in 21ος αιώνας

οι μεταμορφώσεις της πόλης: τοπολογία της αρπαγής, της εργασίας και της αεργίας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΑΣ αρχίσουμε με την διατύπωση δύο ερωτημάτων. Γιατί πολλές πόλεις της κεντρικής Ευρώπης λήγουν σε -burg; Η απάντηση είναι γνωστή. Burg είναι το φρούριο, το κάστρο, ο πύργος (>burg). Το δεύτερο αυτό συνθετικό δηλώνει ότι ο πυρήνας πολλών πόλεων ήταν κάποιο φρούριο. Γιατί οι πόλεις αναπτύσσονται γύρω από ένα φρούριο;  Το δεύτερο ερώτημα: γιατί οι κατακτητές Μακεδόνες και αργότερα οι κατακτητές Ρωμαίοι έκτιζαν πόλεις μόλις κατακτούσαν μια περιοχή; Και δεν ήταν μόνο αυτοί! Όλοι οι κατακτητές της Δύσης όπου πατάνε το πόδι τους πόλεις κτίζουν, αυτό είναι το πρώτο τους μέλημα.  Θα μου πείτε γιατί ήταν πολιτισμένοι. Θα δούμε πόσο πολιτισμένοι ήταν. Ο πολιτισμός είναι μια λέξη που ο πυρήνας της είναι η πόλις. Ναι, η πόλις, όχι η πόλη! Ποια είναι η διαφορά, έχουν κάποια κοινά στοιχεία;

ΣΗΜΕΡΑ, φίλες και φίλοι, θα διαβάσετε μια σύντομη ιστορία της πόλης που θα σας παρακινήσει, νομίζω,  να σκεφτείτε κάποια πράγματα, μπορεί και να αναθεωρήσετε κάποια. Επειδή στο μέλλον όλα τα πράγματα θα γίνουν στις πόλεις, επειδή η παγκόσμια ιστορία θα επικεντρωθεί στις πόλεις, θα ασχοληθούμε πολλές φορές με αυτό το ζήτημα και συγκεκριμένα με τις πόλεις στον 21ο αιώνα. Μια συνεκτική ιστορία λοιπόν του φαινομένου είναι απαραίτητη. Πριν το κάνουμε θα επιχειρήσουμε να ορίσουμε την πόλη και να διευκρινίσουμε τον όρο τοπολογία.

ΑΡΧΙΚΑ έγραψα χωροταξία αλλά δεν με ικανοποίησε η έννοια αυτή. Η χωροταξία είναι μια πολιτική επέμβαση στον χώρο της πόλης ώστε να αρθούν κάποιες αντιθέσεις που δυσχεραίνουν την επιτήρηση και την καταστολή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χωροταξικής πολιτικής επέμβασης ήταν η καταστροφή του δαιδαλώδους Παρισιού του 19ου αιώνα σε ένα Παρίσι με ευθείες οδούς και τετράγωνα πολεοδομικά συγκροτήματα. Όπως γνωρίζουμε το βλέμμα και οι σφαίρες των πυροβόλων όπλων δεν στρίβουν στις καμπύλες των σοκακιών –  πολύ μεγάλο πρόβλημα για την επιτήρηση, την παρακολούθηση και την καταστολή των εξεγέρσεων. Ούτε  ο όρος πολεοδομία με ικανοποίησε, μιας και δεν μας ενδιαφέρει κατ΄ αρχήν η δόμηση της πόλης, η αρχιτεκτονική της πτυχή. Σκέφτηκα λοιπόν να μεταχειριστώ έναν όρο της μαθηματικής ανάλυσης, της άλγεβρας και της γεωμετρίας, την τοπολογία,  για να δείξω τα κοινά ομοιόμορφα χαρακτηριστικά της πόλης. Η τοπολογία είναι μελέτη των συνόλων στα οποία μπορεί να οριστεί μια έννοια κλειστότητας έτσι ώστε να διακρίνεται η συνέχεια. Ένα πολύ απλό τοπολογικό παράδειγμα: μπορούμε να μετατρέψουμε νοερά έναν κύβο σε σφαίρα αλλά όχι μια σφαίρα σε κύκλο –  ο κύκλος είναι τόπος άλλου επιπέδου. Βασικές έννοιες της τοπολογίας είναι η σύγκλιση, τα όρια, η συνέχεια, η συνεκτικότητα και η ομοιομορφία του συμπαγούς (συμπάγεια). Η πόλη δεν είναι μόνο χώρος αλλά και τόπος. Λέμε, είναι εκτός τόπου και χρόνου –  δεν λέμε, εκτός χώρου και χρόνου, έτσι δεν είναι;

ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ πολύ να διατυπώσουμε έναν ορισμό της πόλης. Πολλά φαινόμενα κοινωνικά δεν ορίζονται –  η θρησκεία, λόγου χάριν, η δικαιοσύνη, η φιλοσοφία και άλλα πολλά. Έχουν διατυπωθεί πάρα πολλοί ορισμοί και η αδυναμία μας να διατυπώσουμε έναν γενικά αποδεκτό ορισμό δεν οφείλεται στην πολυμορφία του οριζόμενου φαινομένου αλλά στην ίδια την έννοια του ορισμού, που επιχειρεί να θέσει όρια (ορίζω, ορισμός) αφήνοντας εκτός πολλά στοιχεία. Ο ορισμός είναι μια μορφή πνευματικής εκπτώχευσης, διανοητικής υστέρησης, είναι ένας τρόπος κατάργησης της εξάρτησης, η οποία κατάργηση της εξάρτησης είναι ένα από τα εντονότερα χαρακτηριστικά του δυτικού τρόπου σκέψης, της δυτικής Κυριαρχίας.

Η δυσκολία της διατύπωσης ενός ορισμού της πόλης εντοπίζεται και στη χρήση δύο διαφορετικών κριτηρίων. Εάν θέλω να αγοράσω ένα πλυντήριο, να πάω στην τράπεζα, να πάω στο παζάρι, στο ταχυδρομείο, θα πάω στη κοντινή Ροδόπολη, εκεί όπου θα πάνε και οι κάτοικοι των δεκαπέντε χωριών και οικισμών που βρίσκονται γύρω από αυτήν. Εάν δεν βρω κάτι που χρειάζομαι θα πάω στις Σέρρες ή στο Κιλκίς. Εάν κι αυτές δεν έχουν αυτό που χρειάζομαι, θα πάω στη Θεσσαλονίκη. Εάν όμως θέλω να αγοράσω ρίζα κουρκουμά, δεν θα βρω στη Σαλονίκη, θα βρω όμως στην Αθήνα. Με αυτή την έννοια, η Ροδόπολη είναι πόλη, είναι ένα αστεακό κέντρο, όχι αστικό, δεν υπάρχουν αστοί στη Ροδόπολη. Η Ροδόπολη όμως έχει 900, το πολύ, κατοίκους.  Είναι πόλη και δεν είναι πόλη –  και γι αυτό τη λέμε κωμόπολη, δηλαδή χωριό που είναι και πόλη. Ή, κεφαλοχώρι, το επί κεφαλής χωριό, το κέντρο συνάντησης μεταξύ των κοντινών χωριών. Από πληθυσμιακής έποψης η Ροδόπολη δεν είναι πόλη. Πόσους κατοίκους πρέπει να έχει για να είναι πόλη;  Το Κιλκίς με τους 20.000 κατοίκους είναι πόλη;  Είναι μικρή πόλη;  Η Αθήνα είναι μεγάλη πόλη, μεγαλούπολη αλλά το Λονδίνο είναι μητρόπολη, πόλη των πόλεων.

ΑΣ αρχίσουμε λοιπόν τώρα να εκθέτουμε την ιστορία της πόλης και τις μεταμορφώσεις της. Διακρίνω τρεις σαφέστατα διακριτές φάσεις της ιστορίας της δυτικής πόλης. Η πρώτη διήρκεσε μέχρι την βιομηχανική επανάσταση, η δεύτερη μέχρι στις μέρες μας όταν αρχίζει και η τρίτη. Κάθε φάση, κάθε περίοδος της πόλης έχει ένα σαφές χαρακτηριστικό, το οποίο δεν χάνεται, μπορεί απλά να συρρικνωθεί,  όταν αρχίζει μια νέα φάση. Το χαρακτηριστικό της πρώτης φάσης είναι η αρπαγή του κοινωνικού πλούτου, της δεύτερης η μισθωτή εργασία και της τρίτης, του 21ου αιώνα, η αεργία.

Η αρχική σημασία της λέξης πόλις ήταν φρούριο, οχυρό πάνω σε ψηλό και απόκρημνο βράχο –  εάν ήταν ιδιαίτερα υψηλό και απόκρημνο ονομαζόταν ακρόπολις. Κάτω από την ακρόπολη βρισκόταν το άστυ, που σημαίνει τόπος κατοικίας –  η Αθήνα λεγόταν κλεινόν (ένδοξο, φημισμένο) άστυ ή λιπαραί Αθήναι (πλούσιο άστυ των Αθηναίων). Ο Οδυσσεύς ‘πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα’ (Οδύσσεια, προοίμιο), δεν είδε πόλεις! Τον ένατο και όγδοο π. Χ. αιώνα οι πλούσιοι γαιοκτήμονες της Αττικής εγκαταστάθηκαν στο άστυ κάτω από την πόλιν, το φρούριο, τη σημερινή Ακρόπολη. Γιατί άφησαν τα κτήματά τους και εγκαταστάθηκαν στο άστυ; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μας το δίνει ο Πλάτων. Γράφει λοιπόν κάπου στην ‘Πολιτεία’ του –  τι θα γινόταν εάν αφήναμε το άστυ και πηγαίναμε να ζήσουμε με τις οικογένειάς μας στα χτήματά μας;  Δεν θα μας έκαναν κομμάτια οι δούλοι; Παραθέτω το εδάφιο από μνήμης αλλά θα το βρω και θα το σχολιάσουμε εκτενέστατα. Οι πλούσιοι δουλοκτήτες γαιοκτήμονες εκτατέλειψαν τους οίκους τους, οι οποίοι ήταν επίσης ένα είδος φρουρίου, περιτειχισμένης αγροικίας, και εγκαταστάθηκαν στο άστυ για τρεις λόγους: για να προστατευθούν από τους πολλούς δούλους (φόβος), για να συζητούν τα ζητήματα που αφορούν αφενός την αναπαραγωγή και ενίσχυση της Κυριαρχίας τους και αφετέρου τα ζητήματα  του πολέμου (πολιτική <πόλις),  και να βρίσκονται κοντά στην αγορά, όπου το κύριο εμπόρευμα που πουλιόταν και αγοραζόταν ήταν οι δούλοι. Άφησαν την διαχείριση των κτημάτων τους στους οικονόμους, δηλαδή σε δούλους που επιτηρούσαν τους παραγωγούς δούλους και συντόνιζαν την παραγωγική διαδικασία –  ώστε οικονομία σημαίνει πρωταρχικά επιτήρηση –  μας διαφεύγει, νομίζω, αυτή η πρωταρχική και κομβική σημασία. Ο πλούτος που αρπάζεται από την εργασία των δούλων καταναλώνεται στά άστη. Τα άστη δεν είναι μόνο ενδιαιτήματα των γαιοκτημόνων αλλά συντονιστικά κέντρα της αρπαγής του κοινωνικού πλούτου και τόπος συγκέντρωσης και  κατανάλωσης αυτής της κοινωνικής λείας.

ΟΤΑΝ τα άστη αποκτούν τείχη γίνονται πόλεις, φρούρια δηλαδή. Έχουμε την πολεοποίηση του άστεως. Η διαδικασία αυτή εντάθηκε κατά την ελληνιστική εποχή (330-30 π. Χ.). Από δω και πέρα δεν μιλάμε για άστη αλλά για πόλεις. Το κριτήριο δεν είναι πληθυσμιακό αλλά λειτουργικό. Η πρώτη πόλη από πληθυσμιακής έποψης ήταν η Αλεξάνδρεια –  μερικές εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Την οποία ίδρυσε ο Αλέξανδρος και οι κατακτητές Μακεδόνες. Οι οποίοι έκτιζαν πόλεις σε όποιες περιοχές κατακτούσαν. Έχτιζαν δηλαδή προκεχωρημένα φυλάκια, φρούρια σε εχθρικές περιοχές, και εκεί συγκέντρωναν και κατανάλωναν τον πλούτο, τη λεία, τους φόρους που επέβαλλαν στους οικισμούς των κατεκτημένων πληθυσμών. Τι έκτιζαν;  Αγορά, κυβερνητικά κτήρια, πολυτελείς οικίες, γυμναστήρια, ναούς, λουτρά, θέατρο, αργότερα ιπποδόμια  –  για τις ανάγκες τους και την ψυχαγωγία τους. Ποιοι τις έκτιζαν;  Οι δούλοι φυσικά, ποιοι άλλοι;

ΠΟΛΕΙΣ, προκεχωρημένα φυλάκια συντονισμού της αρπαγής και συγκέντρωσης και κατανάλωσης του αρπαγμένου κοινωνικού πλούτου έκτιζαν και οι Ρωμαίοι σε όλες τις περιοχές που κατακτούσαν στη Γαλλία, την Ισπανία, τη Γερμανία και την σημερινή Πορτογαλία –  η χώρα αυτή πήρε το όνομά της από δύο ρωμαϊκές πόλεις, το Πόρτους και το Κάλες, στις εκβολές ενός ποταμού που δεν θυμάμαι το όνομά του! Μετά την αποσύνθεση της ύστερης ρωμαϊκής κοινωνίας οι πλούσιοι γαιοκτήμονες εγκατέλειψαν τις πόλεις και εγκαταστάθηκαν στα κτήματά τους, σε οχυρωμένες τοποθεσίες, σε πύργους ψηλούς σαν λόφους, στα burg. Προς το τέλος της φεουδαρχικής εποχής, με την ανάπτυξη της γεωργίας και την αύξηση του κοινωνικού πλούτου, με την αύξηση του πληθυσμού και την αναβίωση και ανάπτυξη του εμπορίου, οι χώροι γύρω από τα ενδιαιτήματα των φεουδαρχών μετεξελίχθηκαν σε μικρές πόλεις, οι οποίες και τειχίσθηκαν, έγινα φρούρια. Ο μπουρζουάς είναι ο κάτοικος του burg, όπως ο πολίτης ήταν κάτοικος της πόλεως.

Η πόλη πια δεν είναι μόνο κέντρο συντονισμού της αρπαγής και τόπος κατανάλωσης της κοινωνικής λείας αλλά αρχίζει να πλαισιώνεται με νέες λειτουργίες –  εμπορικές και κυρίως παραγωγικές. Δεν έχασε τον προηγούμενο χαρακτήρα της, κατά κανένα τρόπο, απλά απέκτησε νέες λειτουργίες. Με την βιομηχανική όμως επανάσταση οι νέες αυτές λειτουργίες, της παραγωγής και της μισθωτής εργασίας, έγιναν κομβικές. Εκεί συγκεντρώθηκε όλη η βιομηχανική παραγωγή, η κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εκεί συγκεντρώθηκε το προλεταριάτο. Η καπιταλιστική πόλη είναι ο τόπος της βιομηχανικής παραγωγής, του εμπορίου και το ενδιαίτημα του προλεταριάτου. Όλα αυτά έπρεπε να είναι πολύ κοντά για να διευκολύνεται η συσσώρρευση και η αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου. Κι έτσι παρέμεινε μέχρι τις μέρες μας,. δηλαδή μέχρι πριν λίγες δεκαετίες.

ΜΕ την τρίτη βιομηχανική επανάσταση και την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του καπιταλισμού, περιορίζεται η βιομηχανική παραγωγή, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο (Ντιτρόιτ, για παράδειγμα, δεν είναι το μόνο) αλλά όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του παρελθόντος εντείνονται: παραμένει τόπος συντονισμού της αρπαγής του κοινωνικού πλούτου, τόπος συγκέντρωσης της κοινωνικής λείας, τόπος κατανάλωσής της,  αυξάνεται ο πληθυσμός τους (το [ευρύτερο]Τόκιο ξεπέρασε τα 30 εκ. και πάει προς τα 40 ολοταχώς). Ενώ στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης το 90% του πληθυσμού ζούσε στην ύπαιθρο της Ευρώπης, το 2008 παγκοσμίως αυτοί που ζουν στις πόλεις ήταν περισσότεροι από αυτούς που ζουν στην ύπαιθρο ενώ εκεί το 2050 θα συγκεντρωθεί το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού, εάν βεβαίως συνεχιστεί η παρούσα τάση. Μάλλον θα συνεχιστεί αλλά κανένας δεν γνωρίζει.

Το 2050 η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση θα  βρίσκεται στο απόγειό της. Στο απόγειό της όμως θα βρίσκεται και η κοινωνία της αεργίας. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού δεν θα εργάζεται και οι πόλεις θα είναι το ενδιαίτημα των άεργων πληθυσμών, που οι Κύριοι θεωρούν περιττούς, πλεονάζοντες, άχρηστους πληθυσμούς. Αυτό σημαίνει ότι όλος ο κοινωνικός πλούτος θα εισρέει στις πόλεις για να καταναλωθεί εκεί –  κυρίως ενέργεια και τροφή. Το μέλλον των πόλεων στον 21ο αιώνα θα εξαρτηθεί αφενός από την επάρκεια του κοινωνικού πλούτου και αφετέρου από το πώς θα αντιμετωπίσουν οι κυρίαρχοι τα πλήθη των αέργων. Εάν ο κοινωνικός πλούτος δεν επαρκέσει για την κάλυψη των πολύ βασικών αναγκών του πλήθους της αεργίας, οι πόλεις θα γίνουν οι τόποι της παγκόσμιας ιστορίας –  τόποι διεξαγωγής των εμφυλίων και μόνο πολέμων του 21ου αιώνα. Εάν επικρατήσει η εξοντωτική πολιτική και όχι αυτή των παραχωρήσεων, η οποία εξ αντικειμένου θα αστοχήσει λόγω της ανεπάρκειας του κοινωνικού πλούτου (η οποία μπορεί και να είναι τεχνητή  –  επιβολή της σπάνης), τότε και πάλι οι πόλεις θα γίνουν οι τόποι της διεξαγωγής των εμφυλίων πια και μόνο πολέμων του 21ου αιώνα.

Σχολιάστε ελεύθερα!