται” στον αισθητό κόσμο ως Universalia ante-rem. Οι Πατέρες της Επιστήμης ανέπτυξαν την αφαίρεση του “εμπειρικού, υλικού δεδομένου” που επαληθεύεται στο Πείραμα με μαθηματική γλώσσα ως Universalia post-rem για να επιτύχουν το μυστικιστικό: την υπ-αγωγή, την επ-αγωγή και την απ-αγωγή της αισθητής πραγματικότητας στον Επιστημονικό Νόμο, στην αφηρημένη ενότητα και ταυτότητα του Επιστημονικού Λόγου που εξαλείφοντας το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τους ιδιαίτερους προσδιορισμούς των πραγμάτων, εξισώνει το ένα φαινόμενο στο άλλο προς αναζήτηση της αφηρημένης ποσοτικής ομοιομορφίας η οποία χρίζεται a priori (πριν από κάθε πείραμα, πριν από κάθε θεωρία) ως το “πραγματικά πραγματικό” και “αυθεντικό” περιεχόμενο. Η “Αλήθεια” δεν αποκαλύπτεται πλέον Ενορατικά αλλά στη Βιομηχανία και στο Πείραμα μέσα από μεθόδους Επ-αγωγής και Απ-αγωγής οι οποίες θεωρούνται “εξ αρχής δοσμένες(!)” και “ανεξάρτητες(!)” από τη διαδικασία παραγωγής των ίδιων των εννοιών. Το Πείραμα, αυτό το μοντέρνο ιερό Αποκάλυψης της Αλήθειας, είναι ο κοινός τόπος που συμφύεται η διαχωρισμένη “γνώση” (ο εργαλειακός επιστημονικός λόγος) με τη διαχωρισμένη “τεχνική” (την πρακτικο-ωφελιμιστική τεχνολογία) μετατρέποντας (ανάγοντας) πρακτικά και συλλαμβάνοντας εννοιακά τόσο τη φύση όσο και τους ανθρώπους σαν α-διάφορη «ύλη σε ποσοτική έκταση» (Res Extensa), σαν αφηρημένες, βουβές, άπειρες “πρώτες ύλες” για την παραγωγή ενός κόσμου εμπορευμάτων, δηλαδή σαν υπόστρωμα για την κυριαρχία του κεφαλαίου. Γύρω από αυτούς τους αυτονομημένους και “αυτονόητους” διαχωρισμούς (στη σκέψη και στην πράξη) δομείται και η διαχωρισμένη, αυτοαναφορική “ταυτότητα” των ανθρώπων της Επιστήμης, των “εργαζομένων στην έρευνα” κτλ και (ανα)παράγεται ένας ολόκληρος στρατός ιεραρχήσεων από ειδικεύσεις, υποειδικεύσεις, τελετουργικές πρακτικές, καθημερινές συνήθειες κτλ. Η Επιστήμη με την αναγωγική της μέθοδο (μονόπλευρη ανάλυση, διαμελισμός και απο-σύνθεση του συγκεκριμένου στα πιο “απλά”, ποιοτικά ομοιογενή και αφηρημένα “στοιχειώδη στοιχεία”) και με το ατομικιστικό της “πνεύμα” (οντολογική και γνωσιολογική προτεραιότητα αδιαίρετων και αμετάβλητων (ή και απείρως διαιρετέων) ατομικών “στοιχείων/σωματιδίων”) είναι ομόλογη και πλήρως συμβατή με το κεφάλαιο, με τον ατομικισμό του (το εμπόρευμα και το χρήμα ως εξατομικευμένα αντικείμενα του καπιταλιστικού κοινωνικού “πλούτου” παρουσιάζονται αυτά καθεαυτά σαν να έχουν “εγγενή αξία”) και τον αναγωγισμό του (η συγκεκριμένη κοινωνική δραστηριότητα καθίσταται αφηρημένη κοινωνική εργασία, εργασία γενικά, ανταγωνιστικά ατομικοποιημένη που “αντικειμενοποιείται” μηχανιστικά και αθροιστικά ως “στοιχειώδης” και “απλούστατη δαπάνη εργασιακής δύναμης”, ως “φορέας” μιας αφηρημένης και αδιαφοροποίητης “ουσίας”, της “αξίας”.

    Κάθε θεωρία της γνώσης, κάθε επιστημολογία, βασίζεται, σιωπηρά ή ρητά, πάνω σε μια καθορισμένη θεωρία της πραγματικότητας και προϋποθέτει μια καθορισμένη έννοια της πραγματικότητας. Η έννοια της πραγματικότητας, η ιδεατή της “εικόνα”, το συγκεκριμένο όλον των εννοιών είναι ταυτόχρονα όρος και αποτέλεσμα των ιστορικών κοινωνικών σχέσεων και τον συγκεκριμένων κοινωνικών μορφών δραστηριότητας που (ανα)παράγουν προθετικά (θεωρητικά και κατηγορικά, προκατηγορικά και διαισθητικά) αυτές τις σχέσεις. Η κοινωνική ζωή, ακραία ατομικοποιημένη, ιεραρχοποιημένη και κατασπαραγμένη από τον αφηρημένο δεσποτισμό του κεφαλαίου δεν αναπαράγει τόσο “ψευδείς μορφές συνείδησης και μεθόδου” αλλά, κατ’ εξοχήν, δημιουργεί ενεργητικά βολικές ψευδαισθήσεις για να “βγαίνουν λεφτά” παράγοντας τόσο το αφηρημένο, απομονωμένο, μισθωτό υποκείμενο της Γνώσης όσο και την αφηρημένη, φετιχιστική, δυϊστική αντικειμενικότητα της επιστημονικής μεθόδου η οποία ακόμα και όταν ασκεί αυτοκριτική το κάνει με τρόπο εξίσου μυστικιστικό: πως μπορούν να συνδεθούν τα αφηρημένα αντικείμενα(!) της Επιστήμης με τον μπανάλ αισθητό κόσμο της καθημερινής ζωής!

    Υ.Γ. Μπόλικο υλικό και μια εξονυχιστική μελέτη της εσωτερικής σχέσης της επιστήμης με την αστική τάξη και το κεφάλαιο μπορείς να βρεις εδώ: http://intcssc.wordpress.com/texts/

    Φιλικά,
    Lucifugo

  5. Αγαπητέ Lucifugo,

    Διάβασα το σχόλιό σου. Είδα επίσης τις 518 σελίδες του Will Barnes και πρέπει να ομολογήσω ότι τρόμαξα (αν και μπήκα στον πειρασμό). Όμως έχω δύο μάλλον δύσκολα βιβλία μπροστά μου (Θεωρία του Πολέμου – Κονδύλης και Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας – Κορδάτος) και πρέπει να μείνω στο… πρόγραμμα. Αντιλαμβάνομαι την όποια κριτική στην επιστήμη και στον συστημικό της ρόλο βεβαίως. Όμως, ο ρόλος της δεν είναι μόνο συστημικός. Η επιστήμη είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη του είδους, με την ύπαρξή του. Διότι, στην περίπτωση που δεχτούμε πως έχουμε ξεμπερδέψει με τη θρησκεία, αν αφαιρέσουμε/απαξιώσουμε την επιστήμη τότε τι μένει; Τότε καταστρέφεται το, αδιαίρετο κατά την άποψή μου, δίπολο επιστήμη/τέχνη οπότε φοβάμαι πως μένει ακριβώς αυτό: ένα μεγάλο τίποτα…

    φιλικά,

    Θανάσης Κοντονάτσιος

  6. Θανάση, τί να σκεφτούμε για τη διαπίστωση ότι τα περισσότερα και μεγαλύτερα επιτεύγματα της δυτικής επιστήμης και τεχνολογίας έχουν διατυπωθεί ως επιθυμίες του ήρωα στην Ιλιάδα; Ποια είναι η πυρηνική επιθυμία του ήρωα; Να ποια είναι: η πραγματικότητα να είναι η εκπλήρωση των επιθυμιών του. Τότε δεν ήταν, ούτε σήμερα είναι, ποτέ δεν θα είναι: ο κομβικός περιορισμός είναι ότι η κομβική επιθυμία του ήρωα, η επίτευξη της σωματικής αθανασίας, δεν είναι εφικτή, δεν θα γίνουμε ποτέ αθάνατοι, αυτό είναι ένα από τα πολλά όρια που δεν μπορεί η επιστήμη να υπερβεί.

    Εάν σκιαγραφούσαμε μια συνοπτική γενεαλογία της δυτικής επιστήμης, θα έλεγα ότι η θρησκεία κατέγραψε τις επιθυμίες, η τέχνη (ποίηση, γλυπτική, αρχιτεκτονική) αναπαράστησε συμβολικά και φαντασιακά την εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών) ενώ η φιλοσοφία αφενός επαναδιατύπωσε της επιθυμίες ορθολογικά (μεταφυσική του Παρμενίδη και του Πλάτωνος, βλ. Τίμαιος) και αφετέρου διερεύνησε τους όρους, τις προϋποθέσεις, τις μεθόδους, τις συνθήκες εκπλήρωσης των επιθυμιών. (Πλάτων και Αριστοτέλης). ΟΙ οποίες άρχισαν να εκπληρώνονται μετά το 1300 μ. Χ. Σήμερα, η βιολογία αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι δεν μπορούμε να γίνουμε αθάνατοι. Παρ΄ όλα αυτά, λόγω αδράνειας, η ιατρική συνεχίζει να υπάρχει με κάθε της πόρο εμποτιομένο από την επιθυμία της αθανασίας.

    Ορόσημο της δυτικής επιστήμης θεωρείται το ιπποκρατικό σύγγραμα Περί ιερής νούσου, για το οποίο θα γράψω ένα πρωινό. Ο συγγραφέας πραγματεύεται την επιληψία και μετά από άκρως ενδιαφέροντα επιχειρήματα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιληψία δεν είναι σε καμιά περίπτωση πιο θεϊκή από άλλες ασθένειες. Υπάρχει όμως κάτι το παράδοξο, όχι τόσο όσο το γεγονός ότι στις αρχές του 17ου αιώνα Ιησουίτες προσπαθούσαν να υπολογίσουν τις φυσικές διαστάσεις της Κόλασης (μα την Παναγία!): το επιστημονικό πρόβλημα των φυσικών αιτίων των ασθενειών ταυτίζεται με το πρόβλημα της θεϊκής τους αρχής, μιας και όλα ξεκινούν από τον θεό.Η αντίφαση αυτή έχει ταλαιπωρήσει τους ερευνητές του ιπποκρατικού corpus, και δεν είναι το μόνο πρόβλημα, διότι παίρνουν τη λέξη θεός τοις μετρητοίς. Τι σημαίνει όμως όλα ξεκινούν από τον θεό; Ότι υπάρχει κάποιο ον το οποίο ευθύνεται για τις ασθένειες ή μήπως κάτι άλλο;

    Να ποια είναι η ερμηνεία της επιληψίας στο προαναφερθέν έργο: καταρροή φλέγματος από τον εγκέφαλο και απόφραξη των αγγείων από τα οποία περνούν ο αέρας και το αίμα. Και επιστημονική εξήγηση, άσχετα αν βρίσκεται πολύ μακριά από τις σημερινές ερμηνείες, και απόδοση των όσων συμβαίνουν στη θεϊκή φύση. Η θεϊκή φύση είναι η ισχύς της φύσης την οποία δεν μπορούμε να ελέγξουμε – μια μέρα όμως θα το κάνουμε. Ο θεός δεν είναι μόνο προσωποποίηση της ισχύος αλλά και αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, πιο ισχυροί από τη φύση.

    Όσο και να το θέλουμε, δεν μπορούμε. Το στοιχείο της επιθυμίας είναι τόσο έντονο στην επιστήμη, τόσο εκτυφλωτικό που δεν μπορούμε να το διακρίνουμε – όπως και τον Θεό, που ενώ είναι πανταχού παρών, είναι παντελώς αόρατος. Η επιθυμία είναι ο Θεός της δυτικής επιστήμης.

    Αθανάσιος

  7. Αθανάσιε,

    Όμως, θα μπορούσε να δει κάποιος την επιθυμία της αθανασίας σε αναφορά με το είδος κι όχι με το άτομο. Κι όταν λέω ‘είδος’ δεν το εννοώ στενά με τη έννοια της ‘ανθρώπινης ράτσας’ ας πούμε, αλλά με την έννοια της νοήμονος ζωής. Δεν αλλάξει τότε όλο το τοπίο;

    Σχετικά με τον «ήρωα» και την ποιμενική του καταγωγή έχω από καιρό συμφωνήσει. Ο ποιμένας οδηγημένος από την διαρκή δίψα του για γη έγινε επιθετικός και άρπαγας. Σε δεύτερη φάση φαίνεται πως έκανε και κάτι άλλο, επέκτεινε την τεχνογνωσία του στην καθοδήγηση και διαχείριση του κοπαδιού και στους ομοίους του…

    Για το ζήτημα που θέτεις, της επιθυμίας δηλαδή του ανθρώπου να γίνει ισχυρότερος από τη φύση, μένω στη θέση που έγραψα προχθές. Ότι δηλαδή το δίπολο Φύση – Άνθρωπος δεν μου φαίνεται να έχει κάποια λογική. Σαν να λέμε το μάτι να γίνει πιο ισχυρό από τον άνθρωπο που το έχει…

    Τώρα, για το ζήτημα της επιστήμης θέλω να θέσω στην κριτική σου τα παρακάτω:

    Άλλο τεχνολογία άλλο επιστήμη. Η επιστήμη είναι συνυφασμένη με την ουσία του πολιτισμού η τεχνολογία όχι. Το τι είναι η επιστήμη, στην δική μου τουλάχιστον αντίληψη, το έγραψα πριν, στο σχόλιό μου για τον Lucifugo.
    Στην Δύση την πρωτοκαθεδρία τους τελευταίους αιώνες φαίνεται να την έχει η τεχνολογία κι όχι η επιστήμη (η τεχνοεπιστήμη που ονοματίζεις εσύ) κι αυτό νομίζω πως αποτελεί πολύ αρνητική εξέλιξη.
    Όταν λέω επιστήμη το μυαλό μου πάει πιο πολύ στη Φυσική (και τα Μαθηματικά ως γλώσσα/εργαλείο) που αποτελεί και τη βάση της φιλοσοφίας κατά την άποψή μου. Δεν σημαίνει βέβαια πως υποτιμώ τις άλλες επιστήμες, απλώς τίθενται αυθόρμητα μέσα μου κάποιες προτεραιότητες
    Ο άνθρωπος κατάλαβε το εαυτό του τα τελευταία 100.000 χρόνια. Η «κυριαρχία» της Δυτικής επιστήμης κράτησε 700 χρόνια (γιατί σήμερα πιά αφομοιώθηκε από σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό). Η αναλογία και το χρονικό βάθος είναι νομίζω προφανή.
    Ολόκληρη η ανθρωπότητα έχει συνεισφέρει στην βελτίωση της ζωής της και στην καλύτερη κατανόηση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει (της Φύσης). Η πορεία άρχισε από ένα κόκκαλο όπως τόσο συνταρακτικά περιγράφηκε στην πρώτη σεκάνς της Οδύσσειας 2001 και έφτασε σήμερα στην ηλεκτρονική μουσική, τη Διαφορική Γεωμετρία, το μαγνητικό τομογράφο, στο CERN και στο Cassini. Όλοι οι άνθρωποι στην Ανατολή, στη Δύση, στο Βορά και στο Νότο έχουν συνεισφέρει στο επιστημονικό οικοδόμημα.
    Είναι αλήθεια πως η Δυτική επιστήμη, εκτός από το συστημικό της ρόλο, έπεσε σαν βρεγμένη κουβέρτα για να παραμερήσει, να υποτιμήσει ή να θέσει στο περιθώριο τις άλλες επιστημονικές συνεισφορές, ειδικά αυτές που αποκλίνουν ή δεν έχουν άμεση συνάφεια με τον Δυτικό ορθολογισμό.
    Έχω την πεποίθηση πως η ανθρωπότητα θα μπορέσει να προχωρήσει στο επόμενο βήμα μόνο όταν καταφέρει τον μεγάλο συγκερασμό. Όταν δηλαδή καταφέρει να συγκεράσει ισότιμα όλες τις συνεισφορές στην ανθρώπινη γνώση, όλες τις κουλτούρες όλους τους πολιτισμούς που άνθισαν κάποτε ή ανθούν σήμερα. Οι Κινέζοι ξεκίνησαν τη φιλοσοφία και ίσως τα μαθηματικά, στους Βαβυλώνιους βρίσκεις τον έλεγχο ποιότητας και την κοινωνική ασφάλιση, οι ινδιάνοι συνεισέφεραν το σεβασμό στην φύση μέσα από την θαυμαστή κουλτούρα των μεγάλων εκτάσεων, σήμερα το Cassini τρέχει επεκτείνοντας τα μάτια, τα αυτιά και το μυαλό μας στις άκριες του Γαλαξία. Τίποτε δεν περισσεύει, όλα είναι πολύτιμα.

    Θανάσης Κοντονάτσιος