https://www.youtube.com/watch?v=1XJ8XL56X0Q
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΘΥΕΛΛΗΣ θα είναι, σκέφτηκα, γεμίζοντας το ποτήρι με μπίρα. Είχα μετανιώσει που παρήγγειλα μπίρα αλλά ήταν αργά. Όταν έφυγα από το σπίτι δεν φυσούσε, δεν έκανε κρύο. Όταν παρήγγειλα στον γνωστό ρουφιάνο τον καφετζή της πλατείας Ελευθερίας (των Σερρών), μόλις τότε σήκωνε ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Μέχρι να μου φέρει τη μπίρα, γαμήθηκε ο Δίας. Θαύμα σας λέω, θαύμα! Πολύ αέρας, ξαφνικός και δυνατός και παγωμένος. Πού ήταν κρυμμένος, γαμώ του Χριστουλάκη τ΄; Έχυνα τη παγωμένη μπίρα στο ποτήρι κι έβριζα. Ένα κονιακάκι, ένα κονιακάκι ήταν ό,τι έπρεπε. Το κονιάκ πάει με τον αιφνίδιο, ισχυρό, κρύο αέρα, όχι μπίρα. Σκέφτηκα να πάω μέσα αλλά προτίμησα τον άνεμο από την τσιγαρίλα.
ΤΟΝ καιρό εκείνο, όταν ο Παύλος άρχισε να περπατάει και η Τασούλα να είναι έγκυος στην μέλλουσα Αποστολία, είχα τη συνήθεια να τελειώνω το γράψιμο και να βγαίνω αργά το βράδυ για ένα ποτάκι. Ένα, μα την Παναγία. Και όχι στο ίδιο μέρος. Είχα τελειώσει το βιβλίο για το ποδόσφαιρο και το αυτοκίνητο και έγραφα μια Εισαγωγή στη Γαμησιολογία. Μελετούσα Μαρκήσιο ντε Σαντ, μονότονη και κουραστική μελέτη, κουραστική όχι λόγω όγκου ύλης αλλά λόγω συνεχούς σηκωμάρας. Νιάτα, νιάτα! Σηκώνοντας το ποτήρι να πιω, βλέπω στο βάθος ένα φωταγωγημένο ογκώδες αντικείμενο και πίσω από αυτό να ακολουθεί πλήθος κόσμου.