in αδρομερές σκιαγράφημα δυο ιστοριών του ανθρώπινου γένους

η συγκρότηση της προανθρώπινης κοινωνίας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΕΑΝ  η κοινωνία προϋπήρχε του ανθρώπου, του homo sapiens, τότε ο άνθρωπος είναι δημιούργημα της προανθρώπινης κοινωνίας. Μέσα στα πλαίσια της προανθρώπινης κοινωνίας ο προάνθρωπος έγινε άνθρωπος. Πώς όμως ο προάνθρωπος έγινε άνθρωπος, ποιο ήταν, με άλλα λόγια, το sui generis, το διαφοροποιό γνώρισμα του ανθρώπου; Η γλώσσα, η λεκτική επικοινωνία –  αυτή είναι η γνώμη μου. Ο προάνθρωπος επικοινωνούσε και σκεφτόταν, ασφαλώς, αλλά δεν μιλούσε. Στο σημείο αυτό θα θέσουμε ένα θεμελιώδες ερώτημα, στο οποίο η απάντηση είναι γνωστή και γενικά αποδεκτή, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία από κανέναν και καμμία: θα μιλούσε ο προάνθρωπος εάν δεν περπατούσε όρθιος, εάν δεν είχε αποκτήσει τη δίποδη βάδιση; Όχι, κατά κανένα τρόπο! Διότι η δίποδη βάδιση, η όρθια στάση επέφερε τις αλλαγές εκείνες (φωνητικά όργανα) που μας επέτρεψαν να παραγάγουμε μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών έναρθρων ήχων, φθόγγων – σύμφωνα και φωνήεντα. Η συσχέτιση ήχου και σημασίας, σημαίνοντος και σημαινομένου, δημιούργησε τις πρώτες λέξεις, ο συνδυασμός και η συνεργασία των λέξεων την πρόταση και ο συνδυασμός των προτάσεων το κείμενο, την έκφραση των συναισθημάτων, την ολοκληρωμένη διατύπωση σκέψεων, την εκτόνωση του άγχους, την επιτέλεση –  πιθανόν και άλλα.

ΔΕΝ θα μάθουμε ποτέ, η γνώμη μου είναι, εύχομαι να κάνω λάθος,  πώς και γιατί μιλήσαμε αλλά και πώς και γιατί αποκτήσαμε την όρθια στάση. Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, και για τα δύο αυτά ακανθώδη ζητήματα, είναι πάρα πολλές και καμία από αυτές δεν συγκεντρώνει την προτίμηση μέρους τουλάχιστων αυτών που ασχολούνται με αυτά. Πρόκειται για επινοήσεις, για αφηγήματα, για κατασκευές της φαντασίας, η οποία δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συμπληρώνει τα κενά που αφήνουν τα στοιχεία που έχουμε. Και τα κενά αυτά είναι πάρα πολλά και θα παραμείνουν κενά και πολλά. Το πόση και ποια φαντασία θα επικαλεστούμε εξαρτάται αφενός από την ερμηνεία των δεδομένων που διαθέτουμε  (παλαιοοντολογία, παλαιοανθρωπολογία, αρχαιολογία)και αφετέρου από την κοσμοαντίληψη του ερευνητή ή συγγραφέα ιστορικού. Θα κάνω μια σύντομη παρέκβαση για να δούμε το ζήτημα της κοσμοαντίληψης και πώς αυτό περνάει απαρατηρήτο από έναν όχι μόνο ανυποψίαστο αλλά και από έναν ενημερωμένο, διαβασμένο αναγνώστη.

ΓΥΡΩ στο 65.000 π. Χ. οι άνθρωποι πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία. Θα εικάσουμε βάσιμα, τόσο βάσιμα ώστε μας επιτρέπεται να μιλάμε για βεβαιότητα, ότι είχαν φτάσει πρώτα στην Ινδονησία. Πώς να χαρακτηρίσουμε την ύπαρξη των ανθρώπων στην Αυστραλία; Εξάπλωση; Επέκταση; Εγκατάσταση; Αποίκιση; Η εξάπλωση είναι αθώα λέξη, όχι η επέκταση, μυρίζει αναχρονισμό. Η εγκατάσταση; Κι αυτή αθώα, η αποίκιση απαράδεκτη. Διότι αποίκιση έχουμε μόνο όταν υπάρχουν ήδη άνθρωποι εκεί. Ποια λέξη λέτε να μεταχειρίζεται ο Χαράρι για να μας πει ότι οι άνθρωποι βρέθηκαν στην Αυστραλία; Από τα νησιά της Ινδονησίας, γράφει (Sapiens, σελ. 60), “ξεκίνησε η πρώτη υπερπόντια επιχείρηση του χόμο σάπιενς: η εισβολή στην Αυστραλία”. Οι άνθρωποι εισέβαλαν στην Αυστραλία και, άρα, την κατάκτησαν! Όπως εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939. Δεν έχει αλλάξει τίποτα από τότε, ήμασταν πάντα εισβολείς και κατακτητές και παραμένουμε τέτοιοι. Γι΄αυτό εξαπλωθήκαμε σε όλο τον πλανήτη. Είμαστε βίαιοι και πολεμοχαρείς –  και ειρηνικοί, όχι όλοι, κάποιοι!

ΔΕΝ θα μάθουμε λοιπόν ποτέ πώς και γιατί αποκτήσαμε τη δίποδη βάδιση και μιλήσαμε. Είναι όμως κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά εξελίχθηκαν και ολοκληρώθηκαν μέσα στην κοινωνία. Οι μεταξύ μας σχέσεις και οι σχέσεις μας με τη φύση (αυτή είναι η κοινωνία: ένα πλέγμα, ένα δίκτυο σχέσεων) συνέβαλαν και περπατήσαμε στα δύο, όρθιοι, με παντελώς ελεύθερα τα άνω άκρα, τα χέρια. Αυτό σημαίνει ότι κάποτε υπήρχαν κοινωνίες στις οποίες οι μακρινοί πρόγονοι του ανθρώπου δεν μιλούσαν και δεν είχαν αποκτήσει την όρθια στάση, τη δίποδη βάδιση. Πώς όμως συγκροτήθηκε η πρώτη κοινωνία; Και γιατί να γίνει αυτό; Η ζωή δημιουργεί μεμονωμένα όντα –  τα σμήνη των πουλιών, το κοπάδι των ψαριών, οι αγέλες των αντιλοπών και των άγριων προβάτων, οι κοινωνίες των μελισσών και των μυρμηγκιών, οι κοινωνίες των χιμπατζηδων και των μπονόμπο ήταν μεταγενέστερα φαινόμενα.

ΕΑΝ στρέψουμε το βλέμμα μας στα πρωτεύοντα, θα παρατηρήσουμε ότι άλλα είδη είναι μονήρη κι άλλα ζουν ομαδικά, σε κοινωνίες  –  υπάρχουν σχέσεις και κανόνες, άρα είναι κοινωνίες. Οι αγέλες, τα σμήνη, τα κοπάδια των ψαριών δεν είναι κοινωνίες, είναι αθροίσματα πολλών όντων του ίδιου είδους. Γιατί οι χιμπατζήδες και οι μπονόμπο να ζουν σε κοινωνίες και οι γορίλες, οι γίβωνες και οι ουρακοτάγκοι να είναι μονήρεις; Γιατί οι γορίλες δεν συμβιώνουν για να συγκροτήσουν κοινωνία; Γιατί το έκαναν οι χιμπατζήδες, οι μπονόμπο και οι μακρινοί μας πρόγονοι;

ΥΠΑΡΧΕΙ μόνο μια απάντηση: η συμβίωση και η συνεργασία έλυσε κάποιο ή κάποια προβλήματα που δεν μπορούσαμε να το/τα λύσουμε ατομικά –  ή ως ζευγάρι. Ποιο να ήταν αυτό το πρόβλημα; Εάν η συμβίωση και η συνύπαρξη μας βοήθησε να επιβιώσουμε, αυτό σημαίνει ότι αντιμετωπίσαμε κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης: εάν δεν συνεργαζόμασταν συμβιώνοντας θα είχαμε εξαφανιστεί. Το πρόβλημα αυτό ήταν οι θηρευτές μας: μας έτρωγαν πολλά είδη ζώων, πιο γρήγορα και πιο δυνατά από εμάς. Αυτό προϋποθέτει κάποια αλλαγή στο οικολογικό ενδιαίτημά μας, στον οικολογικό θώκο, όπως λέγεται. Όσο ζούσαμε στα δέντρα, άρα τα μπροστινά πόδια είχαν μετεξελιχτεί σε χέρια και μπορούσαμε να σταθούμε για λίγο όρθιοι, δεν είχαμε θηρευτές. Αναγκαστήκαμε όμως να ζήσουμε στο έδαφος, στη σαβάνα, όταν περιορίστηκαν τα δάση στην ανατολική-κεντρική Αφρική, πριν από 4, 5 με 5 εκ. χρόνια. Μια ομάδα είκοσι ενηλίκων μπορούν να αντιμετωπίσουν με ξύλα και κραυγές ένα πεινασμένο λιοντάρι – όποιος, όποια ξεχνιόταν και αποκοβόταν από την ομάδα, απλά γινόταν μεζές και σαρκοφάγα ζώα.

ΜΕ τη συμβίωση, τη συνεργασία και την φροντίδα των άλλων αντιμετωπίσαμε με επιτυχία το πρόβλημα της επιβίωσης αλλά προκλήθηκαν και πολλές και μη αναμενόμενες,, προκύπτουσες, θα λέγαμε, δυσχέρειες. Θα έπρεπε να περιορίσουμε την αυτονομία μας, την ελευθερία μας, την ανεξαρτησία μας,  να εντάξουμε την προσωπική μας επιβίωση στην επιβίωση της ομάδας. Αυτό δεν ήταν και πολύ ευχάριστο  –  και παραμένει ακόμα δυσάρεστο. Η επιβίωση της ομάδας υπερίσχυε της δικής μας. Πολύ ευχαρίστως θα θυσίαζε ένα μέλος για να επιβιώσει η ίδια.  Για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κίνδυνο η ομάδα έπρεπε να είναι ενωμένη, σταθερή, να υπάρχει ομόνοια. Έπρεπε να μάθουμε να αυτοπεριοριζόμαστε, να αυτοσυγκρατούμαστε, να παραιτούμαστε από συμπεριφορές που έθεταν σε κίνδυνο την ομάδα ή διαρήγνυαν τη συνοχή της. Η ομάδα είναι πολύ ισχυρότερη από το άτομο,  από το μέλος της ομάδας.  Αυτή είναι η δυσφορία που προκαλεί ο πολιτισμός –  γράφει  ο Φρόιντ. Δεν μπορεί να κάνει ο καθένας και η κάθε μία ό,τι θέλει: αναπόφευκτα δημιουργούνται περιορισμοί και κανόνες –  ούτε αυτά ήταν ευχάριστα, και παραμένουν δυσάρεστα. Η απαγόρευση προκαλεί την επιθυμία και η επιθυμία την παράβαση του κανόνα και η παράβαση την τιμωρία! Αυτή είναι η προέλευση της ηθικής.

ΤΟ ζήτημα της ηθικής είναι πολύ σημαντικό. Υπάρχει και μια πτυχή του που δεν έχει προσεχθεί και διερευνηθεί: η ηθική, η ρύθμιση των σχέσεων μας με τα άλλα μέλη της ομάδας, είναι και μια αποδοχή της εξάρτησης μας από τους άλλους, από την κοινωνία. Η αποδοχή της εξάρτησης από την κοινωνία, από τα άλλα μέλη της ομάδας, συνοδεύτηκε από την αποδοχή της εξάρτησης από τη φύση, δηλαδή, από την αποδοχή της φύσης ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την  επιβίωση: το άτομο εξαρτάται από την κοινωνία, άρα η κοινωνία είναι ισχυρότερη από το μέλος , και η κοινωνία εξαρτάται από τη φύση, άρα η φύση είναι ισχυρότερη από τη κοινωνία και τα μέλη της. Η κοινωνία μπορεί να υπάρξει χωρίς εμένα και η φύση χωρίς την κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε μια κοσμοθεώρηση, μια απόδοση νοήματος στην κοινωνική και φυσική ύπαρξη, μια πολιτισμική παράδοση της αποδοχής της εξάρτησης από την κοινωνία και τη φύση, από την οποία προήλθαν οι μύθοι και η θρησκεία. Και ίσως, αυτή είναι η γνώμη πολλών, με τους οποίους και συμφωνώ, η ανάγκη να εκφράσουμε αυτή τη σιωπηλή κοσμοθεώρηση μας ώθησε να μιλήσουμε, να αφηγηθούμε δηλαδή ιστορίες –  δεν μιλήσαμε για να εμπλουτίσουμε την επικοινωνία μας!

Η συμβίωση, η συνεργασία, η φροντίδα,  η ομόνοια, η σταθερότητα συνυπάρχουν με την αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, μεταξύ των ατόμων και μεταξύ της λογικής (της σκέψης, του αυτοπεριορισμού) και της επιθυμίας (του πάθους, του συναισθήματος). Η σκέψη έρχεται δεύτερη, πρώτη η επιθυμία, το συναίσθημα –  τρίτη η γλώσσα! Αυτές είναι οι τρεις πρώτες πτυχές του εμμενούς κοινωνικού πολέμου. Στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλες, αυτές όμως προέκυψαν από την ίδια τη συγκρότηση της κοινωνίας. Όσο θα υπάρχει η κοινωνία θα υπάρχουν κι αυτές –  δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει κοινωνία χωρίς αυτές τις συγκρούσεις, χωρίς αυτόν τον πολύπτυχο και θεμελιώδη κοινωνικό πόλεμο. Και όσο θα υπάρχει η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία και της κοινωνίας από τη φύση, τόσο θα διαιωνίζεται η πρωτογενής πολιτισμική παράδοση της αποδοχής της εξάρτησης από την κοινωνία και τη φύση.

ΣΕ κάποια στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας εμφανίστηκε και μια άλλη πολιτισμική παράδοση: της επιθυμίας κατάργησης της εξάρτησης από τη φύση και την κοινωνία. Αυτή είναι η πηγή όλων των δεινών, τότε στράβωσε το πράγμα. Το πώς και πού και πότε έγινε αυτό θα το δούμε αύριο το πρωί.

Write a Comment

Comment