φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.
ΘΑ ασχοληθούμε σήμερα με δύο άμεσα συσχετιζόμενα ζητήματα: πρώτα με την έννοια της σ ο φ ί α ς και με τη σημασιολογική εξέλιξη της λέξης και κατόπιν με το ζήτημα του περιεχομένου της λέξης σοφία: πρόκειται για τη σοφία του μηνύματος του Αγίου Ευαγγελίου ή μήπως σοφία είναι να ακούμε ό ρ θ ι ο ι , και όχι καθιστοί, το Άγιο Ευαγγέλιο. Οι λέξεις σοφός και σοφία παρακινούν τον νού μας να πάει στους Επτά Σοφούς της αρχαϊκής εποχής της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, στη φιλοσοφία, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως και στη σοφία του πάνσοφου Θεού. Η γνώμη μου είναι, θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, ότι στην πρόταση που εξετάζουμε σοφία είναι οι πιστοί να ακούνε το Άγιο Ευαγγέλιο ορθιοι, όχι καθιστοί. Το να το ακούν καθιστοί δεν είναι σοφία – τί είναι; Άγνοια, μωρία, ανοησία, βλακεία; Όχι! Είναι ασέβεια, ανυπακοή, εξέγερση κατά του Θεού, του Επουράνιου Κυρίου, κατά συνέπεια, και κατά του Επίγειου Κυρίου – του χριστιανού δουλοκτήτη γαιοκτήμονας της εποχής που διατυπώθηκε το Σοφία, ορθοί ακούσωμεν του Αγίου Ευαγγελίου – μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα. Πρόκειται για μια νέα σημασιολογική χροιά του όρου: σοφία είναι η υπακοή, η υποταγή στον Κύριο. Μόνο αυτή μας σώζει. Κύριε, ελέησον ημάς! Λυπήσου μας: μη μας σφάζεις, πάτερ, το σμάρτφον ημων το επιούσιον δος ημιν σήμερον.
Η αρχική σημασία της λέξης σ ο φ ό ς είναι “επιδέξιος, ικανός” και σχετίζεται με τη λέξη τ έ χ ν η , αρχική σημασία της οποίας είναι ” η δεξιότητα επεξεργασίας του ξύλου”, εξ ου και τ έ κ τ ω ν (ξυλουργός, μαραγκός) και αρχιτέκτων – μιας και ο σκελετός των σπιτιών ήταν ξύλινος και λεγόταν δ ο μ ή. Είναι ένας όρος που προέρχεται από το πεδίο της τεχνικής και της χειροτεχνίας – της επεξεργασίας του ξύλου, του μετάλλου, του πηλού, της πέτρας. Η χρήση των λέξεων σοφός και σοφία επεκτάθηκε και σε αλλα κοινωνικά πεδία κι έφτασε και στο πολιτικό, όπου απέκτησε νέα σημασία. Ποια είναι όμως η πολιτική επιδεξιότητα, ποια επιδεξιότητα κατείχαν ισχυροί και πλούσιοι αριστοκράτες άνδρες και ονομάστηκαν Σοφοί και δεν ήταν Εφτά αλλά πολύ περισσότεροι;