in Οδύσσεια

ήθελε ή δεν ήθελε η Πηνελόπη να επιστρέψει ο Οδυσσέας;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΣΤΟ ερώτημα αυτό μπορούμε να απαντήσουμε μόνο εάν διαβάσουμε προσεκτικά και μελετήσουμε την Οδύσσεια –  δεν εννοώ κάποια μετάφραση. Και μάλιστα με τη βοήθεια ερμηνευτικών υπομνημάτων (υπάρχει ένα τρίτομο εξαιρετικό από τους/τις  καλύτερους /καλύτερες  γνώστες  του οδυσσειακού κειμένου, από τις εκδόσεις Παπαδήμα), αυτοτελών μελετών και άρθρων ή συλλογών άρθρων. Εάν το κάνουμε αυτό, εργασία που θέλει πολύ χρόνο, δεκαετίες, θα βρεθούμε στην πολύ αμήχανη θέση, δυσάρεστη θα έλεγα, να πρέπει να αποφασίσουμε εάν η Πηνελόπη ήθελε ή  δεν ήθελε να επιστρέψει ο Οδυσσέας. Κι αυτό διότι το κείμενο υπαγορεύει και τις δύο απαντήσεις; Ποιο είναι το κριτήριο με το οποίο θα αποφασίσετε; Η ερμηνεία της περίπλοκης συμπεριφοράς της Πηνελόπης. Η ερμηνεία αυτή αφορά δύο σημεία.

ΠΡΩΤΟ, η συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της απουσίας και η στάση της απέναντι στους μνηστήρες. Από τη μια διαβάζουμε ότι η Πηνελόπη κλαίει και οδύρεται που δεν έχει επιστρέψει ο Οδυσσέας, ότι τον περιμένει (λόγου χάριν, α 340-3) αλλά είναι και πεπεισμένη ότι έχει πεθάνει και από την άλλη ότι βρίσκεται σε δίλημμα και δεν ξέρει τι να κάνει –  να παντρευτεί κάποιον από τους μνηστήρες ή όχι; Η συμπεριφορά της και η στάση της είναι αμφιθυμική: και τον περιμένει και θεωρεί ότι είναι νεκρός, και θέλει και δεν θέλει να παντρευτεί. Το λέει καθαρά ο Τηλέμαχος (π 73-75). Τελικά αποφασίζει να παντρευτεί ενώ ο Οδυσσέας είναι ήδη εκεί! Το δεύτερο σημείο έχει πολλές πτυχές : τον έχει αναγνωρίσει από την πρώτη στιγμή που τον είδε ή όχι; Πώς να εξηγήσουμε την ψυχρή και απόμακρη συμπεριφορά της από τη στιγμή που τον αναγνώρισε; Αποφάσισε να παντρευτεί ενώ τον είχε αναγνωρίσει;

ΤΟ κείμενο έχει συντεθεί με υπαινιγμούς, λογοπαίχνια και αντιφατικές ρήσεις των  πρωταγωνιστών που μας επιτρέπουν  να διατυπώσουμε από τις πιο εύλογες και βάσιμες εικασίες μέχρι τις πιο παράλογος και εξωφρενικές. Συνεπώς, η πίστη στο κείμενο δεν έχει σώσει κανέναν και καμμία. Θα δούμε σήμερα κάποια παραδείγματα, θα επαναλάβω όμως ότι είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε θέση. Η οποία βέβαια θα καθοριστεί εν πολλοίς από τον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία, τον τρόπο σκέψης του αναγνώστη/μελετητή. Πέρα όμως από αυτό, θα πρέπει να αποφασίσουμε από ποια οπτική γωνία θα διαβάσουμε την Οδύσσεια: από την αντρική, ηρωική οπτική (Οδυσσέας) ή από την γυναικεία (Πηνελόπη); Το κείμενο επιτρέπει και ευνοεί και τις δύο οπτικές. Κι αυτό είναι το πιο παράξενο που παρατηρούμε στην Οδύσσεια. Πώς παρεισέφρησε στο κείμενο η γυναικεία οπτική σε ένα αντρικό-ηρωικό πλαίσιο; Η παραδοξότητα αυτή επέτρεψε τη διατύπωση της θεωρίας (εικασίας) ότι ο Όμηρος ήταν γυναίκα.  Εάν υποστηριζόταν ότι μόνο ο συνθέτης της Οδύσσειας ήταν γυναίκα, θα μπορούσαμε να τη δεχτούμε, με την προϋπόθεση ότι η συνθέτρια ήταν μια πλούσια αριστοκράτισσα ποιήτρια, μια γυναίκα που ήταν εξοικειωμένη με τη σύνθεση εξάμετρων  στίχων και ότι ήταν εγγράμματη. Αυτή η πιθανότητα είναι πολύ μικρή και προτιμάμε μια άλλη προσέγγιση: ο συνθέτης της Οδύσσειας ήξερε πολύ καλά τις γυναίκες , έπρεπε όμως να κινηθεί μέσα στο πλαίσιο των αντρικών και πατριαρχικών αξιών (το μοτίβο της πιστής συζύγου).

ΤΟ ένα μοτίβο είναι αυτό –  ο άντρας φεύγει για τσιγάρα ή για τον πόλεμο και δεν επιστρέφει. Η γυναίκα περιμένει κάποια χρόνια (η  Πηνελόπη δέκα εφτά) και μετά ξαναπαντρεύεται, εκτός κι αν επιστρέψει ο καλός της. Η διαδικασία του δεύτερου γάμου της Πηνελόπης κράτησε πάρα πολύ  –  τρία χρόνια! Έλεος! Είναι υπόθεση ημερών: η γυναίκα θα βγει στον πλειστηριασμό κι όποιος φέρει τα πιο ακριβά δώρα (έδνα), όποιος ακουμπήσει τα πιο πολλά, την παίρνει, την αγοράζει. Η προίκα είναι μεταγενέστερος θεσμός, επινοήθηκε όταν η γυναίκα, λόγω της δουλείας, έχασε την αξία της. Η Πηνελόπη όμως το τρενάριζε, δεν αποφάσιζε για τρία ολόκληρα χρόνια! Γιατί; Επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί; Δεν είχε χάσει τις ελπίδες της για την επιστροφή του Οδυσσέα; Γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί; Από πού κι ως πού το αν θα παντρευόταν μια γυναίκα το αποφάσιζε η ίδια;  Μήπως δεν ήθελε να παντρευτεί για να μην δεσμευτεί, να μην χάσει την ελευθερία της; Και επι τρία χρόνια, που τους έβρισκες που τους έχανες τους μνηστήρες στο παλάτι του Οδυσσέα περνούσαν όλη τη μέρα τους, από το πρωί μέχρι το βράδυ, όταν επέστρεφαν στα σπίτια τους. Να τρέχουν από πίσω σου εκατόν οχτώ  μνηστήρες; Τι ωραία παρέα! Λέει ο Τηλέμαχος (α 249-50): Κι εκείνη ούτε τον στυγερόν γάμον αρνείται ούτε και είναι σε θέση  να δώσει ένα τέλος. Πριν όμως έχει πει κάτι άλλο, δεν ξέρουμε εάν υπανίσσεται κάτι ή μιλάει γενικά και αόριστα (α 215-6): Λοιπόν ξένε (απευθύνεται στην μεταμφιεσμένη σε άντρα Αθηνά), θα σου μιλήσω με μεγάλη ειλικρίνεια (μάλ’  ατρεκέως).  Η μάνα μου λέει ότι είμαι δικός του γιος  αλλά εγώ δεν ξέρω. Δεν βρέθηκε άνθρωπος μέχρι τώρα που να γνωρίζει με βεβαιότητα την καταγωγή του! 

ΤΑ λόγια του Τηλεμάχου (η μάνα μου μπορεί να λέει ότι είμαι δικό του παιδί, αυτάρ εγωγε ουκ οίδα) μας παρακινούν να σκεφτούμε ότι αυτό το έγωγε ούκ οιδα το λέει επειδή έχει κάποιο λόγο να το πει. Και ο λόγος αυτός βέβαια δεν είναι άλλος από τη σεξουαλική συμπεριφορά της Πηνελόπης. Το ερώτημα που εγείρεται, εάν υιοθετήσουμε την γυναικεία οπτική γωνία, είναι: μετά από πόσο καιρό, από τη στιγμή που έφυγε ο Οδυσσέας, η δεκαφτάχρονη Πηνελόπη πήγε με άλλον άνδρα; Μπορεί και δεκαεξάχρονη. Μπορούμε να εικάσουμε ό,τι θέλουμε. Εγώ εικάζω μετά από μερικές μέρες, ένα μήνα το πολύ!

ΑΣ πάμε τώρα στο δεύτερο σημείο της ερμηνείας. Διαβάζουμε ότι η υπηρέτρια Ευρύκλεια είχε αναγνωρίσει τον Οδυσσέα πριν πλύνει τα πόδια του και δει την πληγή στο γόνατό του. Του λέει: Κανένας αλλος από όσους πέρασαν από δω, δεν έμοιαζε τόσο πολύ με τον Οδυσσέα. Γιατί το λέει αυτό η Ευρύκλεια; Διότι η ταυτότητα του ανθρώπου δεν κρύβεται –  δεν είναι μόνο ζήτημα προσώπου αλλά σώματος, χροιάς και τόνου της   φωνής,  τρόπου βαδίσματος, κίνησης χεριών. Είδα μετά από 30, και  βάλε, συμμαθητές μου από το Δημοτικό, γειτονόπουλα που παίζαμε μαζί,  και τους αναγνώρισα όλους. Είναι δυνατόν να μην τον αναγνώρισε η Πηνελόπη από την πρώτη στιγμή που τον είδε; Και η διαίσθηση; Πού τη βάζεις αυτήν; Μετά την μνηστηροφονία, δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς και παραδέχεται ότι αυτός ο άνδρας είναι ο Οδυσσέας (ψ 85 κ. ε.)  Κατεβαίνει από το δωμάτιό της στο ισόγειο, στη μεγάλη αίθουσα, και “πολλές σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό της και δεν ήξερε τι να κάνει  –  να ρωτήσει από μακριά τον αγαπημένο της σύζυγο (φίλον πόσιν, 86) ή να πάει κοντά του και να του φιλήσει (κύσειε, kiss) το κεφάλι και τα χέρια;”  Άρα, σχολιάζει ο  συνθέτης, η Πηνελόπη τον είχε αναγνωρίσει. Αυτή όμως δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πήγε και κάθισε μακριά και απέναντι (εναντίη, 89) από τον Οδυσσέα, πίσω από τη φωτιά πού έκαιγε στο μέσο της αίθουσας. Ο Οδυσσέας περιμένει το ακριβό του ταίρι (ιφθίμη παράκοιτις) μήπως και του πει κάτι (ει τι μιν είποι) αλλά η Πηνελόπη δεν λέει λέξη. Η  δ΄ άνεω δην ήστο, εκείνη άφωνη καθόταν για πολλή ώρα. Τη μια τον κοιτούσε στα μάτια, την άλλη δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει γιατί ήταν ντυμένος με κουρέλια και παλιόρουχα (κακά είματα, 95). Επεμβαίνει ο Τηλέμαχος και της τα χώνει (97-103): “Μάνα είσαι εσύ; (μήτερ εμή δύσμητερ) Έχεις πολύ σκληρή καρδιά. Γιατί πήγες κι έκατσες τόσο μακριά από τον πατέρα μου  και δεν πήγες κοντά  του; Καμιά άλλη  γυναίκα δεν θα το έκανε αυτό! Μόνο εσύ το κάνεις που η καρδιά σου είναι πιο σκληρή και από την πέτρα.”

ΚΑΙ η Πηνελόπη απαντά: ” Έχω σαστίσει, έχω πάθει την πλάκα μου (θυμός μοι ενί στήθεσσιν τέθηπεν) και δεν μπορώ να μιλήσω ή να τον ρωτήσω ούτε να τον κοιτάξω κατάματα. Μα αν είναι πραγματικά ο Οδυσσέας και έχει έρθει στο σπίτι, αυτό θα αποδειχτεί σύντομα γιατί υπάρχουν πράγματα (σήματα, 110) που τα ξέρουμε μόνο εμείς οι δύο. ” Αυτό το “μα αν είναι πραγματικα ο Οδυσσέας” δείχνει ότι η Πηνελόπη δεν έχει πιστέψει πώς ο ξένος είναι ο Οδυσσέας αλλά υπάρχει ένα μεγάλο αλλά, το οποίο επισημαίνε ο Alfred Heubeck: ” Η χρήση των νωι [εμείς οι δύο, δύο φορές] και ημίν (σε εμάς, τους δύο) φανερώνει ότι η Πηνελόπη έχει ήδη, σε υποσυνείδητο επίπεδο, εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τις αμφιβολίες και τις επιφυλάξεις της” Πολύ ωραία! Μετά, ο Οδυσσέας κάνει το μπάνιο του και επιστρέφει στην αίθουσα όμοιος με τους θεούς (αθανάτοισιν ομοίος, 163) και περιμένει τώρα από την Πηνελόπη να του μιλήσει, να του πει κάτι! Η Πηνελόπη συνεχίζει να αδιαφορεί, να τον γράφει. Και είναι πολύ φυσικό που ο Οδυσσέας τα παίρνει στο κρανίο, γίνεται έξαλλος και της λέει (166 κ. ε.):  “Δεν υπάρχει γυναίκα με σκληρότερη καρδιά από σένα. Καμιά άλλη γυναίκα δεν θα στεκόταν με τέτοιο πείσμα (τετληότι θυμώ, 168) μακριά από τον άντρα της που πέρασε τόσο πολλά βάσανα να γύρισε στο σπίτι του μετά από είκοσι χρόνια.” Και λέει στην Ευρύκλεια, την υπηρέτρια: στρώσε το κρεβάτι να κοιμηθώ γιατί αυτή εδώ πέρα η καρδιά της είναι από σίδερο.

ΚΑΙ τρώει ένα φτύσιμο από την Πηνελόπη που ήταν όλο δικό του (174 κ. ε.): Καλέ μου, δεν είμαι περήφανη κι ούτε σε περιφρονώ ούτε σάστισα  πολύ. Ξέρω πολύ καλά πώς ήσουν τότε που έφυγες” . Του λέει  δηλαδή: ήσουν νέος κάποτε και γύρισες τώρα είσαι γέρος, τι να σε κάνω (στο κρεβάτι μου);

ΤΙ λέτε; Ήθελε ή δεν ήθελε η Πηνελόπη να επιστρέψει ο Οδυσσέας; Εγώ λέω ότι δεν ήθελε. Και καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: όλες οι δυσκολίες (αντιφάσεις και, υπαινιγμοί, διλήμματα και υποσυνείδητες σκέψεις) που συναντάμε στην Οδύσσεια οφείλεται στη σύμφυρση των δύο οπτικών γωνιών αφήγησης: της ανδρικής -ηρωικής που θέλει την Πηνελόπη πιστή, άρα και επιφυλακτική ως προς την αναγνώριση του Οδυσσέα, και της γυναικείας που υπαινίσσεται ότι η Πηνελόπη δεν ήταν πιστή, ότι τον αναγνώρισε αμέσως και ότι η επιστροφή του δεν της ήταν και πολύ ευχάριστη, θα προτιμούσε να μην είχε επιστρέψει.

Write a Comment

Comment