23 Ιουλίου, 2010
ζωντανοί νεκροί
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.
Θα έχουμε καύσωνα το σαββατοκύριακο, καιρός είναι να απομακρυνθούμε από την πολιτική (αποκαλώ πολιτικίτιδα την διαρκή, άρα διαστροφική, ενασχόληση με αυτήν) και προτείνω να δροσίσουμε το κορμί μας, το μυαλό μας και τη ψυχή μας με άλλες μορφές έκφρασης. Θα σας χαρίσω ένα διήγημα, από μια αδημοσίευτη συλλογή με τίτλο ‘συναντήσεις’ και μια σύντομη εισαγωγή στη Διανεμητική, αντικείμενο της οποίας είναι η μελέτη των θεσμών, των αντιλήψεων και του πλουσιότατου λεξιλογίου που προήλθαν από την διανομή της πολεμικής λείας – της λείας που εξασφάλιζε, και συνεχίζει να εξασφαλίζει ( κέρδος, τόκος), τον πλούτο, την ισχύ και τη φήμη του ήρωα/ποιμένα/πολεμιστή, του αρχαϊκού Κυρίου, του πρόγονου του Κυρίου καπιταλιστή της παραγωγής και του χρήματος.
Σας εύχομαι υγεία και χαρά,
θα είμαστε μαζί τη Δευτέρα, στις δέκα και μισή το βράδυ – μέχρι στις μία.
ζωντανοί νεκροί
Α
Ένα ασθενοφόρο διασχίζει το δρόμο ουρλιάζοντας. Τα φώτα έχουν κάνει τη νύχτα μέρα. Έχει νυχτώσει. Πεζοί δεν περπατούν μπροστά από τη τζαμαρία. Παραγγέλνουν και οι τρεις καπουτσίνο.
«Κάρλ», λέει ο Φρίντριχ, «αυτός ο συγγραφέας είναι μοχθηρός και χαιρέκακος».
«Γιατί Φρίντριχ, τι σου έκανε; Είναι οικοδόμος, καλό παλικάρι».
Ο Φρίντριχ πίνει μια γουλιά καφέ και με το μουστάκι βουτηγμένο στο αφρόγαλο λέει:
«Τώρα βρήκε να μας αναστήσει; Εδώ; »
Ούτε ο Καρλ, ούτε ο Βάλτερ του απαντά. Ένα ασθενοφόρο διασχίζει το δρόμο ουρλιάζοντας. Πεζοί δεν περπατούν μπροστά από τη τζαμαρία, βλέπουν καθαρά το δρόμο. Τα φώτα έχουν κάνει τη νύχτα μέρα. Ο δρόμος είναι πεντακάθαρος, το έρημο πεζοδρόμιο είναι πεντακάθαρο.
«Φρίντριχ, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό», σχολιάζει ο Βάλτερ.
Ένα πρεζόνι, γυναίκα, νέα γυναίκα με άσπρα μαλλιά και χαλασμένα δόντια σταματά μπροστά στη τζαμαρία και τους κοιτάζει με βλέμμα απλανές. Ένα ασθενοφόρο διασχίζει το δρόμο ουρλιάζοντας. Το πρεζόνι τους χαμογελά. Ο Κάρλ χαμογελά· ο Φρίντριχ χαμογελά· ο Βάλτερ χαμογελά. Η κοκαλιάρα γυναίκα κάνει μια ντάγκλα, ας τη πούμε μετάνοια, και το κεφάλι της ακουμπά στο τζάμι. Μένει εκεί· ακίνητη. Ένα περιπολικό της Αστυνομίας σταματά στο δρόμο, δυο ευγενέστατοι αστυνομικοί κατεβαίνουν. Δυο ευγενέστατοι αστυνομικοί οδηγούν τη γυναίκα στο περιπολικό. Μόλις είχε προλάβει να σβήσει το τσιγάρο στον αριστερό πήχη, λίγο πιο κάτω από τον αγκώνα. Το περιπολικό απομακρύνεται. Αργά.
«Βάλτερ, τη βλέπεις εκείνη τη κολόνα», ρωτάει ο Κάρλ.
«Τη βλέπω, Κάρλ».
«Τι είναι αυτό που κινείται συνεχώς αριστερά-δεξιά, πάνω κάτω;»
«Δε βλέπω καλά, Καρλ. Φωτογραφική μηχανή μου φαίνεται».
