1. Μια φράση (κατάρα) και ένα επίθετο θυμάμαι που έλεγε η μάνα μου: όταν τα είχε μαζί μου με καταριόταν, να σι φαν τα σκλιά να σι φαν· κι όταν ήθελε να πει κάτι για το παρελθόν, τα περασμένα, το αρχαίο μεταχειριζόταν το επίθετο κ α μ ι α φ ο ρ έ ν ι ο ς. Δεν το έχω βρει σε κανένα λεξικό, δεν την έχω διαβάσει ποτέ. Θ’ αρχίσω να το χρησιμοποιώ, να το ποιώ χρήσιμο.
2. Μόλις βγαίνω το πρωί στο μπαλκόνι να πιω καφεδάκι και να καπινίσω ένα τσιγαράκι, στις τέσσερις, στις τρεις και μισή, πριν ξημερώσει εννοώ, με παίρνει χαμπάρι ο κόκκορας και γίνεται χαμός. Ζούσα με το άγχος ότι θα μου τη πέσουν από τη γειτονιά. Γράφω ‘ζούσα’ γιατί σήμερα τον έσφαξα.