για τη σύνθεση της ραψωδίας Α της Ιλιάδας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΔΙΑΤΥΠΩΣΑ χθες ένα ερώτημα αλλά δεν πρόλαβα να απαντήσω. Θα το κάνω σήμερα. Στη συνέλευση ο Αχιλλεύς ανακοινώνει την απόφασή του να αποσυρθεί από τον πόλεμο [στ. 240-4, 306-7] για να εκδικηθεί τον Αγαμέμνονα που του πήρε ένα μέρος της λείας του, τη Βρισηίδα, αφού αυτός αναγκάστηκε να απελευθερώσει την δική του αιχμάλωτη, τη Χρυσηίδα:  η απόσυρση του πιο αξιόμαχου συμμαχικού στρατεύματος όχι μόνο θα αποδυνάμωνε τον Αγαμέμνονα αλλά θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή την ίδια όλων των πολεμιστών.  Οι Αχαιοί πηγαίνουν την Χρυσηίδα στο χωριό της, τη Χρύση, και ο Αχιλλεύς κάθεται στη παραλία, βάζει τα κλάματα (δακρύσας [349], δάκρυ χέων [ 357], δάκρυ χέοντος [360], τέκνον, τί κλαίεις; [362]) και λέει τον πόνο του στη μάνα του τη Θέτιδα που ζει στα βάθη της θάλασσας. Η μάνα του τον ακούει, ανεβαίνει στην επιφάνεια και κάθεται κοντά του. Της αφηγείται εκτενώς τι έγινε και της ζητά να πάει στον Δία να τον εκλιπαρήσει να πάρει το μέρος των Τρώων. Η Θέτις ανεβαίνει στον Όλυμπο και ο Ζεύς της υπόσχεται πως θα το κάνει. Το ερώτημα; γιατί να ζητήσει από τη μάνα του να πάει στον Δία να τον εκλιπαρήσει να πάρει το μέρος των Τρώων όταν είναι βέβαιος ότι η απόσυρσή του θα σημάνει τον όλεθρο των Αχαιών;

ΕΑΝ ετίθετο μόνο αυτό το ερώτημα, πιθανόν να το προσπερνούσαμε. Υπάρχουν όμως άλλα δύο. Έχουμε δύο Αχιλλείς, τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους! Έναν οργίλο πολεμιστή, με αυτοπεποίθηση, αποφασισμένο να εκδικηθεί σκληρά τον Αγαμέμνονα που τον πρόσβαλε (στο πρώτο μέρος της ραψωδίας, στον τσακωμό του με τον Αγαμέμνονα, όπως διεξοδικά περιγράφει ο συνθέτης της ραψωδίας) κι ένα κλαψιάρη, κλαψομούνη ήρωα που κάθεται σα παιδάκι στη παραλία και κλαίει και ζητά τη βοήθεια της μάνας του.

Continue reading