6 Σεπτεμβρίου, 2013
χἀριζα καρπούζια χτες
‘ Άκου να δεις τι έγινε. Με πήρε τηλέφωνο χτες ο Στουρνάρας και μου λέει, Θανάση, σε παρακαλώ, στείλε μου ένα καρπούζι, από τα δικά σου, και του λέω, ρε συ, έλα να το πάρεις, εγώ θα στο φέρω; Με το τρένο θα έρθεις, μόνος σου, με το νυχτερινό, των δώδεκα πάρα πέντε, να βρωμάνε όλα τα βαγόνια ξύδια και χασίσια, κλανίδια και ιδρώτα, να κάτσεις κοντά σε κάνα άνεργο οικοδόμο – τι λες, πάτερ, θα φτάσει ζωντανός στην Καστανούσσα; ‘
Ο πάτερ (του πάτερ, τον πάτερ, οι πάτερ, η λέξη είναι άκλιτη στην ελληνική επαρχία), ο πρώτος που συνάντησα, με δεκαεφτά καρπούζια στη καρότσα, χαμογέλασε και πήρε το καρπούζι από τα χέρια μου. Ο γιος του δίπλα, ο Πέτρος, χαμογἐλασε κι αυτός – καλά, ο Πέτρος, δεκαπέντε χρονών, πάντα χαμογελάει, έχει είκοσι κατσίκια και θέλει να τα κάνει εκατό, δεν μπήκε ούτε ένα κατσίκι στο μποστάνι, να μην τον ευχαριστήσω; Είναι ξερικό, του λέω, τους έρριξα ένα κουβά νερό όταν τα φύτευα. Α, μου λέει, θα είναι καλό, και το κοίταγε λες και κρατούσε στα χέρια του κάνα υπερμέγεθες διαμάντι, μα την Παναγία τη Γλυκοφιλούσα. Άντε και του χρόνου, μου ευχήθηκε καθώς ανέβαινα στο τρακτεράκι, του χρόνου θα είσαι πιο οργανωμένος.
Χαίρονται οι άνθρωποι, το βλέπεις στο βλέμμα τους, λάμπει το πρόσωπό τους, όταν τους χαρίζεις κάτι, και μάλιστα τροφή, και χαίρονται όταν τους κάνεις να χαμογελάσουν και να γελάσουν. Τὀτε σε αγαπούν και θέλουν να σε βλέπουν. Ούτε να πεινάνε θέλουν οι άνθρωποι ούτε να κλαίνε, κακά τα ψέμματα. Για να γελάσουν όμως πρέπει να μιλήσεις, να τους πεις κάτι κι αυτό που θα το πεις πρέπει να είναι ένα ψέμα που εύκολα θα το αναγνωρίσουν.