Στις 21 Απριλίου του 1813 δημοσιεύτηκε στη πρωσσική συλλογή νόμων (σελ. 79-89) το Διάταγμα για την Πανστρατιά (Verordnung uber den Landsturm), με το οποίο ο Πρώσσος μονάρχης Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’ (1797-1840) καλεί τους Υποτελείς του να αντισταθούν με ανταρτόπολεμο στην εισβολή των στρατιών του Ναπολέοντα στη Πρωσσία. Δεν γνωρίζουμε από ποιον ή ποιους έχει συνταχθεί αλλά είναι βέβαιο ότι δεν έχει συνταχθεί από τον πρώσσο μονάρχη. (Σε ένα μελλοντικό σημείωμα θα δείξω ότι το έχει συντάξει ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς (1780-1831) ή έχει βάλει αποφασιστικά το χέρι του). Το μανιφέστο αυτό του ανταρτοπολέμου, πάνω στο οποίο βασίστηκαν όλα τα αντάρτικα της υπαίθρου κατά τον δέκατο ένατο και εικοστό αιώνα, έχει βασιστεί σε δύο ισπανικά διατάγματα, που εμφανίστηκαν μετά τον ανταρτοπόλεμο των Ισπανών κατά του Ναπολέοντα: στο Reglamento de Partidas y Guadrillas, της 28ης Δεκεμβρίου του 1808 και στο Corso Terrestre, της 17ης Απριλίου 1809 – τα οποία και θα δημοσιεύσουμε μόλις μας δοθεί ευκαιρία. Ο (φασίστας) Καρλ Σμιτ στη Θεωρία του Αντάρτη, γράφει, σχολιάζοντας το Διάταγμα για την Πανστρατιά (σελ. 43): ‘Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το όνομα του νόμιμου βασιλιά βρίσκεται σε ένα τέτοιο κάλεσμα για ανταρτοπόλεμο. Αυτές οι δέκα σελίδες της πρωσσικής συλλογής νόμων συγκαταλέγονται σίγουρα στις πιο ασυνήθιστες σελίδες όλων των νομικών δημοσιευμάτων του κόσμου’, και το χαρακτηρίζει ως τη ‘Μαgna Carta του ανταρτοπολέμου’.
Continue reading →
Verordnung über den Landsturm*
[Σύντομη εισαγωγή και μετάφραση μπορείτε να βρείτε στο ‘Διάταγμα για την Πανστρατιά]
Vom 21sten April 1813
Ich habe Meinem getreuen Volke die Vollendung der Landesbewaffung durch den Landsturm verheissen. Die Landwehr ist, wie Ich mit dankbarer Anerkennung solches Eifers und solcher Anstrengungen erfahre in allen Provinzen für errichtet anzunehmen.
Es soll daher überall sofort zur Einrichtung des Landsturms mit der bisherigen hätigkeit geschritten werden, damit der Feind, wie auch die Erfolge unserer Waffen, die in Gottes Hand liegen, sehn mögen, gewahr werde, dass ein Volk nicht besiegt werden kann, welches eins mit seinem Könige ist.
Diese Unüberwindlichkeit hangt nicht von einer besondern Beschaffenkeit eines Terrains ab. Die Sümpfe der alten Deutschen , die Gräben und Kanäle der Niederländer, die Hecken und das Buschwerk der Vendee, die Wüsten Arabiens, die Berge der Schweizer, der wechselnde Boden der Spanier und Portugiesen haben, vom Volke vertheidigt, stets ein und dieselbe Folge erzengt.
Hat der Gebirgsbewohner den Vortheil unangreifbarer Höhen, Schlupwinkel durch Felsen gesichert; so hat der Bewohner der bebauten Ebene, seine Seen, Wälder und Sümpfe und den Vortheil, leichter eine gewisse Menge auf einen Fleck zu versammeln, als die zersteut liegenden Wohnungen in der Vergeit diess gestatten.
Hat auf der Angreifer die Wahl des Angriffs-Punktes für sich, Vaterlandsliebe, Ausdauer, Erbitterung, nähere Hülfsquellen geben, auf die Länge, dem Vertheidiger das Übergewicht.
Continue reading →
Οικοδόμος;! Η έκπληξη ήταν γνήσια. Και συμπλήρωσε, κοιτάζοντας τον τοίχο απέναντι με τα βιβλία: εσύ θα έπρεπε να ήσουν καθηγητής Πανεπιστημίου, υπουργός, δημοσιογράφος . . . Πήρα το βλέμμα μου από τον κολιό και το έρριξα πάνω στα βιβλία. Δεν έβαλα μεγάλη δόση πίκρας, ίσα που να γίνεται αντιληπτή. Χαμογέλασα, χωρίς η πίκρα να φύγει από τα χείλη. Δεν το πιστεύω, είπε. Ο κολιός είναι καθαρισμένος. Πρώτη φορά πάω σε σπίτι και μου σερβίρουν καθαρισμένο ψάρι. Βασίλη, σου έχει τύχει ποτέ; Ο Βασίλης κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. Χαμογέλασα. Καλή μου, της είπα, είμαι οικοδόμος και ξέρω από κούραση. Δεν θα μπορούσα να σας βλέπω να προσπαθείτε, να μοχθείτε, να πολεμάτε με τα αγκάθια του ψαριού. Σας καλέσαμε να περάσουμε καλά, όχι να σας βάλουμε να βγάλετε πρόκες από τα ξύλα.Οικοδόμος;! Η έκληξη ήταν γνήσια. Και συμπλήρωσε, κοιτάζοντας τον τοίχο απέναντι με τα βιβλία: εσύ θα έπρεπε να ήσουν καθηγητής Πανεπιστημίου, υπουργός, δημοσιογράφος. Πήρα το βλέμμα από τον κολιό και το έρριξα πάνω στα βιβλία. Δεν έβαλα μεγάλη δόση πίκρας, ίσα που να γίνεται αντιληπτή. Χαμογέλασα, χωρίς η πίκρα να φύγει από τα χείλη. Οι πικραμένοι δεν μιλούν πολύ. Αργούν να μιλήσουν. Ξέρεις, της είπα λυπημένος, έχω δυο μεγάλα προβλήματα. Προβλήματα; Έχω δυο πολύ μεγάλα προβλήματα υγείας. Έχω κάλλος στον εγκέφαλο και πάσχω από γυμνίτιδα. Θα υποθέτω, είπε χαμογελώντας πριν προλάβει να δώσει τη διαταγή ο εγκέφαλος να μη το πει γιατί θα το μετανοιώσει, ότι ο κάλος θα είναι από το πολύ διάβασμα. Όχι, όχι, είναι από χτύπημα. Ω! Επιφώνημα έκπληξης. Έπεσα σε γκρεμό και χτύπησα στο κεφάλι. Σε τροχαίο; Ναι. Πετάχτηκα από το αυτοκίνητο και έπεσα σε γκρεμό. Μια φίλη, είχε το κεφάλι έξω από το αυτοκίνητο την στιγμή της σύγκρουσης και της κόπηκε. Δεν το βρήκαν ποτέ. Το βρήκε μια αλεπού και το πήγε στα αλεπουδάκια. Τη θάψαν χωρίς κεφάλι;Ναι. Έπεσα σε γκρεμό και καθώς έπεφτα έκανα μια προσευχή, Θεέ μου, βοήθα με Θεέ μου, υπόσχομαι, αν ζήσω, θα ζήσω όλη τη ζωή μου φτωχός. Πέφτω πάνω σε κάτι συκιές, μετά σε άλλες συκιές, μετά σε άλλες συκιές, προλαβαίνω να πιαστώ από τα κλαδιά, σπάνε τα κλαδιά και πέφτω πάνω στο χώμα. Βροχή τα σύκα, μέλι, ήταν Σεπτέμβρης. Γλυκοχάραζε. Χτυπάω το κεφάλι σε μια πέτρα, μικρή. Τρώω καμια δεκαριά σύκα. Ακούω κελάρισμα νερού. Δροσερό νερό ανάβλυζε από το βράχο, ήπια, είχε στεγνώσει το στόμα μου από τα ξύδια και τα τσιγάρα. Κι ο πατσάς λύσσα ήτανε. Την έπεσα πάνω σε ξερά φύλλα. Με ξύπνησε ο ήλιος. Πόρσε δεν μπορώ να έχω, ούτε Μπεμβέ, έχω ένα μηχανάκι να πηγαίνω στη δουλειά, μου το χάρισαν, το ‘φτιαξα, ήταν σαράβαλο, έχω ένα ποδήλατο κι αυτά τα καταπληκτικά πόδια που μου χάρισε η μανούλα μου. Δεν μπορώ να γίνω εργοστασιάρχης, δεν έχω κότερο, δεν έχω μετοχές, αν πιάσω στο Τζόκερ δυο εκατομμύρια ευρά πρέπει να τα μοιράσω. Θα σε πάρω τηλέφωνο, θα σου πω, Σοφία, δος μου ένα λογαριασμό Τραπέζης να σου βάλω είκοσι χιλιάρικα. Δεν θα μου δώσεις ένα λογαριασμό; Θα μου δώσεις. Θα μου πεις, ποιο είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι από τη στιγμή που έκανα ένα όρκο πρέπει να τον τηρήσω, έτσι δεν είναι; Εάν γίνω πλούσιος, θα πεθάνω αμέσως. Δεν είναι μόνο αυτό. Δεν περνάει η γαμημένη η ώρα. Δεν έχω τι να κάνω. Κι αναγκάζομαι να διαβάζω, να περνάω τη ώρα μου στο λαχανόκηπο σκάβοντας και φυτεύοντας, να παίζω με τα παιδιά, να πηγαίνω στο βουνό και να περπατάω, να μαζεύω χόρτα, μανιτάρια, σπαράγγια, κράνα, κούμαρα, να μαγειρεύω για τους φίλους μας, να μαζεύω μύδια από τη θάλασσα, να κλαδεύω τον Απρίλη τ’ αμπέλι στο χωριό παρέα με τ’ αηδόνια, ο αέρας να μυρίζει φυτοφάρμακα και χαμομήλι, να παίζω Καραγκιόζη στους φίλους του Παύλου και της Αποστολίας, δεν είναι ζωή αυτή, Σοφία. Δεν είναι ζωή. Κοίταξε τον άνδρα της, τη στιγμή που πήγε να την κοιτάξει κι αυτός. Ήπια λίγο κρασάκι. Περίμενα την ερώτηση. Και η γυμνίτιδα; Κούνησα το κεφάλι μου με απελπισία. Η γυμνίτιδα είναι μια εκ γενετής ανίατη ασθένεια η οποία μου δημιούργησε πάρα πάρα πολλά προβλήματα. Με κατέστρεψε, κυριολεκτικά με κατέστρεψε. Μια φορά το μήνα, το δίμηνο, ξυπνάω και δεν μπορώ να φορέσω ρούχα. Φρίκη! Ούτε στο σχολείο μπορούσα να πάω, στο στρατό δεν πήγα, έχω χάσει του κόσμου τις δουλειές, καταλαβαίνεις. Την προηγούμενη φορά με έρριξε τρία μερόνυχτα στο κρεββάτι. Μερικές φορές μου πάει και βδομάδα. Κάτσε τρεις μέρες στο κρεββάτι, τι θα κάνεις; Θα διαβάσεις, θα βασανίσεις το κορμί σου με τη Τασούλα, θα φας, θα πιεις, θα σκεφτείς, θα ξανακοιμηθείς, θα γράψεις, θα ξαναβασανίσεις το κορμί σου, θα θαναδιαβάσεις, δράμα, δράμα. Δεν είναι ζωή αυτή!
Κάπως έτσι κύλισε η βραδιά. Έφυγαν στις τρεις. Δεν έβρισκαν το αυτοκίνητο, πήγα και τους βοήθησα. Το έψαχναν δυτικά, αυτό ήταν ανατολικά.