Εκτός από τον πόλεμο, την επίγνωση του θανάτου και το γέλιο, που εξετάσαμε στα προηγούμενα σημειώματα, υπάρχει άλλο ένα χαρακτηριστικό που μας διαφοροποιεί από όλα τα άλλα ζώα: ο τρόπος του ζευγαρώματος. Ενώ η ερωτοτροπία παρουσιάζει, κατά κάποιο τρόπο, κοινά χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο ότι κανένα ζώο δεν επιδίδεται στα προκαταρτκτικά που επιδίδονται οι άνθρωποι. Είναι πολύ γνωστό τι κάνουμε: χαϊδεύουμε το σώμα και μάλιστα είτε σε καίρια για τη ζωή μας σημεία (λαιμός, κοιλιά) είτε σε μέρη όπου υπάρχουν μεγάλες ποσότητες σάρκας (μηροί, κώλος), γλείφουμε τη σάρκα, προσπαθούμε να ρουφήξουμε αίμα, γεμίζοντας το κορμί του άλλου πιπιλιές, μπήγουμε τα νύχια μας στο σώμα του άλλου, δαγκώνουμε (μέχρι αιματοχυσίας. . .) και αν δεν αρκούν αυτά αυξάνουμε τη δοσολογία σε βαθμό σαδομαζοχιστικό. Κανένα ζώο δεν επιδίδεται σε αυτά τα προκαταρκτικά. Και βέβαια δεν επιδίδεται στον στοματικό έρωτα, στο βαθμό τουλάχιστον που το κάνουν οι άνθρωποι.
Με το στόμα γλείφουμε, ρουφάμε και δαγκώνουμε τη σάρκα του άλλου. Γιατί το κάνουμε εμείς και δεν το κάνουν τα ζώα; Πότε, γιατί αρχίσαμε να το κάνουμε; Τι κάνουμε όταν ρουφάμε αίμα, όταν ξεσκίζουμε με τα νύχια μας τις σάρκες του άλλου, όταν γλείφουμε τη σάρκα, όταν γεμίζουμε το στόμα μας με τη σάρκα του άλλου (αυτιά, μύτη,δάχτυλα, στήθος, πέος, αρχίδια, κλειτορίδα); Τι κάνουμε; Τον τρώμε, συμβολικά. Και το κάνουμε πολύ συχνά. Η διαπίστωση αυτή μας επιτρέπει να κάνουμε κάποιες σκέψεις σχετικά με την απώλεια του οίστρου. Μόνο ο άνθρωπος θέλει να ζευγαρώνει τόσο συχνά, κανένα άλλο ζώο! Πως το ανθρώπινο θηλυκό έχασε τον οίστρο, το μοναδικό ετήσιο ζευγάρωμα;
Continue reading →
Εκτός από τον πόλεμο και την επίγνωση του θανάτου, φίλες και φίλοι, υπάρχει ένα ακόμα χαρακτηριστικό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα: πρόκειται για το γέλιο. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που γελάει (και κλαίει – με το κλάμα θα καταπιαστούμε προσεχώς). Πως προέκυψε αυτή η συμπεριφορά; Πότε, κάτω από ποιες συνθήκες; Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση, γενετική, ανάμεσα σε όλα αυτά τα ιδιαίτερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Εάν είναι έτσι, θα πρέπει να αναζητήσουμε τη σχέση του γέλιου με τον πόλεμο και την επίγνωση του θανάτου.
Όταν γελάμε, ανοίγουμε το στόμα μας και δείχνουμε τα δόντια μας. Αυτό κάνει και το ζώο όταν αγριεύει και θέλει να εκφοβίσει τον αντίπαλο. Κι εμείς, όταν θέλουμε να εκφοβίσουμε τον άλλον, στο παιχνίδι ή σε αστεϊσμό, κάνουμε μια γκριμάτσα, ένα μορφασμό ζωικού εκφοβισμού δείχνοντας τα δόντια μας. Ο άνθρωπος δεν διαθέτει μορφασμό εκφοβισμού – προφανώς ως ζώο κάποτε διέθετε. Τι απέγινε αυτός ο μορφασμός; Το ζώο εκφοβίζει με το άνοιγμα του στόματός του και τη δείξη των δοντιών του – ο άνθρωπος δεν το κάνει. Ο άνθρωπος γελάει ανοίγοντας το στόμα του και δείχνοντας τα δόντια του – το ζώο δεν το κάνει. Συμπέρασμα: το γέλιο είναι μετεξέλιξη του ζωικού μορφασμού του εκφοβισμού – εκφοβισμός που εμπεριέχει και μεγάλες δόσεις φόβου. Πότε συνέβη αυτή η μετεξέλιξη και ποιο λόγο;
Continue reading →
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.
Είχα γνωρίσει κάποτε δυο άνδρες που πίστευαν ότι δεν θα πεθάνουν. (Γυναίκες δεν έχω γνωρίσει. . .) Το επιχείρημά τους: δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό που συνέβη σε όλους τους άλλους θα συμβεί και σε μένα. Ο ένας, Γερμανός, κάηκε μέσα στη Πόρσε του. Ο άλλος, Έλληνας, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου, δεν ξέρω τι απέγινε, αλλά, εάν ζει, θα είναι πολύ γέρος. Εάν δεν ζει, θα βλέπει τα ραδίκια ανάποδα. Όλοι οι άλλοι και όλες οι άλλες γνωρίζουμε και είμαστε βέβαιοι ότι θα πεθάνουμε. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. ‘Οταν είναι παιδί δεν το γνωρίζει και μας επιτρέπεται να ισχυριστούμε ότι τα παιδιά είναι πιο κοντά στα ζώα παρά στον άνθρωπο. Άνθρωπος γίνεται όταν θα μάθει και θα συνειδητοποιήσει ότι θα πεθάνει. Αργούμε να αποκτήσουμε αυτή τη γνώση, την επίγνωση θα έλεγα, και δεν την αποκτούμε αιφνίδια και ακαριαία αλλά αργά και σταδιακά. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για μια οδυνηρή εμπειρία (ωρίμανση). Το ότι τα παιδιά μοιάζουν με τα ζώα σε αυτό το σημείο φαίνεται από το γεγονός της υποκατάστασης των παιδιών από τα ζώα – τα οποία παραμένουν πάντα παιδιά μιας και δεν αποκτούν ποτέ την επίγνωση ότι θα πεθάνουν. (Η διαίσθηση ότι θα πεθάνουν λίγο πριν συμβεί δεν είναι επίγνωση θανάτου). Είχα γνωρίσει ένα ζευγάρι, που ζούσε σε ένα σπίτι με 30 δωμάτια και 9 μπάνια που έπασχε από κατάθλιψη και ο ψυχίατρος τους συνέστησε να πάρουν κάποια σκυλιά ή γάτες για συντροφιά. Εγείρεται λοιπόν ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: πως αποκτήσαμε την επίγνωση του θανάτου, πως μάθαμε ότι θα πεθάνουμε; Προφανώς δεν ήμασταν άνθρωποι όταν δεν γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε. Υπάρχει συνείδηση χωρίς την επίγνωση του θανάτου;
Αναπτύχθηκε η σκέψη μας τόσο, λόγω της εργασίας όπως διατείνονται πολλοί ανθρωπολόγοι (και οι μαρξιστές), που καταφέραμε να αντιληφθούμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι μια μέρα θα πεθάνουμε; Όλες οι γνώσεις προέρχονται από τη σκέψη ή από άλλες γνώσεις; Ας υποθέσουμε, προς ώρας, ότι είναι έτσι, κι ας στρέψουμε τη προσοχή μας σε μια άλλη ριζική διαφορά που έχουμε με τα ζώα: τον πόλεμο. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που πολεμάει – κανένα ζώο δεν πολεμάει, δεν οργανώνεται συλλογικά για να απομακρύνει, αντιμετωπίσει, τραυματίσει ή θανατώσει με όπλα κάποιους άλλους από το είδος του που είναι κι αυτοί οργανωμένοι συλλογικά και οπλισμένοι. Προφανώς δεν ήμασταν άνθρωποι όταν δεν πολεμούσαμε. Η διεκδίκηση ανάμεσα σε μέλη του ίδιου είδους, για χώρο, τροφή ή σεξουαλικό ταίρι, δεν είναι πόλεμος – νομίζω πως αυτό είναι σαφές. Και γεννάται το μείζον ερώτημα: πως καταλήξαμε στο σημείο να αρχίσουμε να πολεμάμε; Γιατί να θέλουμε να σκοτώσουμε συλλογικά κάποιους άλλους; Γιατί αυτή η πρακτική διαιωνίστηκε; Γιατί ο άνθρωπος είναι ( ή μπορεί να γίνει) το πιο βίαιο, το πιο βάναυσο, το πιο σκληρό ζώο;
Continue reading →