Αλ. Παπαδιαμάντης: το κράτος είναι μια μεγάλη κοιλιά χωρίς αυτιά

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.

Υπερκόπωση και γρίπη μ’ έστειλαν για τρεις μέρες στο κρεβάτι και πολύ καλά έκαναν. Το σώμα γνωρίζει καλύτερα από μας: το να υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου καμιά φορά μπορεί να αποβεί και μοιραίο. ‘Αλλωστε,  η αρρώστια είναι ένδειξη υγείας, μόνο οι πεθαμένοι δεν αρρωσταίνουν (και δεν κλάνουν). Και με την αρρώστια-δώρο το σώμα μάς λέει ότι η ζωή δεν διδάσκεται, προσφέρεται.

Το πρώτο εικοσιτετράωρο,  κοιμόμουν είκοσι δυο ώρες. Το δεύτερο, μπόρεσα κι έφαγα ένα πιάτο ριζόσουπα. Το τρίτο, σηκώθηκα να περπατήσω μέσα στο σπίτι, πήρα ένα βιβλίο και πάλι στη φωλιά μου, στο κρεβάτι. Πήρα ένα από τα βιβλία που  μπορώ να το διαβάσω όντας σε ανάρρωση, ένα αριστούργημα: τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Η Φόνισσα, η Φραγκογιαννού, είναι ο Παπαδιαμάντης, είμαι εγώ, είσαι εσύ, είμαστε όλοι και όλες. Γιατί ρε μάνα με γέννησες; αναρωτιόμαστε καμιά φορά. Τι θα γίνουν τα παιδιά μας με τα χρόνια που έρχονται, ακούω γονείς να εκφράζουν την ανησυχία τους.  Εάν η ζωή είναι ασήκωτο βάρος, τότε η Φραγκογιαννού από αγάπη προς τη ζωή, δηλαδή καλώς, έπραξε ό,τι έπραξε και καλώς θα πράτταμε και εμείς. Δε φταίει όμως ούτε η μάνα μας ούτε τα χρόνια που έρχονται. Η Φόνισσα είναι μια δριμύτατη κριτική κατά της κοινωνικής αδικίας (η οποία αδικία ξυπνάει την επιθυμία του φόνου)  κι αυτός είναι ο λόγος που η Φόνισσα πνίγεται και δεν κλείνεται στη φυλακή – τα τελευταία λόγια : εύρε τον θάνατον . . . εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.

Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα αριστουργήματα (της νεοελληνικής γλώσσας, η Φόνισσα, Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου {Γ. Βιζυηνός}, Καβάφης)  για δυο λόγους:  για να εντοπίσουμε φλέβες ή ψήγματα σοφίας, ο πρώτος, και ο δεύτερος για να επιβεβαιώσουμε κάποιες απόψεις,  γνώσεις, αντιλήψεις, ιδέες που υποστηρίζουμε – λες και ψάχνουμε για συμμάχους στον αμείλικτο πόλεμο των ιδεών που μαίνεται στις κοινωνίες της Κυριαρχίας όπου ο συσχετισμός ισχύος κάθε άλλο παρά μας ευνοεί.  Όσες φορές κι αν διαβάσεις τον Δον Κιχότη, του Θερβάντες, πάντα κάτι νέο θα εντοπίσεις. Ο Γαργνατούας και ο Πανταγκυέλ του Ραμπελέ, έχω την εντύπωση, ότι μετά τη δεύτερη ανάγνωση και πέρα  αρχίζει να σου προσφέρει τη σοφία του.

Δεν γνωρίζω εάν η αποκήρυξη του διαλόγου με τον Κύριο είναι σοφία ή όχι, είναι πάντως μια άποψη που υποστηρίζω με πάθος και επιχειρήματα. Δεν μπορώ να διανοηθώ πως γίνεται ο Κύριος καπιταλιστής και ο υποτελής Παραγωγός να κάνουν διάλογο!  Και κάθε φορά θυμάμαι τα λόγια του Μπ. Μπρεχτ από τη Μάνα Κουράγιο: ρώτησε ο ψαράς το σκουλήκι, πάμε για ψάρεμα; Μεταξύ αυτών των δύο διεξάγεται ένας πόλεμος: πως είναι δυνατόν να κάνουν διάλογο οι αντίπαλοι όταν αυτό που καθορίζει την έκβαση του πολέμου είναι η ισχύς των όπλων και των ιδεών;  Ακούω και διαβάζω ότι τώρα τελευταία ολοένα και περισσότεροι δεν προσέρχονται στον διάλογο, ή, εάν προσέλθουν, τον εγκαταλείπουν αμέσως, και χαίρομαι πάρα πολύ.

Continue reading