Γιατί δυο ερωτευμένοι θα ήθελαν να ήταν μόνοι πάνω στη Γη, γιατί θέλουν να απομονώνονται, θέλουν να απομακρύνονται από την κοινωνία; Σε αυτό το ερώτημα θα αποπειραθούμε να απαντήσουμε σήμερα, φίλες και φίλοι, κι αύριο θα συνεχίσουμε με το ζήτημα της σχέσης φιλίας και ανείπωτου.
Το πρώτο που σκέφτομαι είναι το εξής ερώτημα:εάν δυο ερωτευμένοι έμεναν οι δυο τους πάνω στη Γη, θα συνέχιζαν να είναι ερωτευμένοι; ΟΧΙ, κατά κανένα τρόπο. Οπότε, ο Αδάμ και η Εύα δεν ήταν ερωτευμένοι – εάν ερωτεύθηκαν, θα πρέπει να ερωτεύθηκαν μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Είσαι βέβαιος, Αθανάσιε; Είμαι βέβαιος. Εάν ο έρωτας είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο (δεν υπάρχει έρωτας στη φύση), εάν ένα ζευγάρι δεν συνιστά κοινωνία, εάν μια ομάδα τριών ανθρώπων είναι η στοιχειώδης, η ελάχιστη κοινωνία, τότε θα πρέπει να αναμένουμε ότι οι δυο ερωτευμένοι μας πολύ σύντομα θα ξενέρωναν. Όπως ξενερώνουν και οι ερωτευμένοι που χάνονται για λίγες ή πολλές μέρες και σκάνε μύτη στη κοινωνία να αναπνεύσουν κοινωνικό αέρα, να νιώσουν δηλαδή άνθρωποι, να νιώσουν την αλληλεγγύη (ισότητα) και την ελευθερία (εξάρτηση). Δυο ερωτευμένοι που παρατείνουν την απομόνωσή τους τείνουν να ξεφύγουν από την ανθρώπινη κατάσταση και να γίνουν προάνθρωποι, ζώα χωρίς την αίσθηση του ορίου της ελευθερίας και της επιθυμίας. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε διαφορετικά (τους πραγματικούς και συμβολικούς) φόνους και τον (πραγματικό και συμβολικό) κανιβαλισμό που παρατηρείται μεταξύ των ερωτευμένων.