φέτος ο Αη-Βασίλης δεν θα πάει στην Αυστραλία

φέτος ο Αη Βασίλης δεν θα πάει στην Αυστραλία

 

1.

-Τον μαλάκα, τον ηλίθιο, αφού δεν μπορούμε να πετάξουμε πιο γρήγορα γιατί μας μαστιγώνει;

– Δεν αντέχω άλλο, επιβεβαίωσε  ο τάρανδος που ήταν ζεμένος μπροστά, δεν αντέχω! Ξέρετε τι λέω;  Δεν τον ξεφορτώνουμε τον καριόλη εδώ πέρα να γυρίσουμε πίσω; Δεν αντέχεται αυτή η ζέστη!

-Που να είμαστε άραγε;

-Ποιος ξέρει, αργεί να ξημερώσει.

-Είστε μέσα; ρώτησε ο τάρανδος που έκανε την πρόταση.

-Μέσα! απάντησαν όλοι και όλες.

Continue reading

‘ΠΙΠΑ 10 ΕΒΡΟ’

‘ΠΙΠΑ 10 ΕΒΡΟ’

Ανηφόριζα την Άνοδο, έναν από τους δυο τρεις κεντρικούς δρόμους της Αλεξανδρούπολης, με βήμα αργό, λυπημένο, απεγνωσμένο, περπατούσα και σκεφτόμουν. Με το κεφάλι άλλοτε χαμηλωμένο κι άλλοτε ψηλά. Σταμάτησε μπροστά μου, μου έδειξε ένα χαρτί και με ρώτησε: Ξέρει αυτό το ντρόμο; Περίμενα να διαβάσω κάποια οδό. Διάβασα όμως κάτι άλλο: ΠΙΠΑ 10 ΕΒΡΟ. Με μαύρο μαρκαδόρο. Τρόμαξα. Την κοίταξα στα μάτια.

Έφυγα από Πετράδες, στο χωριό όπου ζούσα πριν δυο χρόνια, και θα πήγαινα Αθήνα, να δω φίλους και φίλες, να γλυκάνω τον πόνο μου. Για λίγες μέρες. Οι γραμμές του τρένου είχαν πλημμυρίσει από τα νερά του Έβρου και το ταξίδι γινόταν με λεωφορείο. Στην Αλεξανδρούπολη μας είπαν ότι το τρένο θα έφευγε με τρεις ώρες καθυστέρηση. Σκέφτηκα να περπατήσω στη πόλη και να πιω κάνα τσιπουράκι, να περάσει η ώρα.

Continue reading

μάναααα!

στον Παύλο από τη Βέροια και στον Θόδωρα Μπασιάκο

 

Μίλησα όταν ήμουν τεσσάρων χρονών. Πριν κλείσω τα τέσσερα, θα ήταν καλοκαίρι, πάνω κάτω, του 1962. Η μάνα μου έκλαιγε, έκλαιγε κάθε μέρα. Έβλεπε τα παιδιά των άλλων γυναικών να μιλάνε και η καρδιά της γινόταν χίλια κομμάτια από τον πόνο και τη στεναχώρια, από το μαράζι. Άκουγα –  άκουγα. Έβλεπα και άκουγα μα δε μίλαγα. Δεν ξέρω γιατί, δεν θα το μάθω ποτέ. Την κοίταζα στα μάτια, μου τα έλεγε όταν έγινα τριάντα, όταν άρχισα να τη γνωρίζω, μου μίλαγε, προσπαθούσε να με βοηθήσει να μιλήσω αλλά εγώ δεν έλεγα τίποτα. Την κοίταζα στα μάτια μόνο. Γέννησα μουγκό παιδί, σκεφτόταν και βούρκωνε και έκλαιγε στα κρυφά να μη τη δουν. Μετά όμως μίλησα. Και χάρηκε. Χάρηκε πολύ! Και έτσι άρχισε ένα μεγαλύτερο δράμα για τη μάνα μου. Μαρτύριο! Μιλούσα κι έλεγα ό,τι ένιωθα και ό,τι σκεφτόμουν. Το κουσούρι αυτό με κατέστρεψε τη ζωή. Κατέληξα να ζω την οικογένεια μου με το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε ένα χωριό, παρέα με το αμπέλι, τις ντομάτες και τις κότες. Τα οποία δεν μιλούν, όπως γνωρίζετε. Πόσες φορές  αργότερα δεν καταράστηκε το στόμα μου! ‘ Τι στόμα είναι αυτό που έχεις;  Καλύτερα να γεννιόσουν μουγκός!’

Continue reading

πέντε ταχυμυθιστορήματα

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΔΥΟ πράγματα δεν μπορώ να κάνω: να οδηγήσω αυτοκίνητο και να γράψω μυθιστόρημα. Απορώ, πώς μπορείτε και τα κάνετε; απορώ! Έχω όμως πολλές ιδέες για μυθιστόρημα και θα ήθελα να σας τις χαρίσω με τη σκέψη ότι μπορεί να περάσετε καλά έστω για λίγο. Ο φίλος μου Θεόδωρος Μπασιάκος ευφυέστατα τα χαρακτήρισε ταχυμυθιστορήματα, όρο που τον υιοθετώ ανεπιφύλακτα και ενθουσιωδώς. Θα γράψω κι άλλα ταχυμυθιστορήματα. Από τα σημερινά, τα δύο πρώτα είναι αστυνομικά

  1. ΟΙ ΣΦΑΙΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΠΙΣΩ

Κόρη Υπουργού πέφτει από το παράθυρο δεκάτου ορόφου πολυτελούς ξενοδοχείου και φυσικά πεθαίνει. Σε λίγη ώρα συλλαμβάνεται ο νεαρός φίλος της, με τον οποίο ήταν μαζί στο δωμάτιο. Κατηγορείται για φόνο και παραπέμπεται στον ανακριτή. Ισχυρίζεται ότι της είπε κάτι κι αυτή πήγε κι έπεσε από το παράθυρο. Και τι της είπατε, αγαπητέ. Του λέει και αμέσως ο ανακριτής πέφτει από τον έβδομο όροφο και πεθαίνει κι αυτός. Ο νεαρός κατηγορείται για δεύτερο φόνο. Κρατείται στη ΓΑΔΑ, με χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια. Αργά το βράδυ τρεις αστυνομικοί πέφτουν από τον έβδομο όροφο. Γίνεται χαμός. Έρχονται εμπειρογνώμονες από USA, FBI, CIA μεριά, τρία άτομα συνολικά. Εξετάζουν τον νεαρό και την άλλη μέρα τους βρίσκουν νεκρούς. Τον ξαναστέλνουν στον ανακριτή και ο ανακριτής, που δεν θέλει ν΄ ακούσει λέξη, τον αφήνει ελεύθερο. Παιδιά έχει ο φουκαράς.
Αυτή την ώρα πίνει καφέ, διπλό εσπρέσο.

2. ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΗ ΚΙΝΗΣΗ

Αγρότης στη βόρεια Ελλάδα, στους πρόποδες του Μπέλες, κοντά στο δρόμο Κιλκίς -Σερρών, Μακεδονίας – Βουλγαρίας δηλαδή, κόβει ξύλα και σκέφτεται πως αν είχε μερικές χιλιάδες ευρά θα έκανε μια αγροτουριστική μονάδα γαμάτη. Μια κοινοτική κουζίνα, μια κοινοτική αποθήκη, βιβλιοθήκη και γύρω από αυτά καμιά εικοσαριά διώροφα σπιτάκια. Αμπέλι, οπωρώνας, λαχανόκηποι, ζώα, εργαστήρια. Κι εκεί που φορτώνει ξύλα, ακούγονται πυροβολισμοί, μια Μερσεντές πολυτελής ορμά μέσα στα χωράφια και καρφώνεται πάνω σε μια μεγάλη βελανιδιά. Πλησιάζει, βουλγαρικές πινακίδες, βουλγάρικη μαφία. Ο οδηγός και ο συνοδηγός νεκροί. Βρίσκει μια μεγάλη βαλίτσα με 1.000.000 ευρά! Την κρύβει κάτω από τα ξύλα και φεύγει για το σπίτι.
Την άλλη μέρα σκάνε μύτη στο χωριό Κ. δυο μαφιόζοι Βούλγαροι και μετά από λίγες μέρες δύο Έλληνες ντετέκτιβ και η Ελληνική αστυνομία, μετά από υπόδειξη και υποσχέσεις αμοιβής της βουλγάρικης μαφίας, ψάχνουν να βρουν αυτόν που βρήκε τη βαλίτσα. Γίνονται πολλά και περίεργα, βία και απειλές μέχρι που ένας ντετέκτιβ ανακαλύπτει ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς όλων των οικογενειών του χωριού Κ και όλων των γειτονικών, συνολικά χιλίων οικογενειών, έχουν κατατεθεί 1.000 ευρά.

Continue reading

παντρεμέεενοι κι οι δυο, γύρνα σέεεε παρακαλώωωω!

Φύγαμε από τη Γαστούνη απόγευμα, δεν είχε άλλες ντομάτες, και φτάσαμε σούρουπο σε ένα μικρό χωριό κοντά στον Ορχομενό, Βοιωτία, Αύγουστος, 1985, πάλι για ντομάτες. Δύο φορτηγά και πεντέξι ντάτσουν. Και μια μπεμβέ, R 52, του 1952, με καλάθι – το σπίτι μου. Πολύ καλοί οδηγοί, ούτε ένας είχε δίπλωμα. Μέχρι να στήσουν τα τσαντήρια, σε γήπεδο, είχε νυχτώσει για τα καλά. Πήρα τα πράγματά μου και τραβήχτηκα σε μια άκρη. Άπλωσα το σλίμπιγκ μπαγκ και ξάπλωσα.  Είχε υγρασία και η κουβέρτα που σκεπαζόμουν δεν με ζέσταινε. Σηκώθηκα να ανοίξω το σλίμπιγκ μπαγκ, μπήκα  μέσα αλλά με είδαν τρία πιτσιρίκια που έπαιζαν εκεί κοντά, έβαλαν τις φωνές και σε λίγο μαζεύτηκαν όλα, καμιά δεκαπενταριά. Πρώτη φορά έβλεπαν σλίμπιγκ μπαγκ. Ένα από αυτά προσπάθησε να μπει μέσα και τα κατάφερε. Άλλα δύο προσπάθησαν κι αυτά. Είδαν ότι δεν μπορούν κι άρχισαν να τραβάνε αυτό που είχε μπει αλλά αυτό δεν έβγαινε. Μετά από χτυπήματα και τραβήγματα των μαλλιών, μετά από κλάματα και ουρλιαχτά και βρισίδια και φωνές, αναγκάστηκα να βγω εγώ. Τους είπα ότι θα μπούνε όλα, ένα ένα, αλλά δεν θα κάθονται πολλή ώρα. Όποιο όμως έμπαινε, έγραφε κανονικά τη συμφωνία και έβγαινε μόνο όταν δεν άντεχε πια τα χτυπήματα στο πρόσωπο. Όλα ξυπόλητα, με λάσπες στα πόδια. Μπήκα μέσα. Να διαβάσω δεν μπορούσα. Πολλά αστέρια ο ουρανός.

Continue reading

κάαατι θα μάθω!

– Δεν θέλω να σας κουράσω. Καθόλου! Ξέρω από δουλειά, την έχω φάει και την τρώω με το κουτάλι. Γιατί να μην κουραζόμαστε στη δουλειά όσο γίνεται λιγότερο; Τρώτε στη μάπα το κάθε τσογλάνι και τον κάθε μαλάκα, δεν κουράζει αυτό; Κουράζει, πως δε κουράζει! Κι εσείς έχετε δουλειές κι εγώ έχω δουλειές. Να τελειώνουμε, κι εσείς να ησυχάσετε κι εγώ να πάω στο καλό. Μην περιμένετε να σας δώσω όνομα. Καλύτερα να είμαι μέσα και να έχω φίλους, παρά να είμαι έξω και να μην έχω κανέναν, άσε που μπορεί να με βρείτε και σε κάνα χαντάκι, μαχαιρωμένο και πεταμένο. Μην

Continue reading

όταν πήγα στο Παρίσι, Δεκέμβρης, 1958

Γεννήθηκα στους Πετράδες, στο σπίτι, το 1959, Ιανουάριο, στις 18, Τετάρτη, σε λίγο θα νύχτωνε. Ο πατέρας μου εκείνη την ώρα θα σχόλαγε από το ανθρακωρυχείο, στη Κίρκη, έξω από την Αλεξανδρούπολη. Κάρβουνο για τα τρένα, τους καρβουνιάρηδες. Οι τοίχοι του δωματίου ήταν αλειμμένοι με κοπριά αγελαδίσια, και το πάτωμα επίσης. Από μια πόρτα μπαίναμε στο σταύλο· όταν οι αγελάδες κατουρούσανε, τις ακούγαμε. Τις ακούγαμε κι όταν μουγκάνιζαν, όταν πεινούσαν, όταν διψούσαν, όταν γεννούσαν. Κάθε φορά που ανοίγαμε την πόρτα, έμπαινε ζέστη και η μυρωδιά της κοπριάς. Η μυρωδιά της κοπριάς, η κοπριά είναι η δική μου πατρίδα. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την πατρίδα μου, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς κοπριά.

Πατρίδα μου είναι οι φωνές της μάνας μου, της μαμής, της γριάς γειτόνισσας, των άλλων γυναικών. Πατρίδα μου είναι η διάλεκτος του χωριού μου, τα πετραδιώτικα, ελληνικά με πολλές τούρκικες λέξεις, έπρεπε να ζήσει πολλές μέρες εκεί ένας ξένος για ν΄ αρχίσει να καταλαβαίνει. Πατρίδα μου είναι η κοπριά και τα πετραδιώτικα. Πατρίδα μου είναι η Γη.

Continue reading

το μουνόπανο της μητρός μου

Θα την αγαπούσαμε την αδερφούλα μας , θα την αγαπούσαμε πολύ. Δεν θα τη ζηλεύαμε, δεν θα τη χτυπούσαμε, θα της μαθαίναμε να περπατάει, θα την έπιανα εγώ από τα ένα χεράκι, από το άλλο ο Χαράλαμπος, θα της μαθαίναμε να μιλάει, θα της φωνάζαμε, έλα, Τριανταφυλλιά, μπορεί και Χρυσή, Χρυσούλα, έλα, δεν πειράζει που έπεσες, σήκω, δεν πειράζει που έπεσες, πειράζει να μη σηκωθείς. Δε θα παίζαμε όμως μαζί της, ήμασταν μεγάλοι. Έως ότου θα άρχιζε να περπατάει, εγώ θα τελείωνα την Τετάρτη Γυμνασίου και ο Χαράλαμπος την Δευτέρα. Όταν όμως θα ήμασταν εμείς τριανταπέντε, η Τριανταφυλλιά θα ήταν είκοσι δύο, θα πηγαίναμε μαζί διακοπές, θα βγαίναμε έξω τα βράδια, θα πηγαίναμε σε κουτουκάκια, θα πίναμε κρασάκι και θα λέγαμε, θα λέγαμε. Και πόσο θα χαιρόταν η μάνα μας που θα την προσέχαμε και θα την αγαπούσαμε!

Continue reading