φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα!
Που, από ποιους παίζεται σήμερα το καλύτερο ποδόσφαιρο; Στο ερώτημα αυτό υπάρχουν δυο απαντήσεις. Η μια απάντηση δίνεται από τη σκοπιά του σημερινού ανδρικού ποδοσφαίρου ως επαγγελματικού αθλήματος και θεάματος. Τι εννοούμε όταν λέμε ‘παίχτηκε καλό ποδόσφαιρο’ ή ‘είδαμε καλό ποδόσφαιρο’; Τι εννοούμε όταν λέμε ‘ωραίο μάτς’ ή ‘ωραίο παιχνίδι’; Είναι το ποδόσφαιρο που μας ενθουσίασε, που μας αναστάτωσε; Τι μας ενθουσιάζει και μας αναστατώνει όταν βλέπουμε 22 άνδρες να παίζουν ποδόσφαιρο; Η μάχη για την διεκδίκηση της μπάλας, η μάχη για την επίτευξη της διείσδυσής της, η ίδια η διείσδυση της μπάλας, την οποία ασφαλώς εκλαμβάνουμε, ασύνειδα φυσικά, ως βλήμα και ως πέος. Ενθουσιαζόμαστε και αναστατωνόμαστε διότι βλέπουμε δυο ομάδες ανδρών να προσπαθούν να σκοτώσει η μια την άλλη και ταυτόχρονα να τη γαμήσει. Ταυτιζόμαστε με την ομάδα μας και παθαίνουμε ότι παθαίνει κι αυτή: εάν νικήσει, σκοτώνει και γαμάει, σκοτώνουμε και γαμάμε κι εμείς. Εάν ηττηθεί, σκοτώνεται και γαμιέται, σκοτωνόμαστε και γαμιόμαστε κι εμείς. Προχτές, η ομάδα της Αργεντινής μας σκότωσε και μας γάμησε. Η Εθνική μας ομάδα επέστρεψε σκοτωμένη και γαμημένη.
Η άλλη απάντηση δίνεται από τη σκοπιά όχι πως παίζεται το ποδόσφαιρο από τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές μέσα στο γήπεδο (με θεατές, κανόνες, διαιτητή, συγκεκριμένη διάρκεια του αγώνα, με καθορισμένο αριθμό παικτών, και άλλα πολλά) αλλά πως παίζεται το ποδόσφαιρο χωρίς διαιτητή, χωρίς καθορισμό του αριθμού των παικτών και της διάρκειας, με ελάχιστους κανόνες. Δίνεται δηλαδή από τη σκοπιά του ποδοσφαίρου ως παιχνίδι.Στην απάντηση του κομβικού ερωτήματος που θέσαμε θα μας βοηθήσει ένας βετεράνος διάσημος ποδοσφαιριστής, ο Φραντς Μπεγκενμπάουερ. Σε μια συνέντευξή του, πριν από πολλά χρόνια, είχε ερωτηθεί για το ποιο ήταν το καλύτερο παιχνίδι που είχε παίξει στη ζωή του, και έδωσε την εξής απάντηση: ένα απόγευμα, στο πάρκο, με τα παιδιά της γειτονιάς.