ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Πριν πέντε με έξι εκατομμύρια χρόνια, στα τέλη της Μειοκαίνου εποχής, υπήρξε μια κλιματική αλλαγή στην οποία ο άνθρωπος ο σοφός οφείλει την ύπαρξή του. Αυξήθηκε η θερμοκρασία, επικράτησε ξηρασία, τα τροπικά δάση της κεντρικής Αφρικης υποχώρησαν και συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα κάποιο δενδρόβιο μ ο ν ή ρ ε ς πρωτεύον θηλαστικό βρέθηκε στη σαβάνα χωρίς να το θέλει. Ήταν ένα πρωτεύον θηλαστικό, ξάδερφος του σημερινού χιμπαντζή, που ζούσε πάνω στα δέντρα μόνο του, εκτός από την εποχή της αναπαραγωγής, κάθε τέσσερα χρόνια, για λίγα λεπτά της ώρας. Η μόνη μακρόχρονη συμβίωση ήταν αυτή της μητέρας με το βρέφος, το οποίο στα τέσσερα ή πέντε χρόνια ενηλικιωνόταν και έφευγε, ζούσε κι αυτό μόνο του. Τα δέντρα και το δάσος παρείχαν τροφή και ασφάλεια, χωρίς θηρευτές. Η διαβίωση στα δέντρα προκάλεσε στο σώμα του δύο αλλαγές που αποδείχτηκαν σωτήριες – χωρίς αυτές δεν θα είχε εμφανιστεί ο άνθρωπος ο σοφός: τα μπροστινά πόδια μετεξελίχθηκαν σε χέρια και το κράτημα των κλαδιών με τα χέρια προκάλεσε την ανάπτυξη του αντιτακτού αντίχειρα. Όταν αναγκάστηκε να επιβιώσει στη σαβάνα, θα πρέπει να αντιλήφθηκε και να ένιωσε ότι έφυγε από τον Παράδεισο της ανεμελιάς του δάσους και βρέθηκε στην Κόλαση του φόβου της σαβάνας.
Στη σαβάνα υπήρχαν πολλά μεγαλόσωμα σαρκοφάγα θηλαστικά και ο απώτατος πρόγονός μας, ο Ardipithecus Ramidus, έτσι τον ονόμασαν οι παλαιοντολόγοι και οι παλαιοανθρωπολόγοι, αντιμετώπισε ένα μεγάλο πρόβλημα επιβίωσης και προσαρμογής στο περιβάλλον. Η επίλυσή του εκκίνησε τη διαδικασία της ανθρωπογένεσης: μετά από 5 ή 6 εκατομμύρια χρόνια – δε θα χαλάσουμε τώρα τις καρδιές μας για ένα εκατομμύριο χρόνια – εμφανίστηκε ο άνθρωπος ο σοφός, αφού πρώτα επέλυσε κι άλλα προβλήματα επιβίωσης και προσαρμογής στο περιβάλλον. Για τα μεγάλα σαρκοφάγα θηλαστικά ο Ardipithecus Ramidus ήταν ένα εύκολο θήραμα: ήταν βραδύς – πάνω στα δέντρα πηδούσε, δεν έτρεχε – και δεν είχε άλλα μέσα αντιμετώπισης των θηρευτών του – ούτε μεγάλα και αιχμηρά νύχια ούτε απειλητικά και κοφτερά δόντια. Είχε ένα ακόμα μειονέκτημα: η τετράποδη βάδιση δεν τον επέτρεπε να βλέπει μακριά, να αντιληφθεί την ύπαρξη θηρευτών. Μπορούσε να σταθεί όρθιος για λίγα δευτερόλεπτα και έπρεπε την κίνηση αυτή να την επαναλαμβάνει διαρκώς. Κι όμως! Ο Ardipithecus Ramidus αντιμετώπισε με επιτυχία το πρόβλημα, τη δυσχέρεια επίβίωσης και προσαρμογής στο περιβάλλον της σαβάνας, απέκρουσε τους θηρευτές του – θα υπήρξαν ασφαλώς και πολλά θύματα – και επιβίωσε﮲ δεν υπάρχει σαφέστερη ένδειξη από την ύπαρξή μας. Πώς τα κατάφερε; Μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα; Μπορούμε – και μόνο μία απάντηση υπάρχει. Και δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς: είμαστε αναγκασμένοι να την διατυπώνουμε ως αναπόφευκτα και κατηγορηματικά αληθινή.
Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης των θηρευτών του ήταν η ομαδική απόκρουση και εκδίωξή τους – δεν μπορεί να υπήρξε άλλος τρόπος, εάν λάβουμε υπ’ όψει μας τα μειονεκτήματά του. Με άλλα λόγια, μπόρεσε και επέλυσε το πρόβλημα της επιβίωσης και της προσαρμογής στο περιβάλλον της σαβάνας, μπόρεσε και αντιμετώπισε τους θηρευτές του με την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, χωρίς να έχει ιδέα τι κάνει. Η στάση αυτή, η ομαδική αντιμετώπιση των θηρευτών, η αλληλοβοήθεια, του ήταν παντελώς άγνωστη. Ο τρόπος αυτός συνοδεύτηκε και με μια άλλη πρακτική: τη χρήση κλαδιών, τη χρήση εργαλείων, τα οποία στην περίπτωση αυτή δεν ήταν παρά όπλα. Μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει επειδή μπορούσε να τα κρατήσει και επειδή μπορούσε να σταθεί όρθιος για λίγα δευτερόλεπτα. Ο φόβος για τους θηρευτές ανάγκασε αυτά τα πρωτεύοντα θηλαστικά να αναζητούν την τροφή τους χωρίς να αποκρύνονται μεταξύ τους, ώστε, εάν πλησίαζε κάποιος θηρευτής, να μπορούν γρήγορα να συσπειρωθούν και να τον αποκρούσουν.
Η εγγύτητα της διαβίωσης και η ομαδική αντιμετώπιση των θηρευτών ήταν τα σημεία εκκίνησης μιας ριζικής, μη αναστρέψιμης αλλαγής, μιας επανάστασης – της συγκρότησης της πρωτοκοινωνίας, από την οποία προήλθαν όλες οι επόμενες, κατά συνέπεια, και η κοινωνία του ανθρώπου του σοφού. Οι συνθήκες αυτές, η εγγύτητα της διαβίωσης και η ομαδική αντιμετώπιση των θηρευτών, προκάλεσαν αναπόφευκτα τη σύναψη σχέσεων μεταξύ των μέχρι τώρα μονήρων δενδρόβιων πρωτευόντων. Σχέσεων μεταξύ θηλυκών, μεταξύ αρσενικών και μεταξύ θηλυκών και αρσενικών. Στην μέχρι τότε πολυετή αλλά προσωρινή σχέση μητέρας-παιδιού προστέθηκαν πολυάριθμες σχέσεις μακράς διάρκειας. Κάθε μέλος της πρωτοκοινωνίας όφειλε την επιβίωσή του στα άλλα μέλη, συγκροτήθηκαν δηλαδή σχέσεις αλληλεξάρτησης. Η επιβίωση ήταν αδύνατη χωρίς τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Τα οποία αναζητούσαν την τροφή τους μόνα τους αλλά κοντά με τα άλλα και σε μια κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας και εγρήγορσης. Δεν ήταν και πολύ εύκολο ένα μονήρες πρωτεύον να συνυπάρξει, να συμβιώσει με τους άλλους: μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. Η αμφιθυμία αυτή του μέλους προς την κοινωνία ουδέποτε εξέλιπε – επιβίωσε και στην κοινωνία του ανθρώπου του σοφού. Η κοινωνική σχέση, η αλληλεξάρτηση, βιωνόταν και ως απώλεια της ελευθερίας και ως σωτηρία. Δεν είχαν όμως άλλη επιλογή: έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία. Για να είναι αποτελεσματικότερη η συμβίωση και η αλληλεγγύη, οι απώτατοι αυτοί πρόγονοί μας αναγκάστηκαν επίσης να εκφράζουν τα συναισθήματα που προκαλούσαν οι μεταξύ τους σχέσεις και η έκφραση των συναισθημάτων μέσω των μορφασμών, των αθέλητων στην αρχή συσπάσεων των μυών του προσώπου που το άλλαζαν προκάλεσε τη δεξιότητα της ανάγνωσης, της αποκωδικοποίησης, της κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων. Ταυτόχρονα, η αμφιθυμία έναντι της κοινωνίας και ειδικώτερα η δυσθυμία της αλληλοεξάρτησης και της ανάγκης επιβολής περιορισμών στη συμπεριφορά προκάλεσε την εμφάνιση κανόνων συμβίωσης – πρακτική την οποία ονομάζουμε ηθική.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια και οι αιώνες και οι χιλιετίες των απώτατων προγόνων μας, του Ardipithecus Ramidus: μέσα στο φόβο, την ετοιμότητα και τη διαρκή έγερση του σώματος για τον εντοπισμό των θηρευτών, την ετοιμότητα και την εγρήγορση για την απόκρουσή τους, την απόκρουση των θηρευτών με τα κλαδιά-εργαλεία-όπλα στα χέρια, την μοναχικότητα και την εγγύτητα, την αναγκαστική αλληλεγγύη, την αμφιθυμία, την έκφραση και την ανάγνωση των συναισθημάτων, και μετά από δυόμιση με τρία εκατομμύρια χρόνια – πώς περνάνε έτσι γρήγορα τα χρόνια! – ολοκληρώθηκε μια άλλη αλλαγή, μη αναστρέψιμη, μια επανάσταση: σταθήκαμε όρθιοι και αποκτήσαμε τη δίποση βάδιση. Και εμφανίστηκε ένα νέο είδος, πριν τέσσερα με τρία χρόνια – ο Australopithecus afarensis. Γνωρίζουμε μία από αυτούς: Τη διάσημη Λούσυ!
Η μη αναστρέψιμη αυτή ριζική αλλαγή, η επανάσταση, έγινε χωρίς να το θέλουμε, χωρίς να το επιδιώκουμε. Επιλύσαμε το πρόβλημα της επιβίωσης και της προσαρμογής στο περιβάλλον με μια ριζική, μη ανατρέψιμη αλλαγη, με μια επανάσταση – την ομαδική αντιμετώπιση των θηρευτών – και η επίλυση αυτή προκάλεσε μια άλλη ριζική, μη αναστρέψιμη αλλαγή, μια άλλη επανάσταση: την όρθια στάση και την δίποδη βάδιση. Η επανάσταση αυτή προκάλεσε δύο προβλήματα και δημιούργησε τις συνθήκες για μια άλλη επανάσταση, που εκτυλίχθηκε μερικά εκατομμύρια χρόνια μετά: πρώτον, με την όρθια στάση το θηλυκό γεννά πιο δύσκολα﮲ είναι πρόβλημα άλυτο αλλά καθ΄ όλα αντιμετωπίσιμο – δεν το περιμέναμε, ήταν παντελώς απροσδόκητο. Δεύτερο, από τότε υποφέρουμε από τη μέση – ούτε αυτό περιμέναμε, κι αυτό άλυτο και αντιμετωπίσιμο. Η όρθια στάση όμως προκάλεσε αλλαγές στης φωνητικές χορδές που μας επέτρεψαν μια μέρα να μιλήσουμε! Με λίγα λόγια, Τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με ριζικές αλλαγές, με επαναστάσεις, και οι επαναστάσεις προκαλούν άλλες επαναστάσεις αλλά και άλλα προβλήματα, τα οποία επιλύονται με επαναστάσεις που προκαλούν νέα προβλήματα και νέες επαναστάσεις και ούτω καθ΄ εξής.