in η γοητεία της ταχύτητας

τρέχω ιλιγγιωδώς: είμαι αθάνατος ή θέλω να γίνω αθάνατος;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΟΤΑΝ  βλέπω κάποιον νέον ή κάποια νέα να τρέχει με το αυτοκίνητο επειδή βγιάζεται, είναι γιατί βιάζεται, και από την κοινωνία και από τον ίδιο του τον εαυτό –  δηλαδή δεν είναι καλά, κατά πάσα πιθανότητα! Διότι μερικές φορές πρέπει να τρέξουμε –  να μεταφέρουμε ασθενή στο νοσοκομείο. Αλλά να τρέχουμε συνεχώς, κάτι δεν πάει καλά –  δεν είμαστε καλά, επαναλαμβάνω. Όταν τρέχει επειδή δεν βγιάζεται, δεν βιάζεται αλλά είναι πολύ καλά, θα έλεγα πάρα πολύ καλά, τρέχει για να απολαύσει την ηδονή της ταχύτητας:  στις τόσες ηδονές και απολαύσεις που νιώθει προστίθεται άλλη μία, αυτή της ταχύτητας. Μια φορά να τρέξεις, έτσι για να τρέξεις, για την πλάκα, έπεσες στα δίκτυα της γοητευτικής ταχύτητας και δεν βγαίνεις από εκεί παρά μόνο με δύο τρόπους:  ή με την συνειδητοποίηση της γοητείας της ταχύτητας, για την οποία θα γράψω σήμερα, ή με ατύχημα, το οποίο θα είναι ή θανατηγόρο ή αναπηροφόρο ή ελαφρωστραυματιοφόρο. Και επειδή η πρώτη είναι σπανιότατη, υπάρχει τελικά μόνο ένας τρόπος.

 Ο νέος ή νέα, συνήθως νέος είναι, που τρέχει ιλιγγιωδώς χάριν της ηδονής της ταχύτητας, θεωρεί υποσυνείδητα ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι είναι αθάνατος. Είναι ίδιον των νέων ανθρώπων να διακατέχονται από αυτό το αίσθημα. Δεν είναι μόνο η ριψοκινδυνότητα των εφήβων που είναι ταυτόσημη με την περιέργεια και την ανάγκη για μάθηση· ο νέος, όντας έφηβος ακόμα, όντας παιδί ακόμα, δεν νιώθει και δεν σκέφτεται τον θάνατο –  είναι στην ανάπτυξη. Και όποιος, όποια είναι στην ανάπτυξη είναι ανώριμος: η ωριμότητα αρχίζει όταν ο θάνατος μας χτυπάει βιολογικά την πόρτα στα 33 μας χρόνια. Ο Παντελής Παντελίδης ήταν 32.

Η ωριμότητα συμβαδίζει με την αρχή της επίγνωσης του θανάτου. Κατά συνέπεια, η σχέση της ωριμότητας με την ταχύτητα είναι σαφής: όσο ωριμάζουμε, τόσο πιο αργά οδηγούμε. Η βραδύτητα λοιπόν είναι η ζωή, η ταχύτητα είναι ο θάνατος, είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του θανάτου. Ο ίδιος ο θάνατος είναι το άκρον άωτον της ταχύτητας, δεν υπάρχει τίποτα πιο γρήγορο από τον θάνατο, τίποτα πιο ταχύ, τίποτα πιο σπουδαίο (σπουδή: ταχύτητα). Όταν οδηγώ αργά, φεύγω αργά από τον θάνατο αλλά αργά οδεύω και προς τον θάνατο· όταν οδηγώ γρήγορα, απομακρύνομαι ταχέως από τον θάνατο αλλά ταχέως σπεύδω και προς τον θάνατο.

Η ηδονή της ιλιγγιώδους ταχύτητας είναι αντιφατική, όπως άλλωστε κάθε ηδονή. Η αντίφαση ερείδεται σε μια αμφιθυμία: δεν θέλω να πεθάνω αλλά και θέλω να πεθάνω –  έτσι περνάμε όλη μας τη ζωή αλλά δεν το συνειδητοποιούμε. Θέλω να ζήσω, η ζωή είναι ωραία, γεμάτη απολαύσεις και ηδονές και χαρές· αλλά και θέλω να πεθάνω γιατί πιο μεγάλη ηδονή από τον θάνατο δεν υπάρχει, κι ας μη το καταλαβαίνουμε. Υπερισχύει ασφαλώς η ζωή και η αντίφαση αίρεται. Αλλά η ιλιγγιώδης ταχύτητα την φέρνει στην επιφάνεια. Τρέχω ιλιγγιωδώς για να απομακρυνθώ από τον θάνατο γιατί είμαι πολύ καλά, περνάω πολύ καλά, θέλω να ζήσω, δεν θέλω να πεθάνω, είμαι στα χάι μου όταν σ’  έχω πλάι μου. Κό-λα κό-κα!

ΝΑΙ, αλλά τρέχω ιλιγγιωδώς και κάπου πάω. Εάν τρέχω ιλιγγιωδώς για να απομακρυνθώ από τον θάνατο, ιλιγγιωδώς τρέχω για να πάω προς τον θάνατο αλλά δεν το συνειδητοποιώ. Όλοι και όλες που τρέχουν ιλιγγιωδώς θέλουν να πεθάνουν αλλά δεν το γνωρίζουν, ενώ ταυτόχρονα τρέχουν για να απομακρυνθούν από τον θάνατο. Κάποιοι και κάποιες τα καταφέρνουν να απομακρυνθούν ενώ κάποιοι άλλοι και κάποιες άλλες καταφέρνουν να βρουν παντοτινό καταφύγιο στην θλιβερή αγκαλιά του Τίποτα, της Ανυπαρξίας,  της Αθανασίας και γλυτώνουν μια και καλή και από δάνεια και από λογαριασμούς και από το αφεντικό τους και από τη γυναίκα τους και από την πεθερά τους.

 

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. ταχύτητα ίσον απόσταση προς χρόνο. αν αυξήσεις την ταχύτητα μειώνεις τον παρανομαστή, δηλ. το χρόνο. Όπου χρόνος, σχέση με θάνατο. Οι νέοι ίσως αποφεύγουν τη συνειδητή σχέση με το θάνατο, ασυνείδητα έχουν μάλλον πιο έντονη από ότι οι μεγαλύτεροι (βλ. και ναρκωτικά, αλκοόλ κ.λ.π.)