in θέατρο

Πηνελόπη (θεατρικός μονόλογος)

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα!

Δημοσιεύω ένα μέρος από τον μονόλογο Πηνελόπη:

Η Πηνελόπη αντιλαμβάνεται ότι ο Οδυσσέας θα σκοτώσει τους μνηστήρες, φίλους και εραστές, τον καλεί σε δείπνο και τον δηλητηριάζει. Πάνω από τον Οδυσσέα που σφαδάζει, η Πηνελόπη “μου” τα χώνει στον ηρωισμό – και σε όλες τις εκφάνσεις του.
Αν ανεβεί, θα ανεβεί με τον όρο ότι εγώ θα παίξω τον Οδυσσέα. Ξέρω πολύ καλά τι θα πει ηρωισμός, τι θα πει πόνος. Το στοματάκι μου δεν θα το ανοίξω. Εκτός κι αν κάνα βράδυ έχω κέφια και αυτοσχεδιάσω και μου ξεφύγει κάνα ” να σου γαμήσω το μουνί που σε πέταγε” προς την Πηνελόπη.
Διευκρινίζω, για να μην παρεξηγηθούμε, ότι τα πιο α κ ρ α ί α που θα διαβάσετε, τα μετέφερα πιστά από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.-

 

                                                    Πηνελόπη

 

Η αυλαία κλειστή. Ακούγεται γυνακεία φωνή. 

Μόλις σε είδα να έρχεσαι απο μακριά, κουρελής και ζητιάνος, ταλαίπωρος και κουρασμένος, είπα μέσα μου, αυτός είναι. Όσο πανούργος και να είσαι, το περπάτημά σου και τη κίνηση των χεριών σου δεν θα μπορούσες ποτέ να τα κρύψεις –  ποτέ! Κι όταν με πλησίασες, δεν είχα πια την παραμικρή αμφιβολία. Είδα τα μάτια σου, το βλέμμα σου, ένιωσα την ύπαρξή σου, την ψυχή σου, την παρουσία σου. Αν νομίζεις ότι είσαι μεγαλύτερη πουτάνα από μένα, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος.

Ακούγεται θόρυβος αντικειμένων που πέφτουν. Ακούγονται βήματα άντρα που τρεκλίζει κι ένας υπόκωφος, απροσδιόριστος θόρυβος.

Ανοίγει η αυλαία. Τραπέζι με δυο καρέκλες. Ένας  άντρας σφαδάζει στο πάτωμα κρατώντας την κοιλιά του. Η γυναίκα σηκώνεται από την καρέκλα και πλησιάζει τον άντρα. Στέκεται από πάνω του και τον βλέπει να σφαδάζει.

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

 

Θυμάσαι μια μέρα που ρώτησες την ετοιμοθάνατη  γιαγιά σου, γιαγιά, πώς είναι να πεθαίνεις; Θυμάσαι τι σου είπε; Δε θυμάσαι –  που να θυμάσαι! Θα σου θυμίσω εγώ τα λόγια της . Πώς είναι όταν πεινάς και θέλεις να φας ένα κομμάτι γλυκό ψωμί; Πώς είναι όταν διψάς και θες να πιεις ένα ποτήρι  δροσερό νερό; Πώς είναι όταν νυστάζεις και θέλεις να κοιμηθείς γλυκά γλυκά και να ξεκουραστείς; Έτσι θέλω κι εγώ τώρα τον θάνατο. Τα θυμήθηκες;  Θυμάσαι πώς πέθανε η θεία σου, η αδερφή της γιαγιάς σου; Μόλις είχαμε παντρευτεί. Μας κάλεσε στα γενέθλιά της, θυμάσαι; Ενενήντα τέσσερα. Κουβαλούσε  από το βουνό ξερόκλαδα για τον φούρνο, ξεχορτάριαζε τον κήπο, έλεγε παραμύθια στα παιδιά, με τα χαμόγελο στα χείλη από το πρωί μέχρι το βράδυ, τη θυμάσαι; Θυμάσαι που καθόμουν δίπλα της; Θυμάσαι πόσο με αγαπούσε; Θυγατέρες και γιοι, γαμπροί και νύφες, εγγόνια και δισέγγονα, φωνές και γέλια, χαμός!  Θυμάσαι πόσο ευτυχισμένη και χαρούμενη ήταν εκείνη τη βραδιά; Θυμάσαι που έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου κι έμεινε εκεί. Με το χαμόγελο στα χείλη!  Θυμάσαι τι σου έλεγε, όταν σ΄ άκουγε να λες, εγώ δεν θα πεθάνω! Επειδή πέθαναν οι άλλοι, τι σημαίνει,  ότι θα πεθάνω κι εγώ; Κι όταν το πήρες απόφαση ότι κι εσύ θα πεθάνεις, δεν πιστεύαμε στ΄

αυτιά μας αυτό που έλεγες και ξανάλεγες: θα ήθελα να ήμουν αθάνατος και να μην γεράσω ποτέ! Θέλω να γίνω αθάνατος και να είμαι πάντα νέος! Μια μέρα θα γίνουμε αθάνατοι και θα είμαστε πάντα νέοι! Τα θυμάσαι αυτά τα λόγια; Κι όταν ο γέρο-Φήμιος, ο σοφός Φήμιος, που η φήμη του είχε απλωθεί σε όλη την Ιθάκη και στα γύρω νησιά, σου είπε ότι ο μόνος τρόπος να εξαφανίσουμε τον θάνατο είναι να εξαφανίσουμε τη ζωή, εσύ απάντησες, ναι, θα την εξαφανίσουμε! Προκειμένου να νικήσουμε τον μεγαλύτερο εχθρό μας, προκειμένου να αποφύγουμε την ήττα, δεν θα αφήσουμε τίποτα ζωντανό πάνω στη γη, ούτε φυτό ούτε ζώο. Θα εξαφανίζουμε κάθε μέρα χιλιάδες είδη φυτών και ζώων και μια μέρα δεν θα υπάρχει θάνατος. Μα δεν θα υπάρχει και ζωή, σου είπε. Στ΄ αρχίδια μας! Το θυμάσαι αυτό; Αρκεί να νικήσουμε! Υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή, υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την ήττα;

 

Σκύβει και πλησιάζει προς το κεφάλι του, προς το αυτί του.

 

Ήρωα Οδυσσέα, υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την ήττα;

 

Ανασηκώνεται και περπατάει.

 

Θυμάσαι την πρώτη νύχτα του γάμου μας; Ήμουν δεκαπέντε κι εσύ τριάντα δύο. Σε παρακαλούσα, σε ικέτευα, μη το κάνεις αυτό, δεν το θέλω, πονάω! Το θυμάσαι; Επέμενες,  και με πήρες από πίσω. Ήθελες να ακούσεις κραυγές πόνου, ήθελες να δείξεις ποιος είναι από πάνω και ποιος από κάτω. Ο από πάνω προκαλεί τον πόνο, ο από κάτω πονάει. Ο από πάνω νικάει, ο από κάτω ηττάται. Και αφού με γάμησες από τον κώλο δύο φορές, ήθελες και αίμα, ήθελες κι αιματοχυσία! Ήθελες κι άλλο πόνο ν΄ ακούσεις. Και τα κατάφερες, ήρωα Οδυσσέα, τα κατάφερες! Πώς να τον ξεχάσω αυτόν τον εφιάλτη της πρώτης νύχτας; Αίμα! Αίμα! Θυμάσαι με τι ευχαρίστηση έσφαζες τα ζώα; Πώς έχωνες το μαχαίρι στο λαιμό τους και μετά τα έσφαζες; Την ηδονή που ένιωθες όταν σπαρταρούσαν; Θυμάσαι με τι λαχτάρα έτρεχες στα βουνά να σκοτώσεις ζώα, να κυνηγήσεις αγριογούρουνα; Την οργή σου όταν ένα αρσενικό σου κάρφωσε στη γάμπα το μυτερό του δόντι και σ΄άφησε σημάδι να το θυμάσαι μέχρι να πεθάνεις; Δε μπορεί, θα τη θυμάσαι εκείνη τη μέρα της ντροπής! Και δεν ήταν μόνο σημάδι. Σε αυτό το αγρογούρουνο χρωστάς την περπατησιά σου, το ελαφρύ, ανεπαίσθητο κούτσεμά σου. Εσύ νόμιζες ότι δεν κουτσαίνεις! Όλοι το βλέπαμε! Σε αναγνωρίζαμε από ένα χιλιόμετρο μακριά. Θυμάσαι τι μου απάντησες όταν μια μέρα σε ρώτησα, Οδυσσέα, γιατί έχεις πάντα μαζί σου μαχαίρι; Με αυτό λύνω όλα τα προβλήματα, αυτή ήταν η απάντησή σου. Βγάζω το μαχαίρι και τα λύνω. Είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος.  Είμαι ήρωας, είμαι μαχαιροβγάλτης. Η θεά Αθηνά, όπου και να πάει, ό,τι και να κάνει, δεν έχει πάντα μαζί της την ασπίδα και το δόρυ; Γιατί; Χαζή είναι; Με αυτό το μαχαίρι έλυσες το πρόβλημα με τον Μελάνθιο, τον δούλο μας, που τον έπιασες με μια δούλα στο κελάρι να πίνουν το κρασί σου και να γαμιούνται. Τρελάθηκες! Έβγαζες αφρούς από το στόμα, τα μάτια σου πετούσαν φλόγες! Γαμούσε τη δούλα που γούσταρες και γαμούσες! Ήμουνα οχτώ μηνών έγκυος όταν άκουσα τις κραυγές του και τα παρακαλετά του. Σα πρόβατο τον έσυρες στην αυλή με άλλους τέσσερις και του κόψατε τη μύτη, τη  γλώσσα, τ’  αφτιά του και το πέος του, μαζί και τ΄ αρχίδια, και τα πετάξατε στα σκυλιά. Τα είδα να τσακώνονται ποιο θα τ΄ αρπάξει, τα είδα που τα τρώγανε. Και μετά του κόψατε το αριστερό χέρι, εκεί στη κλείδα, στον ώμο, μετά το δεξί, μετά το ένα πόδι και μετά το άλλο. Κι έμεινε να ξεψυχάει χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Τα θυμάσαι, ήρωα Οδυσσέα; Τις δώδεκα δούλες που κρέμασες στο ταβάνι του κελαριού κι έλεγες, όλο καμάρι, κοίτα πως κρέμονται, σα μπεκάτσες που σκοτώσαμε στο κυνήγι! Το μυαλό σου στο κυνήγι. Όχι των ζώων –  των ανθρώπων! Από τότε που παντρευτήκαμε, κάθε χρόνο, περίμενες πότε να περάσει ο χειμώνας, να έρθει ο Μάρτης για να ανέβεις μαζί με άλλους στο καράβι για να πάτε για πλιάτσικο στα γύρω νησιά και στις απέναντι ακτές, να κάνετε ντου νυχτιάτικα στα χωριά και να τους πιάσετε στον ύπνο, να σφάξετε άντρες, γέρους και γριές, ν΄αρπάξετε κορίτσια κι αγόρια και ανύπαντρες γυναίκες, να γεμίσετε τ΄αμπάρια σας με χρυσά και ασημένια ποτήρια και κανάτες, με χαλιά και σκεπάσματα, με μεγάλα καζάνια, με πρόβατα και γίδια. Να γίνετε πιο πλούσιοι! Έλεγες και ξανάλεγες, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή από ένα πλιάτσικο που διαρκεί πολύ και στο τέλος να γυρνάς σπίτι με άδειο το καράβι! Θυμάσαι τι είχες πει σε κάποιον που δείλιασε να σκοτώσει ένα γέρο; Θα σφάξουμε μέχρι και τα έμβρυα στη κοιλιά της μάνας τους; Το θυμάσαι; Επέστρεφες πριν έρθει ο χειμώνας και περίμενες πότε να περάσει να ξαναφύγεις. Έπινες και γαμούσες, πιτσιρίκες δούλες και πιτσιρικάδες δούλους. Σ΄ ανμμένα κάρβουνα καθόσουν. Και πάντα επέστρεφες. Θέλεις να μάθεις τι έκανα την πρώτη κιόλας χρονιά που έφυγες; Ήμουν τριών μηνών έγκυος. Ήρθα στο λιμάνι να σε αποχαιρετήσω και εσύ χαιρόσουν που έβλεπες τη θλίψη στο πρόσωπό μου. Μαλάκα, ήρωα! Δεν ήταν θλίψη, χαρά ήταν. Ήρθε η ώρα να μάθεις γιατί είμαστε πιο μεγάλες πουτάνες από σας. Δεν μας ξέρετε! Αυτό είναι το μεγάλο μας όπλο! Δεν μας ξέρετε και δεν θέλετε να μας μάθετε. Και δεν μπορείτε. Φροντίζουμε να μην μας μάθετε, προστατεύουμε το όπλο μας σαν τα μάτια μας. Έχουμε μια ανυπέρβλητη ικανότητα να υποκρινόμαστε. Αυτό που βλέπετε νομίζετε ότι είναι και η πραγματικότητα. Δεν είναι! Η υποκρισία μας σώζει! Με έβλεπες θλιμμένη και χαιρόσουν: η πιστή μου γυναίκα θα με περιμένει. Κι εγώ χαιρόμουν, χαιρόμουν που έφευγες κι έλεγα μέσα μου, τι καλά θα ήταν να μην επέστρεφε. Τη πρώτη χρονιά λοιπόν, ήρωα Οδυσσέα, μόλις σάλπαρες και δεν έβλεπα πια το καράβι, έτρεξα με λαχτάρα πίσω στο σπίτι. Με περίμενε ο Αντίνοος. Ανοίξαμε ένα μπουκάλι κρασί, παλιό και δυνατό, στρίψαμε ένα καλό τσιγάρο και γαμιόμασταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Πλησιάζει και σκύβει πάνω από το κεφάλι του.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Ανασηκώνεται και συνεχίζει να περπατάει.

Κι όταν επέστρεφες, κι εσύ περίμενες πότε να φύγεις κι εγώ περίμενα  πότε να φύγεις. Και λίγα χρόνια μετά, ήρθε ένα φθινόπωρο και δεν επέστρεψες. Ούτε το επόμενο ούτε το μεθεπόμενο. Και σκέφτηκα, πέθανε, τώρα είμαι ελεύθερη! Επιτέλους! Το παιδί μεγάλωνε, άρχισε να περπατάει, να μιλάει, να αρρωσταίνει. Πού ήσουν όταν ο Αντίνοος το έτρεχε στο γιατρό, Γενάρη μήνα, με ένα μέτρο χιόνι; Σκότωνες; Βίαζες; Λεηλατούσες κι έκαιγες χωριά. Σ΄ ακούω να λες, τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται! Πού ήσουν όταν πέθανε η μάνα σου; Κάθε μέρα, κάθε νύχτα, με ρωτούσε, θα έρθει να τον δω πριν πεθάνω; Κι εγώ την παρηγορούσα. Θα έρθει, θα έρθει, θα τον δεις. Και μόλις νύχτωνε, μου έλεγε, αύριο θα έρθει. Στα χέρια μου πέθανε. Εγώ τη τάιζα. Εγώ της έδινα νερό να πιει με το ποτήρι. Κι όταν δεν είχε καν τη δύναμη να ρουφήξει το νερό, της το έδινα με το κουταλάκι. Άνοιξε, πουλάκι μου, το στόμα σου, της έλεγα, αλλά δεν μπορούσε να το ανοίξει και της έχυνα στα χείλια λίγες σταγόνες νερό. Μετά σε ξέχασε και το μόνο που έλεγε ήταν, θέλω να πεθάνω. Τρεις μήνες, μέρα και νύχτα, μόνο αυτό έλεγε και ξανάλεγε, παρακαλούσε: θέλω να πεθάνω, θέλω να πεθάνω. Θυμάσαι τι σου έλεγε ο πατέρας σου; Οδυσσέα, ένα πράγμα θα σου πω και θέλω να το θυμάσαι: ο άνθρωπος πεθαίνει ή χαρούμενος ή λυπημένος. Πού ήσουν να τον δεις να περνάει όλη τη μέρα στο αμπέλι του και να κλαίει; Τον είδα, τον είδα να κλαίει. Όχι μια και δυο, πολλές φορές. Πού ήσουν όταν με ρώταγε ο Τηλέμαχος, που είναι πατέρας μου; Έχω πατέρα; Δεν μπορούσα να του πω, καλύτερα, Τηλέμαχε, που δεν είναι εδώ. Ξέρεις τι του έλεγα; Τηλέμαχε, είσαι πολύ τυχερός! Όλα τα παιδιά έχουν έναν πατέρα, εσύ όμως έχεις πολλούς! Είναι καλύτερα να έχεις πολλούς πατεράδες παρά έναν. Μαθαίνεις πιο πολλά, γίνεσαι πιο έξυπνος. Εσύ που έχεις πολλούς πατεράδες, θα γίνεις ο πιο ωραίος άντρας όταν θα μεγαλώσεις.

Δεν περίμενα να επιστρέψεις. Ήμουν βέβαιη ότι είχες πεθάνει. Κι όταν σε είδα από μακριά να έρχεσαι, σκέφτηκα, τι να σκαρώνει πάλι αυτός, σε τι φασαρίες πάλι θα μας μπλέξει. Έφυγες βασιλιάς και γύρισες ζητιάνος. Δεν μας είπες ποιος είσαι, δεν ήξερες τι να κάνεις. Ήθελες πρώτα να κόψεις κίνηση, να δεις τι σε παίρνει και τι δε σε παίρνει να κάνεις. Νόμιζες ότι δεν σε αναγνωρίσαμε. Σε γνώρισα αμέσως και το είπα σε όλους –  τους δούλους, τις δούλες, τους φίλους και τις φίλες. Εμείς κάναμε πώς δεν ξέραμε ποιος είσαι, εσύ νομίζες ότι μας εξαπατάς. Ηθοποιοί σε μια συγκλονιστική θεατρική παράσταση. Σκηνοθέτες, εγώ κι εσύ. Μάστορας μεγάλος στην πανουργία και στην εξαπάτηση εσύ, άλλη μεγάλη πουτάνα σκηνοθέτρια εγώ. Κοιταζόμασταν μεταξύ μας και χαμογελούσαμε όταν ερχόσουν κοντά στο τραπέζι και περίμενες πότε να φάμε για να φας κι εσύ κάνα κομμάτι ψωμί και να γλείψεις κάνα κόκκαλο. Κι όταν η ανημπόρια σου σε έκανε να χάσεις την υπομονή σου, άρχισες ν’ αραδιάζεις παραμύθια έχασες την υπομονή σου και ο θυμός άρχισε να αναβλύζει άρχισες τους ταμπουκάδες Έπρεπε να φύγεις, με

Write a Comment

Comment