Λένε, στην Τρανσιλβανία, στα ορεινά της Ρουμανίας, ότι ο πρώτος βρικόλακας ήταν θηλυκού γένους. Έβαζε τους υπηρέτες της να σφάζουν παρθένες και με το αίμα τους γέμιζε τη μπανιέρα της. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια, 1700, 1800, δεν υπήρχαν κέντρα αισθητικής, λιποαναρρόφησης, κρέμες ενυδάτωσης και αντιγηραντικές, δεν υπήρχαν πίλιγκ και λίφτιγκ, υπήρχε αίμα παρθένων, άφθονο, αναλόγως της ισχύος του συζύγου σου. Διότι, προφανώς, ο σύζυγος της βρικολάκισσας, ή ο πατέρας της, θα πρέπει να ήταν ισχυρός τοπικός φεουδάρχης ηγεμόνας για να μπορεί να εξασφαλίζει για τον εαυτό της μια τόσο φινετσάτη και κομψή πολυτέλεια. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό το παρθενικό αίμα παύει να είναι μια οργανική ουσία των ζωντανών υπάρξεων και συγκαταλέγεται πια στην κατηγορία του κοινωνικού πλούτου, που μόνο η ίδια μπορεί να τον απολαύσει. Προϋπόθεση, μερικές παρθένες να χάσουν την ταλαίπωρη και μίζερη ζωή τους και να απαλλαγούν έτσι από τα βάσανα του μάταιου τούτου κόσμου. Το ότι σήμερα πια το αίμα είναι κοινωνικός πλούτος το γνωρίζουν όχι μόνο οι εθελοντές αιμοδότες αλλά και όσοι και όσες χρειάστηκαν αίμα, για τους ίδιους, τους φίλους ή τους συγγενείς.
Πιθανόν να εκλάβετε την παραπάνω εκδοχή ως μία ακόμα έκφραση μισογυνισμού. Το κατανοώ. Σκεφτείτε όμως ότι και το θηλυκό έχει ασυνείδητο, ότι και το θηλυκό έχει ένα τέρας μέσα της που πρέπει να το ικανοποιήσει, ένα τέρας που θέλει να σκοτώσει, να φάει τον Άλλον, και να αιμομ(ε)ικτήσει. Ας σκεφούμε όμως και κάτι άλλο. Υποψιάζομαι ότι η εκδοχή αυτή έχει διατυπωθεί από γυναίκες της Τρανσιλβανίας, όχι από άνδρες. Οι γυναίκες γνωρίζουν πιο καλά τις γυναἰκες, πρώτον, άρα γνωρίζουν ότι μια γυναίκα μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο (η Θεοδώρα έπεισε τον Ιουστινιανό να σφάξουν τους εξεγερμένους στη στάση του Νίκα, δεκάδες χιλιάδες), γνωρίζουν ότι μια γυναίκα που είναι ερωτευμένη θα επιδιώξει σχέση, αν δεν τα καταφέρει όμως θα τον εκδικηθεί με τον όποιο πιο σκληρό και ανηλεή τρόπο μπορέσει, θα τον φονεύσει δηλαδή συμβολικά, θα τον διώξει αφού τον παίξει πρώτα όπως η γάτα το ποντίκι. Ας σκεφτούμε επίσης ότι αυτή η απο τις γυναίκες επινοημένη εκδοχή δεν εστιάζει μόνο στη σχέση ασυνειδήτου-Κυριαρχίας αλλά και στα θύματα. Ηττημένες γυναίκες μας αφηγούνται την ιστορία, ηττημένες από Κυρίους και Κυρίες.
Θα πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε μεταξύ ερωτικού και κοινωνικού βαμπιρισμού, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι ενίοτε αυτές οι δύο μορφές συμπλέκονται, όπως ήδη επισημάναμε. Εάν τώρα στρέψουμε τη προσοχή μας μόνο στον ερωτικό βαμπιρισμό, θα αναγκαστούμε να φέρουμε στο προσκήνιο τις πιπιλιές στο λαιμό. Η ανάγκη του ερωτευμένου αρσενικού/θηλυκού να πιει το αίμα του άλλου, της άλλης, είναι τόσο
