in οι λατρείες της Δύσης

η επιθυμία των έξυπνων μηχανών: επίσκεψη στο εργαστήριο του Ηφαίστου

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Θα διακόψουμε σήμερα το γράψιμο του βιβλίου πανταχού απουσία: εγχειρίδιο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου και θα ασχοληθούμε με την επιθυμία των έξυπνων μηχανών, όπως διατυπώθηκε στην Ιλιάδα, κυρίως στη ραψωδία Σ. Δεν απέχουμε χρονικά πολύ από την κατασκευή τους. Οι δυσχέρειες για την προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης, της αντιγραφής δηλαδή της ανθρώπινης αντίληψης και της ενσωμάτωσής της σε μηχανές,  ξεπερνιούνται αργά αλλά σταθερά. Όταν λέμε έξυπνες μηχανές εννοούμε τις μηχανές που (σήμερα) μπορούν να κατανοούν την ομιλία και να αναγνωρίζουν αντικείμενα. Θα αντιλαμβάνεστε τις συνέπειες που θα έχει η χρήση αυτών των έξυπνων μηχανών στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία και όχι μόνο εκεί.

Η επιθυμία των  έξυπνων μηχανών και η εκπλήρωσή της συνυφαίνεται με την υπόθεση της συρρίκνωσης του καπιταλισμού και του Κράτους. Τους τελευταίους μήνες αυξάνει ο αριθμός των οικονομολόγων που υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη, η  επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που άρχισε πριν τρεις ή τέσσερις αιώνες, αγγίζει τα όρια της και ότι εισερχόμαστε σε μια περίοδο ατέρμονης ύφεσης και κρίσης. Την εποχή αυτή προτιμώ να την αποκαλώ εποχή της συρρίκνωσης του καπιταλισμού και του Κράτους. Το βασικό της χαρακτηριστικό θα είναι η τεράστια ανεργία, η οποία, ενώ για μας είναι ευλογία, μιας και καταγράφει τις δυνατότητες της εποχής μας, τη δυνατότητα να εργαζόμαστε κάνα δυο μήνες τον χρόνο και να παραγάγουμε τον απαραίτητο κοινωνικό πλούτο για την αναπαραγωγή της ζωής και της κοινωνίας, για τον Κύριο είναι κατάρα, ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, το οποίο θα επιχειρήσει να επιλύσει   πατώντας  delete.

Δύο πολύ αδέξιες έξυπνες μηχανές, αν μας επιτρέπεται να τις αποκαλέσουμε με αυτόν τον τρόπο, είναι οι αυτόματες πόρτες και τα έξυπνα βλήματα. Και οι δύο εντοπίζονται ως επιθυμίες στην Ιλιάδα. Υποστηρίζω ότι τα περισσότερα και σημαντικότερα τεχνολογικά επιτεύγματα της καπιταλιστικής Κυριαρχίας έχουν διατυπωθεί ως επιθυμίες του ήρωα Κυρίου στην Ιλιάδα. Στη ραψωδία Ε, η Ήρα έχει ανέβει στό ιπτάμενο άρμα της και κατευθύνεται προς τη Γη· και τότε (Ε 749 = Θ 393)

αυτόμαται δέ πύλαι μύκον Ουρανού

άνοιξαν μόνες τους μουργκρίζοντας οι θύρες του Ουρανού, ενώ στην ίδια ραψωδία, το δόρυ που ρίχνει ο Διομήδης βρίσκει τον στόχο του, που συνήθως δεν τον έβρισκε, διότι (Ε 290) 

βέλος δ’ ίθυνεν  Αθήνη

η θεά Αθηνά οδήγησε κατ’ ευθείαν το βλήμα στο στόχο του.

Διαβάζουμε το επίθετο αυτόματος άλλες δύο φορές. Στον Β 408, ο Μενέλαος προσέρχεται αυτόματος στη συγκέντρωση των συμβούλων του Αγαμέμνονος, χωρίς δηλαδή να προσκληθεί. Αυτόματος είναι αυτός που έχει δική του επιθυμία: το μόρφημα μα- δηλώνει τη σφοδρή επιθυμία και το διαβάζουμε στο ρήμα μέμαα (επιθυμώ σφοδρότατα αλλά και ορμώ, εφορμώ με ταχύτητα, μιας και  δεν μπορεί να υπάρξει εφόρμηση χωρίς σφοδρή επιθυμία). Ετυμολογικά, με το μόρφημα μα- σχετίζεται και η λέξη μένος! 

Το διαβάζουμε και στην Σ (376) και εδώ σημαίνει ‘αυτοκίνητος’, αυτός που κινείται από μόνος του, όπως ένα ζωντανό πλάσμα. Το επίθετο όμως δεν προσδιορίζει ζωντανό πλάσμα. Πριν δούμε τι συμβαίνει, ας μου επιτρέψετε μια σύντομη εισαγωγή.

Στη ραψωδία Α ο ήρωας Αχιλλεύς προβάλλει αξιώσεις ισχύος και Κυριαρχίας έναντι του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα· το διάβημά του αποτυγχάνει: ταπεινώνεται και ξευτιλίζεται μπροστά στον στρατό, βάζει την ουρά στα σκέλη του και αποχωρεί, έμπλεως ανυπόφορης οργής. Πρέπει να εκδικηθεί, δηλαδή να μειώσει την ισχύ του αντιπάλου. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος: να αποσύρει τα (πλέον αξιόμαχα) στρατεύματά του από το πεδίο μάχης – και το κάνει. Προσδοκά ότι ο Αγαμέμνονας θα έρθει μια μέρα να τον ικετεύσει να επιστρέψει στον πόλεμο και έτσι θα είναι αυτός τώρα που θα τον ταπεινώσει – και το ζήτημα της ισχύος θα επανεξεταστεί.  Οι εχθροί προελαύνουν, καίνε  ένα καράβι και πλησιάζουν στα πλοία των Μυρμιδόνων. Ο Πάτροκλος τον ικετεύει να ηγηθεί των στρατιωτών, αφού ο ίδιος αρνείται,  και να επιστρέψουν στο πεδίο της μάχης. Ο Αχιλλεύς υποχωρεί, του δίνει τα όπλα του και ο Πάτροκλος απωθεί τους Τρώες.

Σκοτώνεται όμως από τον Έκτορα, ο οποίος του αφαιρεί και τα όπλα, θεϊκής κατασκευής (ραψ. Π-Ρ).  Η οργή του Αχιλλέα αλλάζει κατεύθυνση: τώρα πρέπει να εκδικηθεί τον φονιά του επιστήθιου φίλου του. Λέει στη  θεά μάνα του να πάει στον Ήφαιστο να τον παρακαλέσει να κατασκευάσει καινούργια. Και η μάνα του πάει. [ Να σημειώσουμε ότι ο όρος θεός είναι προσωποποίηση της ισχύος: εάν η μάνα του είναι θεά, είναι διότι μάνα του είναι η ισχύς· εάν τα όπλα είναι θεϊκής κατασκευής αυτό οφείλεται στο ότι είναι ισχυρά και αυξάνουν την ισχύ του. Εάν ο κεραυνός είναι το όπλο του Διός, είναι διότι ο ίδιος ο ήρωας θα ήθελε να διαθέτει ένα παρόμοιο όπλο – το απέκτησε τον 20ό μ. Χ. αιώνα (πυρηνικά).]

Η μάνα του Αχιλλέα φτάνει στο εργαστήριο του θεού Ηφαίστου. Τον βρίσκει να προσαρμόζει χρυσές ρόδες σε είκοσι μεγάλα καζάνια, τα οποία μεγάλα χάλκινα καζάνια (τρίποδες)  ήταν μαγειρικά σκεύη (σε αυτά μαγείρευαν το κρέας σε γιορτές και όχι μόνο) των αριστοκρατών της γεωμετρικής (900-700)  και αρχαϊκής εποχής (700-500),  που συμβόλιζαν  επιπλέον τον πλούτο τους  και την κοινωνική θέση τους, ήταν με άλλα λόγια ένα σύμβολο της κοινωνικής ισχύος τους. Αυτά τα καζάνια, οι τρίποδες,  επρόκειτο να πηγαίνουν στη συνέλευση των θεών  και να επιστρέφουν στο εργαστήριο του Ηφαίστου αυτοκινούμενα (αυτόματοι).  Τα έβλεπες και σάστιζε ο νους σου, σχολιάζει (377) ο ποιητής: θαύμα ιδέσθαι! Πώς κινούνταν όμως αυτοί οι αυτόματοι τρίποδες; Θα δούμε, αφού πρώτα πιω ένα καφεδάκι και καπινίσω ένα τσιγαράκι απλό.

Μόλις μπαίνει η μάνα του Αχιλλεά, η θεά Θέτις, στο θεϊκό μεταλλοτεχνείο, ο Ήφαιστος κάνει ένα διάλειμμα για να την υποδεχτεί, τα λένε, η θεά μεταφέρει την επιθυμία του κανακάρη της και ο θεός πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Επιστρέφει στα φυσερά, τα οποία είναι αυτόματα! Ας διαβάσουμε την περιγραφή τους (Σ 468 – 473), θα περάσουμε ωραία (μετ. Καζαντζάκη-Κακριδή):

Ως είπε τούτα, παρατώντας τη στα φυσερά διαγέρνει·/ στη φλόγα τα ‘γυρε και πρόσταξε ν’  αρχίσουν να δουλεύουν. / Κι αυτά ήταν είκοσι, και κίνησαν μαζί, και στα καμίνια,/ φυσούσαν, δυνατά ξεχύνοντας  λογής λογής αγέρα, / πότε τον Ήφαιστο, σα βιάζουνταν, γοργά να παραστέκουν,/ και πότε πάλε όπως τον βόλευε, να βγει η δουλειά ως την άκρα.

Εκτός από τα αυτόματα φυσερά, το θεϊκό μεταλλοτεχνείο διέθετε και δυο ρομπότ. Τα οποία ήταν χρυσά! Χρυσά ρομπότ!

   Πως έφτασε ο ποιητής στο σημείο να φανταστεί ρομπότ (και αυτόματα φυσερά και αυτόματα οχήματα)· γιατί ήταν χρυσά; Πριν απαντήσουμε ας απολαύσουμε την περιγραφή τους (Σ 417-20):

. . . και τρέχαν δίπλα του ν’ ανεβαστούν το ρήγα / χρυσές δυο βάγιες, απαράλλαχτες με ζωντανές κοπέλες· / ξυπνάδα και μιλιά και δύναμη, τα ΄χουν κι αυτές, κι ακόμα / οι αθάνατοι θεοί τους έμαθαν πάσα γυναικεία τέχνη.

Αντιλαμβανόμαστε ότι ο ποιητής βρίσκεται ενώπιον ανυπέρβλητων δυσχερειών. Η μία είναι ο τρόπος προώθησης των αυτόματων αυτών μηχανών. Δεν μας λέει πως προωθούνται διότι δεν μπορεί να το κάνει. Οι επινοήσεις αυτές είναι πλάσματα της φαντασίας του, μάλλον των φαντασιώσεών του, μιας και εμπλέκεται ο ίδιος  και οι ακροατές του.  Και με τη φαντασία μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Και δεν νομίζω ότι μπορούμε να εντοπίσουμε ενδείξεις μαγείας. Τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ.

Μιας και η φαντασία συνδέεται άρρηκτα με την επιθυμία, θα στρέψουμε προς τα εκεί την προσοχή μας. Δεν πρόκειται για προσωπική επιθυμία αλλά για κοινωνική.

Οι μεταλλουργοί της εποχής εκείνης, της αρχαϊκής,  ήταν ελεύθεροι πολίτες και κατασκεύαζαν όπλα, εργαλεία και οικιακά σκεύη. Βρισκόμαστε στις απαρχές του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, στις απαρχές της χρήσης των δούλων στην παραγωγή: την καλλιέργεια της γης, την παραγωγή των όπλων και των εργαλείων. Δίπλα στα μεταλλουργεία βρίσκονταν και τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια, τα οποία παρήγαγαν  μεγάλα και μικρά αποθηκευτικά αγγεία (λάδι, κρασί, αρώματα) και οικιακά σκεύη (χύτρες, πιάτα και ποτήρια). Κοντά στα  εργαστήρια αυτά, άρχισε το εμπόριο των προϊόντων τους σε συνδυασμό με το εμπόριο των δούλων. Αυτή είναι η αγορά. Τα εργαστήρια και η αγορά ήταν ο αρχικός πυρήνας της πόλεως. Αργότερα, γύρω από τα εργαστήρια και την αγορά ήρθαν και εγκαταστάθηκαν οι διασκορπισμένοι μέχρι τότε αριστοκράτες ποιμένες που εγκατέλειψαν την εκτροφή των ζώων και στράφηκαν στην καλλιέργεια της γης, έγιναν δηλαδή γαιοκτήμονες δουλοκτήτες. Δεν μπορώ να διακρίνω την παραμικρότερη ιδιαιτερότητα. Που τη βλέπει ο Καστοριάδης δεν μπορώ να καταλάβω! Ο Πλάτων γράφει, στην Πολιτεία, ότι οι γαιοκτήμονες εγκαταστάθηκαν γύρω από την αγορά, ή εκεί κοντά, για να αλληλοπροστατευθούν από το μέγα πλήθος των δούλων, από φόβο δηλαδή. Ώστε η πόλις, που αρχικά σήμαινε ‘ οχυρό, φρούριο’ ,  είναι δημιούργημα του φόβου τους έναντι των Υποτελών.

Τα μεταλλουργικά και κεραμεικά εργαστήρια δεν άργησαν να επανδρωθούν με δούλους. Στη μελέτη μου οι πρώτες μέρες της αγοράς, του εμπορεύματος και του χρήματος υποστηρίζω ότι τα εργαστήρια αυτά ήταν πρωτοπόρα στη χρήση της εργασίας των δούλων. Κι αυτό διότι η παραγωγή δεν σταματούσε ποτέ, σε αντίθεση με τις γεωργικές εργασίες που διακόπτονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σε περιόδους αιχμής οι γαιοκτήμονες προτιμούσαν να νοικιάζουν δούλους παρά να τους διατηρούν στα κτήματά τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και οικόσιτοι δούλοι.

Περιγράφοντας ο ποιητής μας το μεταλλουργείο του θεού Ηφαίστου δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μας περιγράφει το μεταλλουργείο της εποχής του. Η περιγραφή του όμως δεν είναι και τόσο πιστή – και δεν θα μπορούσε να ήταν. Είναι δυνατόν ο θεός Ήφαιστος να έχει θνητούς υπηρέτες, ελεύθερους πολίτες ή δούλους; Κατά κανένα τρόπο.

Πως έφτασε όμως στο σημείο να επινοήσει αυτές τις έξυπνες μηχανές; Οι δυσχέρειες του ποιητή εκφράζουν τις δυσχέρειες και, άρα, τις επιθυμίες των δουλοκτητών μεταλλουργών (και των δουλοκτητών γαιοκτημόνων). Οι μεταλλουργοί και οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούσαν την εργασία των δούλων και των ζώων. Ο δούλος ονομάζονταν και ανδράποδον, μια λέξη που πλάστηκε κατά το τετράποδον, το οποίο ήταν ζωντανό εργαλείο. Οι Ρωμαίοι, αιώνες αργότερα, αποκαλούσαν τον δούλο instrumentum vocale, ήτοι ομιλούν εργαλείο, και το ζώο έλξης instrumentum semi-vocale, εργαλείο ημι-ομιλούν. Instrumentum mutum, εργαλείο άλαλο, ήταν όλα τα υλικά εργαλεία. Τα εργαλεία όμως φθείρονται, τα  ζώα  και οι δούλοι γερνάνε και πεθαίνουν κι αυτό ισοδυναμεί με απώλεια πλούτου, κατά συνέπεια και ισχύος. Για φανταστείτε να είστε γαιοκτήμονας, να αγοράσετε 50 δούλους και μέσα σε ένα μήνα να σας αρρωστήσουν και να σας πεθάνουν οι μισοί! Ή να αυτοκτονήσουν! Συμφορά! Καταστροφή!  [Να γιατί ο Κύριος απαγορεύει την αυτοκτονία, όπως θα δούμε σε κάποιο προσεχές σημείωμα για τον έλεγχο του θανάτου του Υποτελούς (αυτοκτονία, ευθανασία) – πρόκειται για κατάλοιπο του δουλοκτητικού πολιτισμού!]

Θα ήθελε  ο γαιοκτήμονας να ήταν τα ζώα του και οι δούλοι του και τα εργαλεία του άφθαρτα; Ω, ναι, θα το ήθελε πολύ!  Οι λατρείες, ήτοι οι επιθυμίες της  αφθαρσίας και της αμεταβλησίας είναι  πανταχού παρούσες στην Ιλιάδα. Η φθορά των εργαλείων, άψυχων και έμψυχων, ισοδυναμούσε με απώλεια πλούτου και ισχύος: θα ήθελε να διαθέτει εργαλεία με εξυπνάδα, με ομιλία, με δύναμη, με υπακοή και αφοσίωση: να κατανοούν την ομιλία, να  ακούνε τις διαταγές, να είναι υπάκουα και αφοσιωμένα, ακούραστα, δυνατά, άφθαρτα.

Οι αυτόματες και έξυπνες μηχανές του θεϊκού εργαστηρίου καταγράφουν τις επιθυμίες των δουλοκτητών μεταλλουργών και γαιοκτημόνων. Να γιατί τα ρομπότ και οι ρόδες των αυτόματων τριπόδων είναι χρυσά: ο χρυσός είναι σύμβολο της ισχύος μιας και συνδυάζει τρεις επιμέρους λατρείες (επιθυμίες) του αρχαϊκού Κυρίου: της αφθαρσίας, της λάμψης και της σπανιότητας.  

Αύριο πάλι – θα εξετάσουμε τη λατρεία του σχεδίου.

Σχολιάστε ελεύθερα!

  1. Καλημέρα δάσκαλε και καλή χρονιά.

    Δες το mail σου, σου έχω αφήσει μήνυμα εδώ και κάμποσο καιρό.

  2. Χάρη, καλή χρονιά και σε σένα
    σου έστειλα δύο ιμέιλ και επέστρεψαν πίσω και τα δύο, δεν ξέρω γιατί, και δεν ήξερα τι να κάνω – απλά περίμενα.
    Το βιβλίο που αναφέρεις δεν έχει μεταφραστεί δυστυχώς στα ελληνικά, έχει όμως μεταφραστεί η (κατατοπιστική) εισαγωγή, στο rebelnet.
    Αθανάσιος