‘φάτε Αθηναίοι τα χύσια μου’: μια απάντηση στον αρτοποιό Δημήτρη

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Σήμερα θα απαντήσω σε ένα σχόλιο του αρτοποιού Δημήτρη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ‘γράφω αηδίες’ σε ένα σημείωμά μου με τίτλο ‘το ψωμί-εμπόρευμα ως μέσον αρπαγής και καταστροφής’ και μου προτείνει, με προκαλεί θα  έλεγα, να μου δώσει ένα φούρνο για να δω πως βγαίνει το ψωμί και το μεροκάματο.

Στο σημείωμα αυτό υποστήριξα ότι το ψωμί που τρώμε είναι κάκιστης ποιότητας και πανάκριβο και ότι αρτοποιοί βγάζουν τρελά λεφτά. Δεν τον ενόχλησε το κακής ποιότητας ψωμί αλλά οι ανακρίβειες που γράφω περί του βάρους του ψωμιού και των κερδών των φουρνάρηδων. Ο Δημήτρης αγνοεί ίσως ότι έχω έρωτα με το ψωμί και ότι είμαι κι εγώ αρτοποιός μιας και ποιώ άρτον, όχι για να το πουλάω αλλά για τις ανάγκες του σπιτιού κι αν περάσει κάνας φίλος από το σπίτι, φεύγει και με ένα καρβελάκι ή με παξιμάδια. Εγείρονται λοιπόν τα εξής ερωτήματα: εάν το ψωμί που τρώμε είναι κάκιστης ποιότητας, πως είναι το καλό ψωμί, ποιο είναι το καλό ψωμί; Μπορούμε να παράγουμε καλό ψωμί; Πως θα μπορέσουμε να παράγουμε ψωμί που να μην είναι εμπόρευμα;

Τα ερωτήματα αυτά σχετίζονται με το ζήτημα του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Εάν ο κομμουνισμός είναι μια διαδικασία οργάνωσης της ομάδας, του κυττάρου της κοινωνίας,  και των κοινωνικών πρακτικών, στην οποία επικρατεί η κοινοχρησία, η κοινοκτησία, η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η δημιουργική διαχείριση της σύγκρουσης και της διεκδίκησης, η ελευθερία και η ισότητα, είμαστε σε θέση να μιλάμε για κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής; Θα μπορούσαμε υπό το πρίσμα το εμμενούς κομμουνισμού να φανταστούμε,να σκεφτούμε πως θα μπορούσε να οργανωθεί η παραγωγή του κοινωνικού πλούτου; Εκός από το ψωμί ασχοληθήκαμε ήδη με την παραγωγή των φρούτων, στο κείμενο για τους κοινοτικούς οπωρώνες, και με το συλλογικό μαγείρεμα, στο οποίο και θα επανέλθουμε.  Θα μπορούσαμε να διευρενήσουμε και να εξετάσουμε πως θα μπορούσε να οργανωθεί μια κομμουνιστική παραγωγή όλου του αναγκαίου και χρήσιμου κοινωνικού πλούτου: τα λαχανικά, τα δημητριακά, τα ρούχα, τα σπίτια, η ενέγεια, κλπ. Όλα αυτά δεν είναι ουτοπικά σχεδιάσματα αλλά απαντήσεις σε υπαρκτά προβλήματα του παρόντος. Είναι και μια άσκηση πάνω στη μείζονα αδυναμία της εποχής μας, στην αδυναμία και ανικανότητα να δούμε κάτι πέραν του υπάρχοντος.

Ο αρτοποιός Δημήτρης δεν νοιάζεται γι αυτό το πέραν του υπάρχοντος. Στ’ αρχίδια του. Ο Δημήτρης έχει ένα φούρνο, παράγει και πουλά ψωμί και έτσι επιβιώνει αυτός και η οικογένειά του. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους: ούτε με τους δασκάλους ούτε με τους οδηγούς ούτε με τους γιατρούς ούτε με τους αρτοποιούς: με το σχολείο τα έχω, με το αυτοκίνητο, με τη δυτική καπιταλιστική ιατρική με την καπιταλιστική παραγωγή ψωμιού. Δεν γνωρίζω εάν ο Δημήτρης έχει ένα φούρνο που τον δουλεύει ως οικογενειακή επιχείρηση ή εάν είναι ένας μικροκαπιταλιστής με κάνα δυο αρτεργάτες και μια δυο πωλήτριες. Δεν γνωρίζω επίσης τι ψωμί φτιάχνει αλλά μπορώ να το φανταστώ. Θα φτιάχνει εκείνο το άσπρο ψωμί τη ψύχα του οποίου εάν την πιέσεις φτιάχνεις ένα μπαλάκι σαν του πινγκ πονγκ κι εάν το εκσφενδονίσεις προς το πάτωμα αναπηδά λες και είναι από καουτσούκ. Δοκιμάστε αν θέλετε! Πριν δούμε όμως τα περί του βάρους του ψωμιού-εμπορεύματος, τι είναι ένα καλό ψωμί κι αν μπορούμε να παράγουμε ψωμί το οποίο να μην είναι εμπόρευμα, δηλαδή να μας κοστίζει πολύ, παρά πολύ λιγότερο και να είναι και καλό, ας δούμε τι είναι αυτό το ΄φάτε Αθηναίοι τα χύσια μου’.

Continue reading