πέντε ταχυμυθιστορήματα

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΔΥΟ πράγματα δεν μπορώ να κάνω: να οδηγήσω αυτοκίνητο και να γράψω μυθιστόρημα. Απορώ, πώς μπορείτε και τα κάνετε; απορώ! Έχω όμως πολλές ιδέες για μυθιστόρημα και θα ήθελα να σας τις χαρίσω με τη σκέψη ότι μπορεί να περάσετε καλά έστω για λίγο. Ο φίλος μου Θεόδωρος Μπασιάκος ευφυέστατα τα χαρακτήρισε ταχυμυθιστορήματα, όρο που τον υιοθετώ ανεπιφύλακτα και ενθουσιωδώς. Θα γράψω κι άλλα ταχυμυθιστορήματα. Από τα σημερινά, τα δύο πρώτα είναι αστυνομικά

  1. ΟΙ ΣΦΑΙΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΠΙΣΩ

Κόρη Υπουργού πέφτει από το παράθυρο δεκάτου ορόφου πολυτελούς ξενοδοχείου και φυσικά πεθαίνει. Σε λίγη ώρα συλλαμβάνεται ο νεαρός φίλος της, με τον οποίο ήταν μαζί στο δωμάτιο. Κατηγορείται για φόνο και παραπέμπεται στον ανακριτή. Ισχυρίζεται ότι της είπε κάτι κι αυτή πήγε κι έπεσε από το παράθυρο. Και τι της είπατε, αγαπητέ. Του λέει και αμέσως ο ανακριτής πέφτει από τον έβδομο όροφο και πεθαίνει κι αυτός. Ο νεαρός κατηγορείται για δεύτερο φόνο. Κρατείται στη ΓΑΔΑ, με χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια. Αργά το βράδυ τρεις αστυνομικοί πέφτουν από τον έβδομο όροφο. Γίνεται χαμός. Έρχονται εμπειρογνώμονες από USA, FBI, CIA μεριά, τρία άτομα συνολικά. Εξετάζουν τον νεαρό και την άλλη μέρα τους βρίσκουν νεκρούς. Τον ξαναστέλνουν στον ανακριτή και ο ανακριτής, που δεν θέλει ν΄ ακούσει λέξη, τον αφήνει ελεύθερο. Παιδιά έχει ο φουκαράς.
Αυτή την ώρα πίνει καφέ, διπλό εσπρέσο.

2. ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΗ ΚΙΝΗΣΗ

Αγρότης στη βόρεια Ελλάδα, στους πρόποδες του Μπέλες, κοντά στο δρόμο Κιλκίς -Σερρών, Μακεδονίας – Βουλγαρίας δηλαδή, κόβει ξύλα και σκέφτεται πως αν είχε μερικές χιλιάδες ευρά θα έκανε μια αγροτουριστική μονάδα γαμάτη. Μια κοινοτική κουζίνα, μια κοινοτική αποθήκη, βιβλιοθήκη και γύρω από αυτά καμιά εικοσαριά διώροφα σπιτάκια. Αμπέλι, οπωρώνας, λαχανόκηποι, ζώα, εργαστήρια. Κι εκεί που φορτώνει ξύλα, ακούγονται πυροβολισμοί, μια Μερσεντές πολυτελής ορμά μέσα στα χωράφια και καρφώνεται πάνω σε μια μεγάλη βελανιδιά. Πλησιάζει, βουλγαρικές πινακίδες, βουλγάρικη μαφία. Ο οδηγός και ο συνοδηγός νεκροί. Βρίσκει μια μεγάλη βαλίτσα με 1.000.000 ευρά! Την κρύβει κάτω από τα ξύλα και φεύγει για το σπίτι.
Την άλλη μέρα σκάνε μύτη στο χωριό Κ. δυο μαφιόζοι Βούλγαροι και μετά από λίγες μέρες δύο Έλληνες ντετέκτιβ και η Ελληνική αστυνομία, μετά από υπόδειξη και υποσχέσεις αμοιβής της βουλγάρικης μαφίας, ψάχνουν να βρουν αυτόν που βρήκε τη βαλίτσα. Γίνονται πολλά και περίεργα, βία και απειλές μέχρι που ένας ντετέκτιβ ανακαλύπτει ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς όλων των οικογενειών του χωριού Κ και όλων των γειτονικών, συνολικά χιλίων οικογενειών, έχουν κατατεθεί 1.000 ευρά.

Continue reading

παντρεμέεενοι κι οι δυο, γύρνα σέεεε παρακαλώωωω!

Φύγαμε από τη Γαστούνη απόγευμα, δεν είχε άλλες ντομάτες, και φτάσαμε σούρουπο σε ένα μικρό χωριό κοντά στον Ορχομενό, Βοιωτία, Αύγουστος, 1985, πάλι για ντομάτες. Δύο φορτηγά και πεντέξι ντάτσουν. Και μια μπεμβέ, R 52, του 1952, με καλάθι – το σπίτι μου. Πολύ καλοί οδηγοί, ούτε ένας είχε δίπλωμα. Μέχρι να στήσουν τα τσαντήρια, σε γήπεδο, είχε νυχτώσει για τα καλά. Πήρα τα πράγματά μου και τραβήχτηκα σε μια άκρη. Άπλωσα το σλίμπιγκ μπαγκ και ξάπλωσα.  Είχε υγρασία και η κουβέρτα που σκεπαζόμουν δεν με ζέσταινε. Σηκώθηκα να ανοίξω το σλίμπιγκ μπαγκ, μπήκα  μέσα αλλά με είδαν τρία πιτσιρίκια που έπαιζαν εκεί κοντά, έβαλαν τις φωνές και σε λίγο μαζεύτηκαν όλα, καμιά δεκαπενταριά. Πρώτη φορά έβλεπαν σλίμπιγκ μπαγκ. Ένα από αυτά προσπάθησε να μπει μέσα και τα κατάφερε. Άλλα δύο προσπάθησαν κι αυτά. Είδαν ότι δεν μπορούν κι άρχισαν να τραβάνε αυτό που είχε μπει αλλά αυτό δεν έβγαινε. Μετά από χτυπήματα και τραβήγματα των μαλλιών, μετά από κλάματα και ουρλιαχτά και βρισίδια και φωνές, αναγκάστηκα να βγω εγώ. Τους είπα ότι θα μπούνε όλα, ένα ένα, αλλά δεν θα κάθονται πολλή ώρα. Όποιο όμως έμπαινε, έγραφε κανονικά τη συμφωνία και έβγαινε μόνο όταν δεν άντεχε πια τα χτυπήματα στο πρόσωπο. Όλα ξυπόλητα, με λάσπες στα πόδια. Μπήκα μέσα. Να διαβάσω δεν μπορούσα. Πολλά αστέρια ο ουρανός.

Continue reading

κάαατι θα μάθω!

– Δεν θέλω να σας κουράσω. Καθόλου! Ξέρω από δουλειά, την έχω φάει και την τρώω με το κουτάλι. Γιατί να μην κουραζόμαστε στη δουλειά όσο γίνεται λιγότερο; Τρώτε στη μάπα το κάθε τσογλάνι και τον κάθε μαλάκα, δεν κουράζει αυτό; Κουράζει, πως δε κουράζει! Κι εσείς έχετε δουλειές κι εγώ έχω δουλειές. Να τελειώνουμε, κι εσείς να ησυχάσετε κι εγώ να πάω στο καλό. Μην περιμένετε να σας δώσω όνομα. Καλύτερα να είμαι μέσα και να έχω φίλους, παρά να είμαι έξω και να μην έχω κανέναν, άσε που μπορεί να με βρείτε και σε κάνα χαντάκι, μαχαιρωμένο και πεταμένο. Μην

Continue reading

όταν πήγα στο Παρίσι, Δεκέμβρης, 1958

Γεννήθηκα στους Πετράδες, στο σπίτι, το 1959, Ιανουάριο, στις 18, Τετάρτη, σε λίγο θα νύχτωνε. Ο πατέρας μου εκείνη την ώρα θα σχόλαγε από το ανθρακωρυχείο, στη Κίρκη, έξω από την Αλεξανδρούπολη. Κάρβουνο για τα τρένα, τους καρβουνιάρηδες. Οι τοίχοι του δωματίου ήταν αλειμμένοι με κοπριά αγελαδίσια, και το πάτωμα επίσης. Από μια πόρτα μπαίναμε στο σταύλο· όταν οι αγελάδες κατουρούσανε, τις ακούγαμε. Τις ακούγαμε κι όταν μουγκάνιζαν, όταν πεινούσαν, όταν διψούσαν, όταν γεννούσαν. Κάθε φορά που ανοίγαμε την πόρτα, έμπαινε ζέστη και η μυρωδιά της κοπριάς. Η μυρωδιά της κοπριάς, η κοπριά είναι η δική μου πατρίδα. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την πατρίδα μου, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς κοπριά.

Πατρίδα μου είναι οι φωνές της μάνας μου, της μαμής, της γριάς γειτόνισσας, των άλλων γυναικών. Πατρίδα μου είναι η διάλεκτος του χωριού μου, τα πετραδιώτικα, ελληνικά με πολλές τούρκικες λέξεις, έπρεπε να ζήσει πολλές μέρες εκεί ένας ξένος για ν΄ αρχίσει να καταλαβαίνει. Πατρίδα μου είναι η κοπριά και τα πετραδιώτικα. Πατρίδα μου είναι η Γη.

Continue reading

το μουνόπανο της μητρός μου

Θα την αγαπούσαμε την αδερφούλα μας , θα την αγαπούσαμε πολύ. Δεν θα τη ζηλεύαμε, δεν θα τη χτυπούσαμε, θα της μαθαίναμε να περπατάει, θα την έπιανα εγώ από τα ένα χεράκι, από το άλλο ο Χαράλαμπος, θα της μαθαίναμε να μιλάει, θα της φωνάζαμε, έλα, Τριανταφυλλιά, μπορεί και Χρυσή, Χρυσούλα, έλα, δεν πειράζει που έπεσες, σήκω, δεν πειράζει που έπεσες, πειράζει να μη σηκωθείς. Δε θα παίζαμε όμως μαζί της, ήμασταν μεγάλοι. Έως ότου θα άρχιζε να περπατάει, εγώ θα τελείωνα την Τετάρτη Γυμνασίου και ο Χαράλαμπος την Δευτέρα. Όταν όμως θα ήμασταν εμείς τριανταπέντε, η Τριανταφυλλιά θα ήταν είκοσι δύο, θα πηγαίναμε μαζί διακοπές, θα βγαίναμε έξω τα βράδια, θα πηγαίναμε σε κουτουκάκια, θα πίναμε κρασάκι και θα λέγαμε, θα λέγαμε. Και πόσο θα χαιρόταν η μάνα μας που θα την προσέχαμε και θα την αγαπούσαμε!

Continue reading

17 Ιουνίου 2069: 12 59΄ 32΄΄

. . . Κυρίες και Κύριοι, φίλες και φίλοι τηλεθεατές, θα συνδεθούμε τώρα με τον ανταποκριτή μας Χρυσόστομο Τασκά στο Βερολίνο για να παρακολουθήσουμε την κατανάλωση της τελευταίας σταγόνας πετρελαίου και των τελευταίων μέτρων του τελευταίου πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου.

Κυρίες και Κύριοι, φίλες και φίλοι, μια ολόθερμη καλημέρα από το ανοιξιάτικο Βερολίνο. Η σημερινή μέρα είναι μια ξεχωριστή μέρα για όλη την ανθρωπότητα. Όλος ο πλανήτης περιμένει με αγωνία να παρακολουθήσει σε ζωντανή αναμετάδοση την κατανάλωση της τελευταίας σταγόνας πετρελαίου και των τελευταίων μέτρων του τελευταίου πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου. Μια πετρελαιοκίνητη Μερσέντες είχε τη τύχη να κληρωθεί, ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους, για να μας χαρίσει αυτό το ιστορικό γεγονός. Να σας θυμίσω ότι πέντε άνθρωποι, τρεις άνδρες και δύο γυναίκες, ένας από κάθε ήπειρο, έχουν κληρωθεί ως οι τελευταίοι επιβάτες των τελευταίων μέτρων του τελευταίου πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου. Οδηγός θα είναι η αμερικανίδα Τζέην Έντλες, συνοδηγός ο αφρικανός Αχμέτ Αλέν Ουλούμπα και πίσω, ανάμεσα σε δύο άνδρες,  θα κάθεται η ασιάτισσα Τσεγκ Ζου Γάο. Αριστερά θα βρίσκεται ο ευρωπαίος Γιοχάνες Στράσσεχουντ, και δεξιά της ο ωκεάνιος Τζον Αμάμπα. Να σας θυμίσω ακόμη ότι η πόλη της μικρής αρκούδας, αυτό σημαίνει η λέξη Βερολίνο, επιλέχτηκε κι αυτή κατόπιν κλήρωσης και αξίζει να επισημάνουμε την σύμπτωση. Το τελευταίο πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο θα διανύσει τα τελευταία του μέτρα στο τόπο όπου έκανε και τα πρώτα του βήματα, πριν από διακόσια σχεδόν χρόνια, το 1870, όταν ο Όσκαρ Μπενζ έθεσε σε κίνηση το πρώτο πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην Κορφυρστεντάμ, απ΄ όπου θα δούμε την εκκίνηση του οχήματος. Το αυτοκίνητο θα εφοδιαστεί με τα τελευταία τρία λίτρα πετρελαίου κίνησης που υπάρχουν διαθέσιμα αυτή τη στιγμή πάνω στον πλανήτη. Αξίζει να σας πληροφορήσουμε ότι την ποσότητα αυτή του πετρελαίου την αγόρασε , από συλλέκτη προϊόντων πετρελαίου, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ενέργειας έναντι του ποσού των 800.000 δολαρίων, 270.000 δολάρια το λίτρο. Είναι η υψηλότερη τιμή του λίτρου πετρελαίου κίνησης από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα. Με τα χρήματα αυτά, το 2006, όταν άρχισε η ανοδική πορεία της τιμής του αργού πετρελαίου, ένας κάτοχος πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου θα μπορούσε να αγοράσει έξι πολυτελή αυτοκίνητα ή τρία πολυτελή διαμερίσματα ή 270 τόνους γάλακτος. Το 2006 ένα βαρέλι ακάθαρτου πετρελαίου πουλιόταν 60 δολάρια το βαρέλι, ναι, ναι, καλά ακούσατε, 60 δολάρια το βαρέλι και, όσο και να σας φαίνεται απίστευτο, ένα, μάλιστα, ένα δολάριο το λίτρο το πετρέλαιο κίνησης. Λίγα χρόνια μετά, το 2008, α, αυτή τη στιγμή παρακολουθείτε στους δέκτες σας τον κινέζο αυτοκράτορα, τον Κλιγκ Κλαγκ Κλιγκ, στη πρώτη γραμμή των καθισμάτων της εξέδρας των επισήμων, και δίπλα του, αριστερά, τον πρόεδρο των Ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Τζον Μάινους, τον γερμανό καγκελάριο Τόμας Ζέους, τη βασίλισσα της Αγγλίας

Continue reading

Χριστίνα ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας

1.

Πότε θα ξανάρθεις στην Αθήνα; με ρώτησε μόλις ένιωσε ότι σε λίγο θα λιώσω γλυκά κοντά της και θα πεθάνω. Δεν ξέρω, μπορεί σε ένα μήνα, μπορεί σε έξι. Θέλεις να σου τηλεφωνήσω; Ναι, θέλω. Εντάξει, της είπα. Δε θα με μαχαιρώσεις τώρα που θα κοιμάμαι; Όχι, θα σε προσέχω, θα είμαι ο φύλακας άγγελός σου. Θα διώχνεις και τις μύγες;  Ναι, θα τις διώχνω, δε θα σε ενοχλήσει καμία.

2.

Πεθαίνουμε και ανασταινόμαστε πολλές φορές στη ζωή μας, καμιά φορά και μέσα στη μέρα, της ψιθύρισα στο αυτί.

3.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να χορεύει, να χοροπηδά, γυμνή, σαν κοριτσάκι πέντε χρονών, αναστήθηκα, αναστήθηκα, φώναζε και  χορεύοντας και φωνάζοντας πανηγυρικά αναστήθηκα, αναστήθηκα, έβαλε χορεύοντας στο γιου τιουμπ μουσική και χορεύοντας  τραγουδούσε με την τραγουδίστρια μαζί μπικόουζ δε νάιτ μπιλόνγκ του λόβερς μπικόουζ δε νάιτ μπιλόγκ του ας, διέκοπτε το τραγούδι φωνάζοντας θριαμβευτικά αναστήθηκα, αναστήθηκα κι όταν τελείωσε ο τραγούδι και της είπα, χαζεύοντας το νεανικό λικνιζόμενο κορμί της, Χριστίνα ανέστη εκ νεκρών, επανέλαβε χορεύοντας και ενθουσιασμένη Χριστίνα ανέστη εκ νεκρών, Χριστίνα ανέστη εκ νεκρών, κι όταν συμπλήρωσα θανάτω θάνατον πατήσας, άρχιζε να φωνάζει χορεύοντας θανάτω, ναι, ναι, θανάτω, θανάτω, θανάτω. . .

Continue reading

τι είδα μέσα στον τάφο του Χριστούλη μας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΘΥΕΛΛΗΣ θα είναι, σκέφτηκα, γεμίζοντας το ποτήρι με μπίρα. Είχα μετανιώσει που παρήγγειλα μπίρα αλλά ήταν αργά. Όταν έφυγα από το σπίτι δεν φυσούσε, δεν έκανε κρύο. Όταν παρήγγειλα στον γνωστό ρουφιάνο τον καφετζή της πλατείας Ελευθερίας (των Σερρών), μόλις τότε σήκωνε ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Μέχρι να μου φέρει τη μπίρα, γαμήθηκε ο Δίας. Θαύμα σας λέω, θαύμα! Πολύ αέρας, ξαφνικός και δυνατός και παγωμένος. Πού ήταν κρυμμένος, γαμώ του Χριστουλάκη τ΄;  Έχυνα τη παγωμένη μπίρα στο ποτήρι κι έβριζα. Ένα κονιακάκι, ένα κονιακάκι ήταν ό,τι έπρεπε. Το κονιάκ πάει με τον αιφνίδιο, ισχυρό, κρύο αέρα, όχι μπίρα. Σκέφτηκα να πάω μέσα αλλά προτίμησα τον άνεμο από την τσιγαρίλα.

ΤΟΝ καιρό εκείνο, όταν ο Παύλος άρχισε να περπατάει και η Τασούλα να είναι έγκυος  στην μέλλουσα Αποστολία, είχα τη συνήθεια να τελειώνω το γράψιμο και να βγαίνω αργά το βράδυ για ένα ποτάκι. Ένα, μα την Παναγία. Και όχι στο ίδιο μέρος. Είχα τελειώσει το βιβλίο για το ποδόσφαιρο και το αυτοκίνητο και έγραφα μια Εισαγωγή στη  Γαμησιολογία. Μελετούσα  Μαρκήσιο ντε Σαντ, μονότονη και κουραστική μελέτη, κουραστική όχι λόγω όγκου ύλης αλλά λόγω συνεχούς σηκωμάρας. Νιάτα, νιάτα! Σηκώνοντας το ποτήρι να πιω, βλέπω στο βάθος ένα φωταγωγημένο ογκώδες αντικείμενο και πίσω από αυτό να ακολουθεί πλήθος κόσμου.

Continue reading

Στην ‘Πανδαισία του Λαβυρίνθου’, 24 Ιανουαρίου 2239 μ. Χ.

Στην ‘Πανδαισία του Λαβυρίνθου’, 24 Ιανουαρίου 2239 μ. Χ.    

 

      Ακόμα δεν μπορώ να το  πιστέψω, είπε η προς στιγμήν μονόφθαλμη Α ξαναφέρνοντας την τούφα του μαλλιού στη θέση της. Και συνέχισε. Δεν έδειχνε τριάντα χρόνια νεότερη, ήταν τριάντα χρόνια νεότερη, δεν είμαι καθόλου υπερβολική. Απίστευτο! Φαντάζεστε να είμαι τριάντα ενώ είμαι εξήντα; Η Β την άκουγε με προσοχή. Και ρώτησε. Έχεις τη διεύθυνση της εργαστηρίου; Η Α κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Θέλεις να πάμε μαζί; Η Β συμφώνησε κι εγώ γύρισα να δω αν είχε σβήσει το κόκκινο φωτάκι. 

      Το κόκκινο φωτάκι ήταν κόκκινο. Άντεχα, για πέντε δέκα λεπτά ακόμα άντεχα. Καθίσαμε στο ένα και μοναδικό άδειο τραπέζι, δίπλα στη τζαμαρία του κήπου της ζούγκλας. Αυτό είναι το αγαπημένο μου τραπέζι, είπε η Α μόλις καθίσαμε. Πόσο χαίρομαι που γιορτάζουμε τα γενέθλιά  μου εδώ. Σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά είπε. Κρίμα που δεν επιτρέπεται να περπατήσουμε στον κήπο. Μα γιατί δεν επιτρέπεται; 

Continue reading