in θεωρία επανάστασης

η συγκέντρωση του παγκόσμιου πληθυσμού στις πόλεις και: η ανατροπή του καπιταλισμού, το πρόταγμα της αυτονομίας, ο αναρχισμός κ.α.

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΤΟ 2008 ο αστυκός (ή αστεακός, όχι αστικός) πληθυσμός, ο πληθυσμός που ζει στις πόλεις,  ξεπέρασε αριθμητικά αυτόν που δεν ζει στις πόλεις. Σήμερα, ζει στις πόλεις το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού ενώ το 2050 ενδέχεται να αγγίξει ή και να ξεπεράσει το 70%! Ο παγκόσμιος πληθυσμός δεν συγκεντρώνεται μόνο στις πόλεις αλλά συμβαίνει και κάτι άλλο.  Εάν δείτε τον χάρτη της Γης που  δείχνει τη συγκέντρωση του πληθυσμού, θα παρατηρήσετε ότι αυτές οι πόλεις είναι επίσης συγκεντρωμένες γεωγραφικά, με αποτέλεσμα κάποια μέρη της Γης να είναι άκρως πυκνοκατοικημένα ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη ο πληθυσμός μειώνεται ή  είναι ακατοίκητο. Ποτέ ο πλανήτης μας δεν ήταν τόσο ακατοίκητος όσο σήμερα, σήμερα που έχουμε ξεπεράσει τα 7 δις και το 2050, εάν ζω θα είμαι 90 χρονών, μπορεί και να ζω, θα ξεπεράσει τα 9 δις, εάν δεν αλλάξει κάτι δραστικά! Δεν είναι παράξενο;

ΝΟΜΙΖΩ πως η εξέλιξη αυτή δεν έχει διερευνηθεί, δεν έχει κατανοηθεί. Θα επιχειρήσουμε κάποια στιγμή μια ερμηνεία του φαινομένου. Πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η εξέλιξη αυτή, είναι ένα ζήτημα που αφορά και τη θεωρία της επανάστασης, του κοινωνικού πολέμου, του κοινωνικού μετασχηματισμού. Να το ερώτημα που οφείλουμε να διατυπώσουμε:  είναι δυνατόν, είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί μια επανάσταση, ένα πρόταγμα αυτονομίας, ένας αναρχισμός όταν ο πληθυσμός είναι συγκεντρωμένες σε πόλεις των είκοσι και τριάντα εκ., όπως το Τόκιο; Το 2050 θα υπάρχουν πάρα πολλές πόλεις με 30 εκ. κατοίκους ενώ το Τόκιο θα ξεπεράσει τα 50!

ΤΟ ερώτημα αυτό είναι κομβικής σημασίας αλλά δεν έχει διατυπωθεί και δεν έχει απαντηθεί. Δεν ξέρω γιατί. Θα το μάθουμε, πού θα πάει;  Εν τω μεταξύ, πολλοί θεωρητικοί της επανάστασης, της αυτοδιαχείρης, του κοινωνικού μετασχηματισμού, της αυτονομίας και του αναρχισμού ισχυρίζονται ότι εφ΄όσον υπήρχαν στο παρελθόν κοινωνίες εξισωτικές, μη κυριαρχικές, ακρατικές, ακέφαλες, γιατί να μην υπάρξουν και στο μέλλον; Θέλουν να πουν ότι δεν είναι άτοπη, παράλογη, δεν είναι αυταπάτη μια προσδοκία εφαρμογής του προτάγματος της αυτονομίας ή του αναρχισμού. Αποφεύγουν να μιλούν για βεβαιότητα. Όχι όμως και κάποιοι μαρξιστές, οι οποίοι γίνονται ολοένα και λιγότεροι –  και πολύ καλά κάνουν. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το μέλλον ανήκει στον κομμουνισμό ή στην αυτονομία ή στον αναρχισμό! Γιατί, φίλοι και φίλες, δεν είμαστε βέβαιοι και βέβαιες;  Γιατί εγκαταλείψαμε, και πολύ καλά κάναμε, τη βεβαιότητα;  Γιατί καταφύγαμε στην αόριστη δυνατότητα και στην επίσης αόριστη πιθανότητα;

ΟΣΕΣ και όσοι προσδοκούν την πραγματοποίηση του συνειδητού κοινωνικού μετασχηματισμού, του προτάγματος της αυτονομίας και του αναρχισμού αποφεύγουν να διατυπώσουν κάποια καίρια ερωτήματα. Θέλουν, μπορούν, φοβούνται ή όχι οι Υποτελείς  τον μετασχηματισμό, την αυτονομία, τον αναρχισμό;  Γιατί επί δυόμιση χιλιετίες δυτικής Κυριαρχίας οι Υποτελείς δεν  ‘άλλαξαν τον κόσμο’ κι όποτε τον άλλαξαν πολύ σύντομα ηττήθηκαν;  Πώς θα αντιμετωπιστεί η συντριπτική στρατιωτική, οπλική υπεροχή των Κυρίων; Πόλεμος είναι αυτός, κοινωνικός, μπορούμε να γνωρίζουμε την έκβασή του;  Και: μπορεί να αλλάξει ο κόσμος όταν αυτός είναι συγκεντρωμένος και ζει σε τόσο μεγάλες πόλεις; 

ΠΟΛΛΟΙ θεωρητικοί και ακτιβιστές της αυτονομίας και του αναρχισμού, να μη πω όλοι και όλες, είναι ακαδημαϊκοί ανθρωπολόγοι (Γκρέμπερ, Μπέρκλεϊ και άλλοι που δεν θυμάμαι και άλλοι που δεν γνωρίζω). Αυτοί επικαλούνται το επιχείρημα της αναλογίας: εφόσον στο μέλλον υπήρξαν αυτόνομες και ακρατικές και κομμουνιστικές και αναρχικές κοινωνίες, γιατί να μην υπάρξουν και στο μέλλον; Το επιχείρημα αυτό θα είχε κάποια αξία και κάποια λειτουργικότητα μόνο εάν υπάρξουν ή αναμένεται ότι θα υπάρξουν οι συνθήκες που επέτρεψαν τους ανθρώπους στο παρελθόν να ζουν σε κοινωνίες εξισωτικές, ακρατικές, κομμουνιστικές και αναρχικές: οι άνθρωποι ζούσαν σε μικρές ομάδες (των 20-40 μελών) ή σε μικρά χωριά (200-400 κατοίκων). Το επιχείρημα δεν έχει καμία αξία εάν η προσδοκία αυτή προβάλλεται στις σημερινές συνθήκες, στις πόλεις των 30 εκ. ανθρώπων.

ΠΟΙΟ είναι το πρόβλημα, φίλες και φίλοι;  Είναι ο συντονισμός, ο συντονισμός της κοινωνικής οργάνωσης και της κοινωνικής πρακτικής. Μια ομάδα μπορεί να λειτουργήσει και να αναπαραχθεί χωρίς συντονισμό αλλά πρέπει να είναι πολύ μικρή και η διάρκεια της πράξης μικρή. Δεν είναι κάτι το ανέφικτο. Αλλά είναι η εξαίρεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει διαφορά δυναμικού στη γνώση ή στην εμπειρία. Εάν πέντε οικοδόμοι φτιάξουν ένα σπίτι, μπορεί να μην υπάρξει συντονισμός της πράξης. Αλλά εάν ένας οικοδόμος και πέντε δάσκαλοι πάνε να φτιάξουν ένα σπίτι, ο οικοδόμος θα συντονίσει την όλη απόπειρα, την πράξη, την εργασία.  Ο οικοδόμος που γνωρίζει είναι ο συντονιστής. Χωρίς αυτόν δεν μπορούν οι δάσκαλοι να φτιάξουν σπίτι. Τώρα, ο οικοδόμος πρέπει να έχει προνόμια που κατέχει τη γνώση ή όχι; Όχι, βέβαια! Έτσι λέμε εμείς. Στο παρελθόν οι συντονιστές δεν είχαν προνόμια, εξουσία αλλά κάποτε είχαν και κυρίως είχαν. Εδώ βρίσκονται κάποιες ρίζες της κυριαρχικής σχέσης.

ΔΕΝ υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει κοινωνία χωρίς συντονισμό –  η διεύθυνση είναι κάτι άλλο, είναι συντονισμός με προνόμια. Όπου υπάρχει συλλογική ζωή, εκεί υπάρχει και συντονισμός. Το επιτελείο του στρατού είναι μια συντονιστική πρακτική. Το επαναστατικό κόμμα του Λένιν επιτελεί μια συντονιστική λειτουργία. Το κράτος επιτελεί πολλές συντονιστικές λειτουργίες. Εάν δεν διαθέτουμε ακόμα κάποια θεωρία του Κράτους, της καταγωγής και της λειτουργίας του, είναι γιατί δεν έχουμε μελετήσει και διερευνήσει το φαινόμενο του συντονισμού.

Ο οποίος συντονισμός κλιμακώνεται. Σε επίπεδο ομάδας ο συντονισμός είναι μια περιστασιακή πρακτική. Στους τροφοσυλλέκτες –  κυνηγούς, δεν θα μπορούσε να υπάρχει ομαδικό κυνήγι χωρίς συντονισμό:  οι εμπειροι κυνηγοί οφείλουν να υποδείξουν και να μάθουν κάποια πράγματα στους νεώτερους, να προσανατολίσουν τη δράση τους. Όσο πιο μικρή είναι μια ομάδα, τόσο πιο περιστασιακός και σύντομος είναι ο συντονισμός. Όσο μεγαλώνει αριθμητικά το μέγεθος της συμβίωσης, τόσο πιο επιτακτικός γίνεται και τόσο πιο μεγάλης χρονικής διάρκειας είναι. Κάποτε γίνεται μόνιμος, με μόνιμους συντονιστές.

Η μονιμότητα του συντονισμού είναι μία από τις πηγές της Κυριαρχίας και του Κράτους. Όταν οι αυτόνομες αγροτικές νεολιθικές κοινότητες στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο συνεργάστηκαν για να αρδεύσουν μεγαλύτερη επιφάνεια γης, ο συντονισμός μονιμοποιήθηκε, έγινε διαρκής. Το κέντρο του συντονισμού ήταν μια μεγάλη κεντρική αποθήκη τροφής, εργαλείων και πρώτων υλών, η οποία μετασχηματίστηκε σε Ναό και οι συντονιστές σε ιερείς, με τον επικεφαλής (λουγκάλ στη Σουμερία, φαραώ στην Αίγυπτο) να προσωποποιεί την μονιμότητα του συντονισμού, την Κυριαρχία. Αυτή είναι, φίλες και φίλοι, η προέλευση της αγροτικής Κυριαρχίας –  η οποία εμφανίστηκε και σε άλλα σημεία της Γης. Θα επανέλθουμε επί του ζητήματος.

Η μόνιμη εγκατάσταση σε χωριά και πόλεις, η οργάνωση της ζωής μεγάλου αριθμού κατοίκων, ήταν αδύνατη χωρίς την ύπαρξη συντονισμού. Πρέπει να εξασφαλιστεί η παροχή νερού, τροφής, η αποχέτευση, η αστυνόμευση, η συγκοινωνία, να φτιαχνούν δρόμοι, γέφυρες, κεντρικά κτίσματα (αποθήκες, ναοί κλπ). Εδώ ο συντονισμός δεν είναι απλός, είναι πολλών επιπέδων, κλιμακώνεται. Πέρα από τις πόλεις, το απολυταρχικό κράτος και κατόπιν το καπιταλιστικό, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μηχανισμός συντονισμού. Θυμάστε που υπήρχε και Υπουργείο Συντονισμού;  Τι κάνει μια κυβέρνηση;  Δεν συντονίζει το Κράτος που συντονίζει;  Να η κλιμάκωση του συντονισμού. Και αφού οι άνθρωποι συγκεντρώνονται στις πόλεις, Κράτος και κυβέρνηση δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να συντονίζουν την αναπαραγωγή των πόλεων, να συντονίζουν την παροχή τροφής, νερού, νερού, αποχέτευσης, ενέργειας, συγκοινωνίας, επικοινωνίας, καθαριότητας, περίθαλψης και άλλων.

ΟΠΟΤΕ, τελειώνοντας: ή το πρόταγμα της αυτονομίας και ο αναρχισμός και η προλεταριακή επανάσταση θα ανακινήσουν  το ζήτημα του συντονισμού και θα το θέσουν σε νέες βάσεις ή θα προσανατολιστούν προς τη στρατηγική αφενός της σταδιακής συρρίκνωσης των πόλεων μέσω της συγκρότησης κοινοτήτων που θα βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τις πόλεις και αφετέρου της προώθησης της ιδέας της διαμονής και στις πόλεις και στις μικρές κοινότητες.

Σχολιάστε ελεύθερα!