Ευχαριστώ την αγαπητή καθηγήτρια (Αγης Γηος) για τα καλά της λόγια. Όταν τα διάβασα, χάρηκα όπως χαίρεται ένα παιδί. Τα λόγια σου μου δίνουν τόση δύναμη και κουράγιο που δεν μπορείς να φανταστείς. (Στη σουμερική γλώσσα η λέξη φιλία είναι σύνθετη, ένας συνδυασμός των λέξεων ”χέρι” και ”ανοίγω” ). Ο φίλος που σου υπέδειξε την Ανωτάτη Σχολή Κακών Τεχνών είναι φίλος μου: μου στάθηκε σε πολύ δύσκολες στιγμές, τις οποίες δεν μπορώ να αποφύγω λόγω του τρόπου σκέψης και ζωής, και μια φορά το χρόνο μας επισκέπτεται στην Αλεξανδρούπολη, έρχεται απο πολύ μακριά, και ζούμε όλοι μαζί μερικές μέρες. Μου έστειλε ένα βιβλίο σου για τις κατασκευές το οποίο το διάβασα μέσα σε δυο μέρες.
Ιανουάριος 2010
ο έντυπος λόγος την εποχή της πολιτισμικής αδράνειας
Θα υπάρξει άραγε κάποτε ένας κόσμος χωρίς βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες; Θα έρθει μια μέρα που θα διαβάζουμε και θα ενημερωνόμαστε μόνο με τους υπολογιστές; Στα ερωτήματα αυτά άλλοι απαντούν πως ο έντυπος λόγος είναι καταδικασμένος να εξαφανιστεί κι άλλοι πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Οι πρώτοι επικαλούνται κυρίως τη δραστική μείωση του αριθμού των αναγνωστών εφημερίδων και περιοδικών, οι δεύτεροι την αισθητή, παγκοσμίως, αύξηση του αριθμού των αναγνωστών βιβλίων. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ένας κόσμος χωρίς βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες θα είναι ένας κόσμος φτωχός, εφιαλτικός. Στο σημερινό μας σημείωμα θα δείξω γιατί οι αναγνώστες γυρίζουν τη πλάτη τους στις εφημερίδες και τα περιοδικά και επιφυλάσσομαι, μόλις μου δοθεί η ευκαιρία, να καταθέσω διεξοδικά τις απόψεις μου σχετικά με το πως άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, μαθητές και φοιτητές, στοιχειώδους και ανώτατης εκπαίδευσης θα στραφούν και πάλι στις εφημερίδες και τα περιοδικά.
πως θα ήθελα να ήταν το σχολείο
Θα το δημοσιεύσω εντός των ημερών.
η κατάληψη είναι απελευθέρωση ή κατάκτηση;
Φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.
Η βεβαιότητα ότι τα επόμενα χρόνια ένα κύμα καταλήψεων ποικίλων κοινωνικών χώρων θα σαρώσει την Ευρώπη με παροτρύνει να εκφράσω τη δυσαρέσκεια μου για την χρήση του όρου κατάληψη και να επιχειρηματολογήσω υπέρ της πρότασης να χρησιμοποιήσουμε τον όρο απελευθέρωση. Το κομβικό επιχείρημα είναι ότι ο όρος κατάληψη συνιστά μια ακόμα μίμηση του Κυρίου – που σημαίνει : όποιος μιμείται με οποιονδήποτε τρόπο τον Κύριο είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα αποτύχει. Τι σημαίνει αποτυχία; Σημαίνει ότι δεν θα μπορέσει να νικήσει χωρίς να πολεμήσει, ότι δεν θα μπορέσει πρώτα να νικήσει και μετά να πολεμήσει, δεν θα μπορέσει να γνωρίσει ούτε τον αντίπαλο, τον Κύριο (τον ένοπλο ζητιάνο) ούτε τον εαυτό του.
να καταργήσουμε την υποχρεωτική εκπαίδευση
Η ιστορική Αριστερά (γονείς και δάσκαλοι), τάσσεται αναφανδόν υπέρ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Σε έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός, η εκπαίδευση θα είναι επίσης υποχρεωτική. Είναι προφανές ότι αυτός ο άλλος κόσμος δεν θα είναι ο καπιταλιστικός και δεν ζοριζόμαστε ιδιαίτερα να υποθέσουμε ότι πρόκειται για τον σοσιαλιστικό ή τον κομμουνιστικό κόσμο. Πιθανόν στα σχολεία αυτού του κόσμου να καταργηθεί η βαθμολογία και οι θεσμικές εξετάσεις, αλλά η υποχρεωτικότητα θα διατηρηθεί. Τι λένε όμως τα παιδιά για την υποχρεωτική εκπαίδευση; Θα ήθελαν να ήταν υποχρεωτική ή ελεύθερη; Γνωρίζουν πως θα ήταν μια ελεύθερη εκπαίδευση; Θα ήθελαν να παρακολουθούν όποια και όσα μαθήματα θέλουν, όποτε θέλουν, με όποιον θέλουν; Θα ήθελαν το σχολείο να ήταν ένας χώρος ελεύθερης συνάντησης, ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να πάνε όποτε θέλουν, να μείνουν όσο θέλουν και να φύγουν όποτε θέλουν; Θα ήθελαν το σχολείο να ήταν ένας ανοιχτός, ελευθεροπροσβασιακός, πολυλειτουργικός χώρος όπου θα έπαιζαν, θα μάθαιναν, θα γνωριζόντουσαν, θα μαγείρευαν, θα έτρωγαν, θα ερευνούσαν, θα χόρευαν, θα τραγουδούσαν, θα ανέβαζαν θεατρικά έργα, θα αθλούνταν, θα δίδασκαν; Ποιο από αυτά τα δυο σχολεία θα προτιμούσαν τα παιδιά; Το υποχρεωτικό ή το ελεύθερο; Το σχολείο του Κυρίου ή το σχολείο των Παραγωγών του κοινωνικού πλούτου; Το Κυριαρχικό ή το Κομμουνιστικό;
Κύριε, Κύριε!
Θα ήταν μια μέρα ή του Δεκεμβρίου του 1966 ή του Ιανουαρίου του 1967, δεν θυμάμαι ακριβώς. Πήγαινα στη Τρίτη Δημοτικού, στους Πετράδες, παραποτάμιο χωριό του Έβρου, κοντά στο Διδυμότειχο. Θυμάμαι όμως ότι είχε πολύ χιόνι και ότι έκανε πάρα πολύ κρύο. Οι κάτοικοι άνοιγαν διαδρόμους ανάμεσα στο χιόνι (για να πάνε στο γείτονα, για να ποτίσουν τα ζώα στις κοινόχρηστες κρήνες, για να πάμε στο σχολείο) και μου είχε κάνει εντύπωση που το χιόνι με ξεπερνούσε, θα ήταν πάνω από ένα μέτρο. Για να μη κρυώνω, η μάνα μου μού φόρεσε δυο παντελόνια. Το καλό από πάνω, αυτό που δεν έπρεπε να φαίνεται από κάτω. Δεν έπρεπε να φαίνεται λόγω του υφάσματος και του χρώματος: ήταν από φούστα της αμερικάνικης βοήθειας, κάποιοι από τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες θα την θυμούνται, βελούδο, κόκκινο της φωτιάς. Δεν θυμάμαι να τη φόρεσε ποτέ. Τη πήρε, τη πήγε σε μια γειτόνισσα και την έκανε παντελόνι για το γιο της, να μη κρυώνει.
Αφιερώνω αυτό το σημείωμα στη μνήμη της.
Εκείνη τη μέρα έφαγα πολύ ξύλο από το δάσκαλο. Δε θυμάμαι γιατί. Ένα από τα λίγα που θυμάμαι είναι ότι κάθε Δευτέρα δεν του πήγαινα βέργες, τις έσπαγε πάνω μας και ξέμενε. Οι συμμαθητές μου του πήγαιναν βέργες από κυδωνιά, που δε σπάνε και πονάνε, τσούζουν πολύ. Τις σκάλιζαν μάλιστα με το σουγιά – η φλούδα της κυδωνιάς χαράζεται και βγαίνει πολύ εύκολα. Άρχισε λοιπόν να με χτυπάει με τη βέργα στα μπούτια κι εγώ έπρεπε να χοροπηδήσω από το πόνο. Και χοροπήδησα. Δεν ήμουν όμως πειστικός – με τα δυο παντελόνια δεν πονούσα πολύ. Το πήρε χαμπάρι, με διέταξε να βγάλω το αποπάνω παντελόνι και μετά χοροπήδησα κανονικά, όπως έπρεπε να χοροπηδήσω. Επειδή έσπαγαν οι βέργες, πήρε τη μασιά.