μια γραμμή για τον καθένα, σύμφωνα με τις ανάγκες του

“Ζορζ, υπερβάλλεις, όπως πάντα”, είπε ο Σίγκμουντ μοιράζοντας το μικρό σωρό της άσπρης σκόνης σε τρία μέρη. Έκανε το κάθε μέρος μια άσπρη λεπτή γραμμή, τύλιξε με αργές κινήσεις, νωχελικές θα έλεγα, ένα κατοστάρικο  και το ‘κανε καλαμάκι, έσκυψε και σνιφάρισε τη πρώτη. Η σκόνη, διασχίζοντας τα πολύτιμο καλαμάκι των εκατό εβρών και το αριστερό ρουθούνι του,  εξαφανίστηκε από τα μάτια τους. Εισέπνευσε δυνατά κι έδωσε το καλαμάκι στον Καρλ. “Εάν το παιδί είναι προάνθρωπος περισσότερο από ένα ενήλικο, όπως νομίζεις, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι δεν ήμασταν άνθρωποι για όσο χρονικό διάστημα δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε το χρόνο σε παρόν, παρελθόν και μέλλον”, είπε, παρακολουθώντας τον Καρλ που έσκυψε να σνιφάρει. Ο Ζορζ πήρε το καλαμάκι στα χέρια του και χωρίς να βιάζεται είπε. “Όχι, Σίγκουντ, δεν ήμασταν άνθρωποι”. “Μιλούσαμε, σκεφτόμασταν  και δεν ήμασταν άνθρωποι;” ρώτησε ο Καρλ. “Όχι, Καρλ, δεν ήμασταν άνθρωποι. Ή μάλλον, ήμασταν περισσότερο προάνθρωποι παρά άνθρωποι”. “Θες να πεις ότι το παιδί είναι περισσότερο προάνθρωπος παρά άνθρωπος;” “Σίγκμουντ”, είπε ο Ζορζ,” εσύ αυτό το γνωρίζεις καλύτερα από μένα.”

Continue reading