φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΠΡΩΤΗ φορά στην ιστορία του ανθρώπου του σοφού ο παγκόσμιος πληθυσμός ανήκει σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο αντίπαλες στρατιωτικές συμμαχίες κρατών: της Δύσης (ΗΠΑ. ΕΕ. Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία, Ιαπωνία, Ισραήλ) και του υπόλοιπου κόσμου, με πυρήνα την Κίνα και τη Ρωσία (BRICS). Η διαδικασία της διαμόρφωσης των αντίπαλων στρατοπέδων δεν έχει ολοκληρωθεί, κατά συνέπεια, διανύουμε μια περίοδο μετάβασης: το στρατόπεδο της Δύσης είναι μεν αρραγές, έχει όμως εσωτερικά προβλήματα τα οποία θα ξεπεραστούν ενώ πολλά κράτη εκτός Δύσης δεν έχουν αποφασίσει σε ποιο στρατόπεδο θα ενταχθούν. Δεν θ΄αργήσουν όμως να αποφασίσουν. Θα δούμε γιατί. Η καινοφανής αυτή συγκυρία εγείρει πολλά και κρίσιμα ερωτήματα.
ΠΡΙΝ τα διατυπώσουμε και τα εξετάσουμε, πρέπει να σημειώσουμε τρεις πτυχές της συγκυρίας. Πρώτον, η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και του δυτικού πολιτισμού έχει προκαλέσει μια πρωτοφανή αλληλεξάρτηση μεταξύ των οικονομιών και των κοινωνιών όλου του πλανήτη. Ο καταμερισμός της εργασίας, άρα της συνύπαρξης και της συνεργασίας, είναι διεθνής και κανένα κράτος και καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς να συνεργαστεί με τα άλλα – όχι με όλα αλλά με πολλά, άλλο με περισσότερα κι άλλο με λιγότερα. Είναι τόσο υψηλός ο βαθμός της αλληλοσύνδεσης ώστε εάν σπάσει ένας κρίκος των αμοιβαίων δεσμών κάπου, διαταράσσεται όλο το πλέγμα της οικονομίας, των κοινωνιών και των κρατών.
ΔΕΥΤΕΡΟ, ο πόλεμος μεταξύ των δύο παγκόσμιων αντιπάλων στρατοπέδων άρχισε το 2022 με την επιχείρηση κατάκτησης της Ουκρανίας και εκδίωξης του πληθυσμού από τη Ρωσία ώστε να μετατρέψει τη χώρα σε μια αχανή αμυντική τάφρο μεταξύ της Δύσης και της ρωσικής επικράτειας και με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Και οι δύο πόλεμοι βρίσκονται σε εξέλιξη και ουδείς γνωρίζει πότε θα τελειώσουν, ποια θα είναι η έκβασή τους και ποιες οι συνέπειες της όποιας έκβασης όχι μόνο για τα αντίπαλα στρατόπεδα αλλά για τον παγκόσμιο πληθυσμό. Εκείνο που γνωρίζουμε όμως πολύ καλά είναι οι συνέπειες της μέχρι τώρα διεξαγωγής τους: προκαλούνται εμφανείς ρωγμές στο πλέγμα του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και παραγωγής, ρήγματα στον ιστό της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης των οικονομιών και των κοινωνιών.
ΤΡΙΤΟ: εάν δούμε τη συγκυρία από την οπτική γωνία του εμμενούς κοινωνικού πολέμου, τότε θα σχηματίσουμε μια άλλη εικόνα, αφού αναλογιστούμε ότι τα κράτη της υφηλίου, αν και ανήκουν σε αντίπαλα στρατόπεδα, έχουν ένα κοινό στοιχείο: τη στρατηγική επιδίωξη της αναπαραγωγής τους και της αύξησης του πλούτου και της ισχύος τους. Εάν κινδυνέψουν, θα συνεργαστούν. Απο ποιον όμως θα απειληθούν και θα κινδυνέψουν; Από τον αιώνιο αντίπαλό τους, τους υποτελείς τους – οι οποίοι είναι μεν σε γενικές γραμμές υπάκουοι και πιστοί αλλά δεν ήταν πάντα, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε. Υπάρχουν κάποιες σαφείς ενδείξεις, τις οποίες και θα εξετάσουμε, που μας ενθαρρύνουν να παρατηρήσουμε την εκκίνηση της διαδικασίας συγκρότησης δύο αντίπαλων κοινωνικών στρατοπέδων: το ένα είναι όλα τα κράτη και το άλλο είναι ο παγκόσμιος πληθυσμός. Η διαδικασία μόλις έχει εκκινήσει αλλά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό θα συνεχιστεί ή αν σταματήσει και δεν ολοκληρωθεί.
ΤΑ ερωτήματα που εγείρει η συγκρότηση των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, των δύο αντίπαλων στρατιωτικών συμμαχιών, είναι πολλά και κομβικής σημασίας. Πώς φτάσαμε σε αυτή τη συγκρότηση; Πότε άρχισε, γιατί έγινε; Ποιοι ήταν οι κύριοι σταθμοί αυτής της διαδικασίας; Ποιο είναι το επίδικο (ή τα επίδικα) της σύγκρουσης μεταξύ των δύο παγκόσμιων αντιπάλων στρατοπέδων; Εάν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν είναι πόλεμοι δι΄αντιπροσώπων ( proxi war), θα γίνουν κι άλλοι παρόμοιοι πόλεμοι εδώ κι εκεί κι έτσι θα περάσει ο 21ος αιώνας ή μήπως η εν εξελίξει σύγκρουση μεταξύ των αντιπάλων στρατοπέδων θα μετεξελιχθεί σε ένα γενικευμένο παγκόσμιο πόλεμο; Θα χρησιμοποιηθούν τα πυρηνικά όπλα ή θα χρησιμοποιηθούν μόνο συμβατικά, όπως βλέπουμε να γίνεται στην Ουκρανία και στο Ιράν; Τι θα αναγκάσει τα ισχυρά κράτη να αυτοσυγκρατηθούν ώστε να περιοριστούν σε αλληλεπάλληλους πολέμους δι’ αντιπροσώπων; Πόσο πιθανό είναι η ολοκληρωθεί η διαδικασία συγκρότησης ενός διεθνούς κοινωνικού στρατοπέδου του παγκόσμιου υποτελούς πληθυσμού και το ξέσπασμα ενός παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου, μεταξύ υποτελών και κρατών;
Η διαδικασία συγκρότησης των δύο αντίπαλων στρατοπέδων δεν ήταν ταυτόχρονη: προηγήθηκε αυτή του στρατοπέδου της Δύσης, που ολοκληρώθηκε το 1945. Η συγκρότηση του αντιπάλου στη Δύση στρατοπέδου, της πυρηνικής συμμαχίας Κίνας-Ρωσίας, ήταν η απάντηση στη συγκρότηση του στρατοπέδου της Δύσης: άρχισε το 1945, υπήρξε μια μεταβατική περίοδος προσέγγισης και απομάκρυνσης, φιλίας και εχθρότητας που έληξε στις αρχές του 21ου αιώνα με τη σύμπηξη μιας συμμαχίας και συνεργασίας που δεν πρόκειται να διαρραγεί – θα δούμε γιατί. Θα πρέπει να στρέψουμε λοιπόν κατ΄ αρχήν το βλέμμα μας στη διαδικασία συγκρότησης του στρατοπέδου της Δύσης και να απαντήσουμε στο ερώτημα των ερωτημάτων: γιατί τα κράτη και λαοί της Ευρώπης ενώ πολεμούσαν μεταξύ τους εδώ και πολλούς αιώνες, χιλιετίες, ξαφνικά, το 1945, σταματάνε να πολεμούν μεταξύ τους και δεν πρόκειται να πολεμήσουν ποτέ ξανά μεταξύ τους; Τι τα έπιασε; Πώς να εξηγήσουμε αυτή την καινοφανή και κοσμογονική αλλαγή; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ενδιαφέροντα ερωτήματα, θα πρέπει να κάνουμε δύο κινήσεις: να πάμε πίσω στον χρόνο και να λάβουμε υπ΄ όψει μας τη λογική της σύγκρουσης, δηλαδή, την αναγκαιότητα της κλιμάκωσης, τόσο του διακρατικού όσο και του κοινωνικού πολέμου.
ΤΟ ταξίδι στο χρόνο θα μας βοηθήσει να το κάνουμε ο Νόρμπερτ Ελίας. Στον β΄τόμο της Εξέλιξης του Πολιτισμού (εκδ. Νεφέλη, μετ. Έμη Βαϊκούση, επιμ. Π. Κονδύλης, 1997) γράφει κάτι, πριν το 1969, που μόνο ένας εξόχως διορατικός στοχαστής μπορεί να σκεφτεί και να γράψει. Το παραθέτω (σελ. ):
“Βλέπουμε την κίνηση: αρχικά, ο ένας πύργος πολεμά τον άλλον, μετά η μιά χωροδεσποτεία την άλλη και ύστερα το ένα κράτος το άλλο﮲ σήμερα αναφαίνονται στον ορίζοντα της ιστορίας τα πρώτα σημάδια και οι πρώτοι αγώνες για μιαν ενοποίηση περιοχών και ανθρώπινων μαζών σε μονάδες ακόμα μεγαλύτερου μεγέθους. Μπορεί να υποθέσει κανείς πως με την περαιτέρω αύξηση της διαπλοκής κάποιες μονάδες ακόμα μεγαλύτερου μεγέθους είναι δυνατόν να ενωθούν υπό έναν σταθερό μηχανισμό εξουσίας και να εξασφαλίσουν εσωτερική ειρήνη﮲ οι μονάδες αυτές θα χρειαστεί με τη σειρά τους να στρέψουν προς τα έξω τα όπλα τους εναντίον ανθρώπινων συνόλων του ίδιου μεγέθους, έως ότου, με μιαν ακόμα διαπλοκή και με μιαν ακόμα μεγαλύτερη μείωση των αποστάσεων θα συνυφανθούν αμοιβαία και θα επέλθει έτσι η η ειρήνη της παγκόσμιας κοινότητας. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει αιώνες ή και χιλιετίες﮲ όπως και να ’χει πάντως, η συνεχής αύξηση του μεγέθους των μονάδων ενοποίησης και εξουσίας υποδηλώνει πάντοτε ταυτόχρονα δομικές αλλαγές στη συγκρότηση της κοινωνίας και των ίδιων των ανθρώπινων σχέσεων.”
Το 1945 τα δυτικά κράτη αντιλήφθηκαν ότι όσο πολεμούν μεταξύ τους τόσο πιο πολύ αποδυναμώνονται και αυτοκαταστρέφονται. Αντί να επιχειρούν να αρπάξει ο ένας τη γη και τον κοινωνικό πλούτο του άλλου, γιατί να μην αρπάζουν ενωμένοι τον εκτός Δύσης φυσικό και κοινωνικό πλούτο και να τον μοιράζονται; Αυτή είναι η επιθετική (αρπακτική) πτυχή του ζητήματος. Υπάρχει και η αμυντική: Έχουν απέναντί τους δύο τεράστια κράτη, του κρατικού καπιταλισμού, που διαμορφώθηκαν μετά από εξεγέρσεις και επαναστάσεις των υποτελών εργατών και αγροτών. Και εγένετο το ΝΑΤΟ, η βορειοατλαντική αμυντική συμμαχία! Μετά την κατάρρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η επιθετικότητα του πυρήνα της Δύσης και η στρατηγική επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας, μέσω της διάλυσης της Κίνας και της Ρωσίας, δηλαδή της κατοχής και του ελέγχου όλων των φυσικών πόρων του πλανήτη (ενέργεια και πρώτες ύλες) , συνέβαλαν στη συγκρότηση του αντιπάλου δέους, της συνεργασίας και συμμαχίας της Κίνας και της Ρωσίας.
ΕΚΕΙΝΟ που δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε ένα δευτερόλεπτο είναι το γεγονός ότι το 80% των ορυκτών καυσίμων (κάρβουνο, πετρέλαιο, φυσικό αέριο), του ουρανίου (πυρηνική ενέργεια) και των πρώτων υλών (κυρίως μέταλλα) βρίσκοντα στις χώρες εκτός της Δύσης και από αυτό το 80% το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στην Κίνα και τη Ρωσία.
Τι θα κάνει η Δύση: θα τα αγοράσει ή θα τα αρπάξει με τον πόλεμο; Θα απαντήσω αύριο σε αυτό το ερώτημα.