in διάβασα διαβάζω θα διαβάσω

γιατί, κύριε Νικόλαε Μ. Σκουτερόπουλε, γιατί;!

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Όταν πήρα την απόφαση να επισκεφτώ τη Θεσσαλονίκη, σκέφτηκα να περάσω από κάποιο βιβλιοπωλείο να ρίξω ένα βλέφαρο στη μετάφραση του Θουκυδίδη από τον Ν. Μ. Σκουτερόπουλο (εκδόσεις Πόλις), καθηγητή της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και συγκεκριμένα να δω πως έχει μεταφράσει μια πρόταση από τον Επιτάφιο του Περικλέους. Το έκανα και δεν άντεξα και αγόρασα ένα βιβλιαράκι των 9 εβρών (κάποτε έσκαγα και 50 και 100 εβρά για βιβλία. . .), πολύ ενδιαφέρον, Φωνές από τη Βαϊμάρη, εκδόσεις Υψιλον, εισαγωγή και μετάφραση  Γ. Λυκιαρδόπουλου – μια συλλογή σύντομων άρθρων  που γράφτηκαν μεταξύ 1918 και της ανάληψης των ηνίων του Κράτους από το ναζιστικό κίνημα και τον Χίτλερ από ανθρώπους που ζούσαν τα γεγονότα (Αϊνστάιν, Φρόιντ, Γιούργκερ, Χάινριχ Μαν, Κομμουνιστική Ομάδα Σπάρτακος, Γκέμπελς, Τσβάιχ και άλλοι).

Αυτό που διάβασα με απογοήτευσε και με λύπησε, δεν με εξαγρίωσε, διότι δεν θα μπορούσα κατά κανένα τρόπο να χαρακτηρίσω το πολύ σοβαρό μεταφραστικό ατόπημα που διάβασα ως μεταμοντέρνο σκοταδισμό, χαρακτηριστικό κρούσμα του οποίου είναι το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη για την αλφαβητική οργάνωση των ομηρικών επών. Με το σημερινό σημείωμα δεν κρίνω την αξιόλογη και πολυτετή και χρήσιμη μεταφραστική εργασία του Ν.Μ. Σκουρτερόπουλου – εστιάζω την προσοχή μου σε ένα συγκεκριμένο μεταφραστικό λάθος που κάνουν όλοι οι μεταφραστές του Επιτάφιου του Περικλέους. Οπότε, δεν θα εξηγήσω μόνο ποιο είναι το λάθος  αλλά θα προσπαθήσω να κατανοήσω γιατί γίνεται και μάλιστα από όλους – από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω.

Ο Επιτάφιος του Περικλέους είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του δυτικού Κυρίου, του δυτικού πολιτισμού: μας δείχνει τις πηγές εμφάνισης ενός συγκεκριμένου τρόπου απόσπασης από τον Κύριο της υπακοής και της αφοσίωσης των υποτελών υπηκόων. Πρόκειται για αυτό που ονομάζω  Μιμητική (Τέχνη και Επιστήμη) , τη Μίμηση του Κυρίου στο πολιτικό αλλά και ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο – μια Τέχνη και Επιστήμη η οποία όχι μόνο επιβιώνει αλλά χρησιμοποιείται από τον Κύριο όλο και πιο συχνά. Παραθέτω σύντομα και απλά τη λογική και το περιεχόμενο της Μιμητικής: Δεν υπάρχει κανένας λόγος εγώ ο Κύριος και εσύ ο Υποτελής να συγκρουόμαστε. Μη με φθονείς για την Ισχύ μου, τον Πλούτο μου και τη Φήμη μου. Μπορείς κι εσύ να γίνεις πλούσιος, ισχυρός και διάσημος. Σου διαθέτω δέκα λεπτά διασημότητας, πίνε ουίσκι όπως ο Ωνάσης και θα νιώσεις Ωνάσης, ντύσου όπως η Δέσποινα Βανδή, μπορείς να παίξεις Τζόκερ και Χρηματιστήριο και να πάρεις τον γάιδαρο στο αεροπλάνο, να πάρεις αυτοκίνητο και να αρπάζεις χώρο και να διώχνεις τους πεζούς από το δρόμο  – κι αν τύχει, πάτα το γκάζι αντί για το φρένο και καθάρισε και κανέναν και πες μετά στο δικαστήριο ότι έκανες λάθος. Δύο από τις σύγχρονες εκδοχές της Μιμητικής είναι η διαφήμιση και ο φασισμός/ναζισμός ως απόπειρα ομογενοποίησης μιας κοινωνίας της οποίας η ενότητα έχει διαρραγεί λόγω κοινωνικών εντάσεων.

Εάν, φίλες και φίλοι, μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε τον Επιτάφιο (Β 35-46)  σε μια πρόταση που θα επιλέγαμε από το ίδιο το κείμενο, η πρόταση αυτή θα ήταν η εξής: Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος (43.3), των ανθρώπων των ξεχωριστών τάφος είναι η γη ολόκληρη, μεταφράζει ο Ι. Κακριδής – και ό,τι μεταφράζω από δω και πέρα είναι του Κακριδή). Δηλαδή: οργανώστε πολεμικές επιδρομές σε όλα τα σημεία της γης που υπάρχει πλούτος, σκοτώστε, αρπάξτε και γίνετε πλούσιοι και ισχυροί και διάσημοι. Αυτό κατανοώ εγώ – μήπως όμως κάνω λάθος;

Όχι, φίλες και φίλοι, δεν κάνω λάθος. Αυτά λέει και ξαναλέει ο Περικλής (ή ο Θουκυδίδης, μας αφήνει αδιάφορους το ακανθώδες και άλυτο ζήτημα της γνησιότητας της δημηγορίας) σε κάθε τμήμα του λόγου του, αν εξαιρέσουμε το προίμιο του Θουκυδίδη (35), το προοίμιο του Περικλή (36) και τα δυο παρηγορητικού περιεχομένου τελευταία κεφάλαια (45, 46). Και μάλιστα αυτά που κατανοώ εγώ δεν τα έβγαλα απο το κεφάλι μου αλλά είναι λόγια του Περικλή (42, 4): Εμείς την κάθε θάλασσα και στεριά την αναγκάσαμε ν’  ανοίξει δρόμο στην τόλμη μας και σε κάθε τόπο στήσαμε μνημεία αθάνατα και για τα κακά και για τα καλά που μας έτυχαν.

Αντιλαμβάνεστε ότι τα κακά είναι η ήττα (ο θάνατος, η απώλεια) και τα καλά η νίκη (ο φόνος, η αρπαγή, η επιβίωση, ο πλούτος, η ισχύς). Εάν είμαστε ισχυροί και πλούσιοι και διάσημοι, το οφείλουμε στην ισχύ μας, στη νίκη, στην επιτυχή έκβαση του πολέμου. Αυτό έκαναν οι παππούδες μας, αυτό έκαναν οι γονείς μας, αυτό κάνουμε κι εμείς σήμερα και θα κάνουν και τα παιδιά μας αύριο.

Πολεμήστε, νικήστε και γίνετε πλούσιοι, ισχυροί και διάσημοι. Κι αν παρ΄ελπίδα πεθάνετε, no problem, θα γίνετε ακόμα πιο επιφανείς και θα στήσουμε και μνημείο αθάνατο για να σας τιμήσουμε και να σας θυμόμαστε. Από το 500 μέχρι το 400 οι Αθηναίοι πολεμούν κάθε χρόνο – υπάρχουν 2-3 χρονιές που δεν πολεμούν, μόνο και μόνο επειδή δεν έχουμε πληροφορίες. Από το 475 μέχρι τη χρονιά του Επιτάφιου (431-430), οι Αθηναίοι κατακτούν και ιδρύουν κληρουχίες σε όλο το Αιγαίο (Ηιόνα, Σκύρος, Άνδρος, Ίμβρος, Λήμνος, Νάξος, Χερσόνησος, Ερέτρια, Εστιαία, Χαλκίδα, Βρέα, Σάμος, Αίγινα). Επιδρομή, εξόντωση ή εκδίωξη ή υποδούλωση των γηγενών, διανομή της λείας (γης) σε κλήρους με κλήρωση (κληρ-ουχία). Οι σύμμαχοι κατά των Περσών γίνονται φόρου υποτελείς. Τα έτη 459-4 π. Χ., οι Αθηναίοι επιχειρούν να κατακτήσουν την Αίγυπτο – ελάχιστοι επέστρεψαν ζωντανοί. Το 415-3, 15 χρόνια μετά τον Επιτάφιο, κάνουν αυτά που τους προτείνει ο Περικλής, ο οποίος έχει πεθάνει από τον λοιμό (από τα σκατά, κυριολεκτώ, του πλήθους των έγκλειστων στην Αθήνα μικροκαλλιεργητών και γαιοκτημόνων της αττικής υπαίθρου)  και επιχειρούν να κατακτήσουν τη Σικελία για να γίνουν πλούσιοι, ισχυροί και επιφανείς – ελάχιστοι επιστρέφουν στο σπίτι τους.

Ήρθε η ώρα να εστιάσουμε την προσοχή μας στο σοβαρότατο μεταφραστικό ατόπημα που κάνουν όλοι οι μεταφραστές του Επιτάφιου. Πρόκειται για μια πρόταση από το κεφάλαιο 40, το οποίο αρχίζει με το πολύ γνωστό Φιλοκαλούμεν τε γάρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν ανευ μαλακίας: αγαπούμε το ωραίο και μένουμε απλοί, αγαπούμε τη θεωρία και δεν καταντούμε νωθροί. Τι σημαίνει ‘μένουμε απλοί’; Τι σημαίνει ‘δεν καταντούμε νωθροί’; Τι θέλει να πει ο Περικλής/Θουκυδίδης; Ο λόγος του Επιτάφιου είναι άκρως υπαινικτικός, πυκνός κι αυτό μας έχει δημιουργήσει πολλές δυσκολίες να τον κατανοήσουμε και να τον μεταφράσουμε – πέραν κάποιων (ελάχιστων) προβλημάτων παράδοσης του κειμένου. Το ‘δεν μένουμε νωθροί’ και το ‘μένουμε απλοί’ λένε το ίδιο πράγμα: παραμένουμε πολεμιστές.  Δεν είναι δική μου επεξήγηση αλλά του ίδιου του Περικλή, ο οποίος βάζει άνω τελεία και συνεχίζει: πλούτω τε έργου μάλλον καιρώ ή λόγου χρώμεθα, Ο πλούτος στέκει για μας πιο πολύ αφορμή για κάποιο έργο παρά για παινεψιές και λόγια. Χρησιμοποιούμε τον πλούτο, τη λεία δηλαδή του πολέμου, για να κάνουμε κάποιο έργο και όχι για να περιαυτολογούμε, να καυχησιολογούμε, να κομπορρημονούμε, να κομπάζουμε. Να κάνουμε κάποιο έργο – για ποιο έργο πρόκειται; Είναι ασαφές – για μας, όχι για τον Περικλή και τους ακροατές του. Να στήσουμε μνημεία που θα συμβολίζουν την ισχύ μας και θα πολεμήσουμε. Παρθενών και Πόλεμος, αυτό εννοεί με τη φράση ‘καιρώ έργου’: όταν μας δίνεται η ευκαιρία, πολεμάμε ή/και οικοδομούμε τα σύμβολα της ισχύος μας. Αντιλαμβάνεστε το δύσκολο της μετάφρασης: ο Επιτάφιος είναι τόσο πυκνός και υπαινικτικός και σαφηνώς ασαφής που δεν μεταφράζεται, ερμηνεύεται! Αυτό επιχειρώ  να κάνω και σύντομα θα δημοσιεύσω μια απόπειρα ερμηνείας του. Εάν αφήσουμε τη λέξη ‘έργου’ αμετάφραστη, χάνεται όλο το νόημα. Κι αυτό οφείλεται στην πολυσημία της λέξης έργον. Θα το εξετάσουμε παρακάτω διεξοδικά.

‘Αγαπάμε το ωραίο και τη θεωρία, αλλά συνεχίζουμε να πολεμάμε. Ο πόλεμος μας κάνει πλούσιους και ισχυρούς αλλά δεν εφησυχάζουμε και κομπορρημονούμε  – τον πλούτο τον χρησιμοποιούμε για να επιδεικνύουμε την ισχύ μας  και να διεξάγουμε νέες πολεμικές επιχειρήσεις’. Αυτά λέει ο Περικλής και συνεχίζει: καί το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινί αισχρόν, και τη φτώχεια του να την παραδεχτεί κανείς, δεν είναι ντροπή. Έχουμε πλούτο αλλά δεν είμαστε όλοι πλούσιοι. Κάποιοι είναι, κάποιοι δεν είναι. Γιατί κάποιοι είναι πλούσιοι και κάποιοι δεν είναι; Ποιοι είναι οι πλούσιοι και πως έγιναν; Ποιοι είναι οι φτωχοί και γιατί δεν έγιναν πλούσιοι; Μπορούν να γίνουν και πως; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα οφείλουμε να διαθέτουμε κάποια απάντηση με βάση όχι μόνο τον Επιτάφιο αλλά ολόκληρη την Θουκυδίδου Ξυγγραφή. Ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Πήραν την απόφαση να κατακτήσουν  τη Σικελία για να γίνουν πλούσιοι και ισχυροί: έρος ενέπεσεν τοις πάσι εκπλεύσαι, γράφει ο Θουκυδίδης. Ο μόνος τρόπος να γίνει κανείς πλούσιος είναι ο πόλεμος, η κατάκτηση και η αρπαγή. Αυτός είναι ο λόγος που η λέξη οδός υπάρχει σε όρους οικονομικού περιεχομένου (έσοδα, έξοδα, πρόσοδος, εισόδημα), αυτός είναι ο λόγος που η λέξη investment σημαίνει και ‘πολιορκία’ και ‘επένδυση κεφαλαίου με σκοπό το κέρδος’. Οι φτωχοί ήταν οι μικροκτηματίες (αυτουργοί) και οι ακτήμονες και μεροκαματιάρηδες (θήτες). Πλούσιοι ήταν οι γαιοκτήμονες δουλοκτήτες: τον πλούτο τους τον παρήγαν οι δούλοι. Οι πλούσιοι υπηρετούσαν στο ιππικό όχι στο πεζικό και στο ναυτικό, όπως οι φτωχοί, κι αυτό σημαίνει ότι εκτίθενταν ελάχιστα στον κίνδυνο. Οι ακτήμονες έχασαν τη γη τους, και θα δούμε πως – το υπαινίσσεται ο Επιτάφιος –  και οι μικροκαλλιεργητές κοπίαζαν να μην την χάσουν αλλά και να την αυξήσουν. Οι πλούσιοι γαιοκτήμονες εποφθαλμιούσαν τη γη των μικροκτηματιών και εν πολλοίς τα κατάφερναν και την άρπαζαν. Από την ισχύ της αθηναϊκής Κυριαρχίας επωφελούνταν και οι πλούσιοι και οι φτωχοί αλλά με διαφορετικό τρόπο. Οι ακτήμονες έπαιρναν ένα μισθό και γη στις κληρουχίες. Οι πλούσιοι λόγω του θανάτου των μικροκαλλιεργητών στον πόλεμο άρπαζαν τη γη τους. Όσοι δεν την έχαναν, μπορούσαν να αποκτήσουν δούλους. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου παραγωγής είναι το εξής: η χρήση δούλων στην παραγωγή επέτρεπε τη συνεχή ενασχόληση με τον πόλεμο και ο πόλεμος παρείχε δούλους. Αυτή η διαδικασία, ως εγγενές χαρακτηριστικό του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής,  επεκτεινόταν και γενικευόταν από τις πρώτες μέρες της εγκαθίδρυσης της δουλοκτησίας για να επικρατήσει απολύτως, στο χώρο και στο χρόνο,  στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Όποιας και όποια αγνοεί αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό, θα υστερεί πάντα ως προς την πρόσληψη και κατανόηση της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής γραμματείας.  Πάω να ανάψω τη σόμπα να μαγειρέψω φασολάδα και επανέρχομαι.

Μια ελπίδα υπάρχει διάχυτη στον Επιτάφιο: η ελπίδα του φτωχού μικροκαλλιεργητή και του ακτήμονα μεροκαματιάρη, η ελπίδα του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού από τον πόλεμο. Δεν το λέω εγώ αλλά ο Περικλής: ουδείς δείλιασε μπροστά στον πόλεμο, ούτε κανένας φτωχός ζήτησε να αναβάλει το κακό που φοβόταν, τον θάνατο δηλαδή, με την ελπίδα για  τη φτώχεια του, ότι δηλαδή θα μπορούσε ξεφεύγοντας για την ώρα να βρεθεί μια μέρα πλούσιος (42,4). Και: αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο του πολέμου θέλησαν τους εχθρούς να εκδικηθούν, τ’ άλλα να τα επιθυμούν (να γίνουν πλούσιοι δηλαδή, 42,4). Και αμέσως παρακάτω: αν θα κατορθώσουν κάτι (να γίνουν πλούσιοι δηλαδή), αυτό τους έμεινε κρυμμένο, κι έτσι το εμπιστεύτηκαν στην ελπίδα.

Λοιπόν, τη φτώχεια του να την ομολογεί κανείς δεν είναι ντροπή – ποια είναι η ντροπή; αλλά μη διαφεύγειν έργω αίσχιον, πιο ντροπή είναι να μην κοιτάξει δουλεύοντας να την ξεφύγει. Ο Κακριδής μεταφράζει το ‘έργω’, ‘δουλεύοντας’. Ο Ι. Ζερβός (1910), ‘δια της εργασίας’. Ο Ι. Μπάρμπας, ‘με την εργασία’ – το ίδιο και ο Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. Τι γίνεται εδώ πέρα; Όλος ο Επιτάφιος μας λέει ότι με τον πόλεμο μπορεί να γίνει κανείς πλούσιος, όχι με την εργασία! Γιατί τότε μεταφράζεται το έργω ‘με την εργασία, δουλεύοντας’; Μήπως σημαίνει και κάτι τέτοιο; Τι σημαίνει η λέξη αυτή στον Επιτάφιο;

Θα συνεχίσω αύριο το πρωί.

 

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Δεν έχω την γνώσεις να σας αμφισβητησω και μάλλον τα λέτε σωστά . Εγώ πάντως νοιώθω δέος για αυτον τον πολιτισμό ακόμα και έτσι. Διαβαζα απο μικρος Θουκιδιδη και ονειρευομουν οτι ήμουν και εγω ένας οπλιτης επιλεκτος ναυτικης αποβατικης δυναμεως όπως γράφει ο μεγάλος Ιστορικος. Που τυχωδιοκτικα πλουτιζα λεηλατωντας και λαφυραγωγοντας ομορφες δουλες….Γυναικες περηφανες που δεν θα μπορουσα να είχα ποτε διαφορετικα..

  2. Ωρίωνα, εάν έχεις χρόνο και διάθεση, διάβασε και το κείμενο: το πιο συγκλονιστικό κείμενο που έχω διαβάσει.