φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Η έννοια της φιλοσοφίας ανήκει στην κατηγορία των εννοιών που δεν μπορούμε να τις ορίσουμε – όπως και της θρησκείας, της δημοκρατίας ή της επιστήμης. Ορίζω σημαίνει απολυτοποιώ, βάζω όρια, κόβω δεσμούς και σχέσεις με το πλαίσιο, το περιβάλλον, το συγκείμενο, διαγράφω την ιστορική εξέλιξη, το αποϊστορικοποιώ. Έτσι λοιπόν, κάθε εποχή αντιλαμβάνεται διαφορετικά και με πολλούς τρόπους την έννοια της φιλοσοφίας – το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής παραθέτει πέντε ορισμούς! Δεν υπάρχει μία φιλοσοφία αλλά πολλές – οι επιθετικοί χωρικοί ή χρονικοί προσδιορισμοί (αρχαία, μεσαιωνική, νεωτερική, δυτική, κινέζικη, ινδική, κ.α. ) της έννοιας της φιλοσοφίας είναι μια σαφής ένδειξη της αδυνατότητας διατύπωσης ενός ορισμού. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να αναζητούμε την προέλευση της φιλοσοφίας – αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναζητούμε την προέλευση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
ΤΗΝ αναζητούμε αλλά, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν την έχουμε βρει, δεν υπάρχει, δηλαδή, μια γενικά αποδεκτή θεωρία. Αυτό δεν είναι και τόσο μεγάλο πρόβλημα – μας επιτρέπει να συζητάμε όλες τις προτάσεις. Πρόβλημα θα υπάρξει εάν δεν τις συζητήσουμε και δεχτούμε ή απορρίουμε την επιχειρηματολογία τους. Μία από τις θεωρίες, τις εύλογες εικασίες, που προτείνεται και δέχονται πολλοί, βασίζεται στην εικασία του Αριστοτέλη – στην Ελλάδα, την υιοθετεί ο Σπύρος Ι. Ράγκος, ένας από τους πιο γνωστούς ιστορικούς της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας (στο βιβλίο του, θαυμάζειν – απορείν – φιλοσοφείν: Η αρχή της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία ως αρχή στην κλασική εποχή, ΠΕΚ). Για να δούμε τι γράφει ο Αριστοτέλης για την προέλευση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Η μία από τις δύο διάσημες, πιο γνωστές, σκέψεις του Αριστοτέλη έχει διατυπωθεί στην πρώτη πρόταση των Τα μετά τα φυσικά (980a 20) – δική μου η έμφαση: Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει – η άλλη: ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικόν ζώον (Πολιτικά), δηλαδή, κοινωνικό, μιας και η πόλις (το μικροσκοπικό κρατίδιο που τα σύνορά του υπερασπίζονται οι ελεύθεροι πολίται, οι οπλίται) είναι ταυτόσημη με την κοινωνία. Μας αρέσει λοιπόν να μαθαίνουμε, ποθούμε τη μάθηση και τη γνώση, αλλά πιο πολύ επιθυμούμε να κατανοήσουμε κάποια πράγματα που μας εκπλήσσουν και μας προκαλούν αμηχανία, απορία. Οι άνθρωποι, γράφοι ο Αριστοτέλης, και τώρα και πριν, άρχισαν να φιλοσοφούν λόγω του θαυμασμού τους, λόγω της έκπληξης που νιώθουν για κάποια παράδοξα που βλέπουν τη φύση και δεν μπορούν να τα εξηγήσουν (982b 15-16): Διά γάρ το θαυμάζειν οι άνθρωποι και νυν και το πρώτον ήρξαντο φιλοσοφείν, και συνεχίζει (μεταφράζω, 982b 16-19): στην αρχή θαύμαζαν τα πιο κοντινά, τα πιο συνηθισμένα (πρόχειρα) σε αυτούς παράδοξα φαινόμενα και μετά από λίγο άρχισαν να απορούν και για πιο μακρινά και πιο σημαντικά παράδοξα φαινόμενα. Ποια είναι αυτά τα τόσο σημαντικά παράδοξα φαινόμενα που έβλεπαν οι άνθρωποι; Θα τα δούμε κι εμείς, παρακάτω.
ΟΙ άνθρωποι λοιπόν, συνεχίζει ο Αριστοτέλης (982b 24 κ.ε.), φιλοσόφησαν για να αποφύγουν την άγνοια (αφού από τη φύση τους επιθυμούν τη μάθηση και τη γνώση), φιλοσόφησαν διότι ήθελαν τη γνώση για τη γνώση και όχι για να επιλύσουν κάποιο πρόβλημα, δεν την ήθελαν για πρακτικούς σκοπούς (ου χρήσεως τινος ένεκεν). Αφού κάλυψαν όλες τις ανάγκες τους οι άνθρωποι και εξασφάλισαν όλες τις ανέσεις τους, άρχισαν να επιζητούν τη γνώση και τη σκέψη, όχι όμως, επαναλαμβάνει και τονίζει, για πρακτικούς σκοπούς αλλά τη γνώση για τη γνώση, τη γνώση για να ικανοποιηθεί η έμφυτη σφοδρή επιθυμία της αναζήτησης της γνώσης. Από όλα λοιπόν τα είδη των γνώσεων, των επιστημών (επιστήμη σημαίνει γνώση, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή έννοια), η γνώση για τη γνώση, η φρόνησις, η σκέψη και η κατανόηση των πιο σημαντικών παράδοξων φαινομένων, αυτή η επιστήμη, η φιλοσοφία, είναι η μόνη ελεύθερη (μόνη ελευθέρα ουσα των επιστημών). Υπάρχει για τον εαυτό της και όχι για άλλες, όπως ο ελεύθερος άνθρωπος υπάρχει “εαυτού ένεκα και μη άλλου” (982b 30-33).
ΑΝΑΦΥΟΝΤΑΙ τέσσερα κρίσιμα και θεμελιώδη ερωτήματα, τα οποία δεν θέτουν όσοι και όσες ακολουθούν τον Αριστοτέλη σχετικά με την προέλευση και τη διαδικασία γένεσης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Το πρώτο:Τι εννοεί ο φιλόσοφος όταν γράφει και ξαναγράφει τη λέξη άνθρωποι ή τη φράση πάντες άνθρωποι; Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν από τη φύση τους τη μάθηση, πάντες άνθρωποι φύσει ορέγονται ειδέναι; Και οι άνδρες και οι γυναίκες, και οι ελεύθεροι και οι δούλοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, και οι γαιοκτήμονες και οι ακτήμονες, και οι Έλληνες και οι Αιγύπτιοι; Όχι, βέβαια, κατά κανένα τρόπο! ‘Οταν λέει “άνθρωποι” ο Αριστοτέλης εννοεί τους πλούσιους και ισχυρούς γαιοκτήμονες δουλοκτήτες, οι οποίοι υπάρχουν εαυτού ένεκα και μη άλλου. Έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο και επιθυμούν να γνωρίσουν για να ικανοποιήσουν την έμφυτη επιθυμία της μάθησης και της γνώσης. Εάν δεν συντρέχουν αυτές οι συνθήκες, είναι αδύνατον αυτή η επιθυμία να ικανοποιηθεί. Άρα, μόνο άνδρες και πλούσιοι και ισχυροί θαυμάζουν και απορούν, κατά συνέπεια, μόνο αυτοί μπορούν να φιλοσοφήσουν, άρα, αυτοί άρχισαν να φιλοσοφούν. Σε αυτούς λοιπόν πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας και να αναρωτηθούμε, ποια φαινόμενα τους φάνηκαν τόσο παράδοξα και επιθύμησαν να τα κατανοήσουν; Αυτό είναι το δεύτερο ερώτημα. Ο Αριστοτέλης μας λέει ποια είναι αυτά, παραθέτει κάποια παραδείγματα αλλά δεν μας εξηγεί γιατί είναι παράδοξα φαινόμενα – για τους μαθητές του και τους αναγνώστες του ήταν ευκόλως εννοούμενα, για μας όμως δεν είναι. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε, αυτό το ζήτημα πρέπει να μελετήσουμε και να ερευνήσουμε.
ΤΑ παράδοξα φαινόμενα της φύσης που μας προκαλούν την έκπληξη ο Αριστοτέλης τα αποκαλεί θαυμάσια (982b 23). Τα θαυμάσια λοιπόν είναι τα παθήματα (982b 19) της σελήνης, του ήλιου και των άστρων; Παθήματα; Φίλες και φίλοι, ποια είναι τα παθήματα, οι αδυναμίες, οι συμφορές, τα ελαττώματα, τα μειονεκτήματα της σελήνης, του ήλιου και των άστρων; Οι μαθητές του και οι αναγνώστες του ήξεραν ποια είναι, εμείς δεν ξέρουμε. Μπορούμε να μάθουμε και να ξέρουμε μόνο εάν μελετήσουμε τον Αριστοτέλη: η σελήνη, ο ήλιος και τα άστρα κινούνται και αλλάζουν, μεταβάλλονται, αυξομειώνονται, χάνονται και εμφανίζονται ξανά, σε τακτική ή άτακτα χρονικά διαστήματα. Να ποια είναι τα παθήματα, οι αδυναμίες τους: η κίνηση, η αλλαγή, η μεταβολή, η αυξομείωση τους μεγέθους τους, η γένεση (εμφάνιση) και ο θάνατος (χάσιμο)!
ΤΟ τρίτο ερώτημα: μπορεί να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος; (Ξέρουμε ποιος είναι ο άνθρωπος). Ο Αριστοτέλης απαντά: και δεν μπορεί και μπορεί! Ας ακούσουμε τι λέει επακριβώς ο ίδιος (982b 34 κ.ε.): Διό και δικαίως αν ουκ ανθρωπίνη νομίζοιτο αυτής (της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της γνώσης) η κτήσις – θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί η γνώση των παθημάτων των θαυμασίων ως μη ανθρώπινη, ανέφικτη, ακατόρθωτη. Αυτή η γνώση είναι θεία, θεϊκή (θειοτάτη και τιμιωτάτη), και μόνο ο θεός μπορεί να την κατέχει. Ο θεός είναι σοφός διότι κατέχει αυτή τη σοφία. Ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει τη γνώση, να φιλοσοφήσει, μόνο εάν το αντικείμενο της φιλοσοφίας του είναι το θείον. Ο θεός είναι σοφός, ο θεός γνωρίζει τα θαυμάσια παθήματα διότι φαίνεται ότι είναι η αιτία και η αρχή των πάντων (983a 4-10). Ο άνθρωπος μπορεί να φιλοσοφήσει μόνο όταν σκοπός της φιλοσοφίας του είναι η γνώση των αιτίων και της αρχής των πάντων. Εάν τώρα, αντικαταστήσουμε τη λέξη θεός με τη λέξη ισχύς, θα δούμε ότι η αιτία και η αρχή των πάντων είναι η ισχύς. Μπορεί ο άνθρωπος να φιλοσοφήσει μόνο όταν αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι η ζήτηση των αιτίων και της αρχής της ισχύος. Ποια είναι η ισχύς: Η ακινησία, η αμεταβλησία, η αιωνιότητα, η αθανασία. Να ψάξουμε λοιπόν να βρούμε τα αίτια και την αρχή όλων αυτών!
ΚΑΙ το τέταρτο ερώτημα: τι θα μας συμβεί εάν φιλοσοφήσουμε; Ο Αριστοτέλης απαντά: Εάν φιλοσοφήσουμε, εάν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τα αίτια και την αρχή των πάντων, εάν αποκτήσουμε τη γνώση των αιτίων και της αρχής, τότε γινόμαστε κάτι άλλο, μεταφερόμαστε σε μια άλλη κατάσταση (983a 12-13). Ξεκινάμε, γράφει από τον θαυμασμό των παθημάτων, αυτή είναι η προέλευση της φιλοσοφίας, και καταλήγουμε στην αναζήτηση και απόκτηση της γνώσης για τα αίτια και την αρχή αυτών των παθημάτων και γενικά των πάντων – αυτό είναι το αντικείμενο της φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει ποια είναι τα γνωρίσματα αυτής της άλλης, της νέας, κατάστασης. Θα είναι βέβαια πολύ καλύτερη από την προηγούμενη. Πριν δεν γνώριζε, τώρα γνωρίζει, όσο μπορεί να γνωρίζει. Πριν δεν ήταν τόσο ισχυρός όσο είναι τώρα! Ο θεός είναι σοφός και ο άνθρωπος είναι σοφός, χωρίς να είναι βέβαια θεός, μόνο εάν είναι φιλόσοφος. Ο άνθρωπος θα γίνει σοφός μόνο εάν γίνει θεός.
ΥΠΑΡΧΕΙ όμως κι ένα άλλο ερώτημα, ένα κομβικό ερώτημα, το ερώτημα των ερωτημάτων: ποια ήταν η κοσμοαντίληψη του ανθρώπου – είδαμε ποιος είναι – όταν άρχισε να φιλοσοφεί; Συνέβαλε η κοσμοαντίληψη αυτή στον θαυμασμό των παθημάτων της φύσης; Με άλλα λόγια: ποια ήταν η κοσμοαντίληψη των πλούσιων και ισχυρών δουλοκτητών γαιοκτημόνων όταν κάποιοι από αυτούς άρχισαν να φιλοσοφούν; Μήπως η κοσμοαντίληψη αυτή τους ώθησε να φιλοσοφήσουν, να γίνουν σοφοί, να γίνουν πιο ισχυροί;