Πετράδες, ξημέρωσε, 26 Μαρτίου 2007
Ξύπνησα με στύση, στις έξι. Η αμοιβή της χειρωνακτικής εργασίας στη φύση. Της ελεύθερης, όσο γίνεται. Δεν έβρεξε, ήμουνα στ’ αμπέλια μέχρι που νύχτωσε. Άδειασα τη στάχτη, τη πετάω στ’ αμπέλια. Έφερα μια αγκαλιά ξύλα, ούτε ένα αστέρι στον ουρανό. Κάνει κρύο. Στις δυο και μισή με ξύπνησε το ποντίκι. Έβαλα κασέρι στη φάκα πριν κοιμηθώ. Το αγνόησε. Κάποιος πρέπει να είναι πιο έξυπνος από τον άλλον. Να βάλω αυγό
