φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΕΙΧΑ προαναγγείλει το σημερινό θέμα σε κάποιον αναρχικό, γνωστό, δεν χρειάζεται να αναφέρω το όνομά του, δεν με ενδιαφέρουν τα πρόσωπα, και μου έκανε τις εξής υποδείξεις:
Ελπίζω να συμπεριλάβεις όλους τους δημόσιους υπαλλήλους που πληρώνονται από το κράτος, όχι μόνο τους καλλιτέχνες που παίρνουν πενταροδεκάρες. Επίσης να προτείνεις αναλυτικά τρόπους επιβίωσης των καλλιτεχνών, μην είναι μόνο σκέτη καταγγελία, να έχει και πρακτικές προτάσεις. Γράψε επίσης στην εισαγωγή αναλυτικά την δική σου οικονομική κατάσταση, αν και θεωρώ αυτονόητο πως το άρθρο σου θα πρέπει να συμπεριλάβει φορολογική ενημερότητα, τραπεζικούς λογαριασμούς και αναλυτική επαγγελματική σταδιοδρομία, ασφαλιστικές εισφορές, αριθμό ενσήμων και πιθανή κληρονομική περιουσία έτσι ώστε η κριτική σου να είναι καθαρή από κάθε είδους πιθανές αμφιβολίες.
ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΣΤΕ, φίλες και φίλοι, ότι ο αναρχικός που τα έγραψε αυτά δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν άποροι και ανασφάλιστοι, χωρίς τραπεζικούς λογαριασμούς, επαγγελματική σταδιοδρομια, ασφαλιστικές εισφορές, ένσημα, χωρίς κληρονομική περουσία. Εάν το γνωρίζει, σκέφτηκε ότι εγώ δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία και πρέπει να αναφέρω αναλυτικά την οικονομική μου κατάσταση! Με τη σειρά μας , εμείς δεν γνωρίζουμε πώς ζουν πολλοί αναρχικοί και αριστεροί – ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι! Είναι επιχειρηματίες, έχουν εισοδήματα από ακίνητα, παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις; Πλήρης άγνοια! Γιατί δεν μας το λένε; Γιατί το κρύβουν; Γιατί εμείς λέμε ότι ζούμε από αυτό κι από αυτό, έχουμε αυτό κι αυτό. Και σπίτι έχουμε και αυτοκίνητο έχουμε κι σπίτι στην παραλία του χωριού έχουμε και ταξιδάκι στο εξωτερικό μια φορά το χρόνο πάμε. Ντρέπονται; Ντρέπονται οι αναρχικοί γι’ αυτό που κάνουν, γι΄αυτό που είναι; Θέλουν να μας δώσουν μια διαφορετική εικόνα από την πραγματική; Παίζουν ένα ρόλο στο θέατρο της ζωής, όπως όλοι και όλες μας άλλωστε, αν και λίγοι και λίγες το συνειδητοποιούν;
ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ότι υπάρχουν αναρχικοί, όλων των φύλων, που παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις ή είναι κρατικοί υπάλληλοι. Μέλη Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, ερευνητές, καλλιτέχνες και άλλοι, που δεν γνωρίζω, ζητούν από το κράτος χρήματα, με τα οποία ζουν και καλύπτουν τα έξοδα των δραστηριοτήτων τους. Κάνουν αυτό που πιστεύουν, αυτό που τους αρέσει να κάνουν, αυτό που τους ενδιαφέρει, χωρίς να αναγκάζονται να εργαστούν ως μισθωτοί. Πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο αποφυγής της μισθωτής εργασίας, αυτής της κατάρας, αυτού του αίσχους. Άλλοι αναρχικοί είναι κρατικοί υπάλληλοι. Οι πρακτικές αυτές εγείρουν κρίσιμα και θεμελιώδη ερωτήματα, τα οποία πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε κατάματα και να διατυπώσουμε κάποιες απαντήσεις. Εμείς οι λίγοι και οι λίγες που συνεχίζουν να σκέφτονται για ζητήματα κοινωνικής επανάστασης και διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου. Μπορεί η σημερινή καπιταλιστική κρατική κοινωνία να μετασχηματιστεί σε μια κοινωνία χωρίς κράτος; Ποιες λειτουργίες επιτελεί σήμερα; Τι θα γινόταν, εάν σήμερα, ξαφνικά, διαλυόταν το κράτος – θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτό; Εάν είμαστε κατά του κράτους, εάν είμαστε αναρχικοί, ποια πρέπει να είναι η σχέση μας με αυτό; Να μην έχουμε καμία απολύτως σχέση μαζί του ή να εξαρτώμαστε από αυτό – ως αποδέκτες επιχορηγήσεων ή ως κρατικοί υπάλληλοι; Οι κρατικοί υπάλληλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή μήπως διακρίνονται οι μεν από τους δε; Τις συντάξεις και τα επιδόματα ανεργίας, πρόνοιας, τις επιχορηγήσεις, τις ενισχύσεις των αγροτών κι άλλων θυμάτων κοινωνικών ή φυσικών καταστροφών, ποιος τα χορηγεί, το κράτος ή η κοινωνία;
ΠΟΙΟΣ μου δίνει τα 216 ευρά τον μήνα που παίρνω ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, κοινωνικο επίδομα αλληλεγγύης (ΚΕΑ); Το κράτος ή η κοινωνία; Μου τα δίνει η κοινωνία μέσω του κράτους; Γιατί μου τα δίνει; Στις 30 Ιουνίου κατέθεσα στα ΚΕΠ Ροδόπολης τα δικαιολογητικά για τη σύνταξη απόρων και ανασφάλιστων, 409, 35 ευρά, και θα την πάρω μετά από δύο έως έξι μήνες. Ποιος θα μου τη δώσει αυτή τη σύνταξη; Πρέπει να την πάρω; Τι λέτε; Δεν έχω καμιά απολύτως ιδιοκτησία, δεν έχω σπίτι, δεν έχω αυτοκίνητο – ένα παπάκι χωρίς φώτα, μόνο μέρα κυκλοφορω. Είμαι άπορος. Δουλεύω από έντεκα χρονών, ποτέ πάνω από έξι μήνες τον χρόνο, έκανα, και συνεχίζω να κάνω, τις πιο βαριές δουλειές, τις πιο επικίνδυνες, τις πιο ανθυγιεινές, ολες άκρως απαραίτητες για την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Το έκανα για να μπορώ να έχω έξι μήνες το χρόνο τη δυνατότητα να σκέφτομαι, να διαβάζω και να γράφω – δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο, ούτε τα χρήματα ούτε τα αξιώματα, το γνωρίζετε. Πενήντα πέντε χρόνια τέτοιων εργασιών, με εξάμηνη εργασία, το τονίζω, είχα περίπου 1.000 ένσημα! Για να πάρεις την κατώτατη εθνική σύνταξη πρέπει να έχεις 4.500 ένσημα. Και σας ξαναρωτώ: πρέπει να την πάρω αυτή τη σύνταξη; Δε νομίζω να βρεθεί κανείς που να πει, όχι, δεν πρέπει να τη πάρεις! Για να πει όχι σημαίνει ότι δεν ξέρει τι είναι να κόβεις πορτοκάλια πρωί πρωί μήνα Ιανουάριο στη Σπάρτη και να μένεις σε εγκατελειμμένο σπίτι με άλλους δέκα, να κοιμάσαι στο πάτωμα και να παίρνεις λάδι από τους τάφους του κοντινού νεκροταφείου του χωριού Μαγούλα για να πίνεις τον χυμό σου, εσύ και τα παιδιά σου – βρομολινάτσα! Ποιος μου τη δίνει, γιατί – η κοινωνία, το κράτος ή η κοινωνία μέσω του κράτους; Τι σημαίνει, “μου δίνει η κοινωνία” ; Μου τη δίνει το κράτος για να αποτρέψει τυχόν κοινωνική αναταραχή ή ανταποκρίνεται στο γενικό κοινωνικό αίσθημα δικαίου – μήπως και τα δύο;
ΑΝΕΦΕΡΑ την περίπτωσή μου, η οποία είναι μία από τις πολλές που δημιουργούν αναπόφευκτα οι σχέσεις μας με το κράτος. Η επιλογή μου αυτή δεν καθορίστηκε από την κοσμοθεωρία μου, την ιδεολογία μου, την πολιτική μου στάση – δεν το έκανα επειδή είμαι αριστερός, κομμουνιστής, αναρχικός ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο είμαι. Το έκανα γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, δεν είχα άλλη επιλογή. Μου παρουσιάστηκαν πολλές ευκαιρίες να κάνω κάτι άλλο και να μη ζω στο περιθώριο της κοινωνίας, και να παίρνω τώρα 1200 ή 1500 ευρά σύνταξη, αλλά τις απέρριψα χωρίς δεύτερη σκέψη διότι δεν μπορώ να ασκήσω κάποιο επάγγελμα, είμαι ανίκανος, άχρηστος και ανάξιος – τι να κάνουμε τώρα; Πέρα από το ότι το θεωρώ κατάρα, καταστροφή της ύπαρξής μας. Και φαντάζομαι ένα κόσμο χωρίς επάγγελμα. Αν μου πείτε τώρα για τους γιατρούς κι άλλα απαραίτητα επαγγέλματα, δεσμεύομαι να σας απαντήσω, αφού σας ρωτήσω: μπορεί να είναι κάποιος γιατρός χωρίς να υπαρχει επάγγελμα “γιατρός”; Σκεφτείτε το και τα λέμε.
ΤΙ θα λέγαμε εάν ένας αναρχικός διοριζόταν στη ΕΥΠ, Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, ή γινόταν εισαγγελέας, δικαστής, δεσμοφύλακας στη φυλακή, είχε εισόδημα από πέντε ακίνητα, είχε μια μικρή επιχείρηση με πέντε εργάτες; Τι θα λέγαμε, τι θα σκεφτόμασταν, εάν μας έλεγε ότι είναι αναρχικός; Δεν θα μας το έλεγε. Θα ήταν αναρχικός; Τι λέτε; Εάν ήταν καθηγητής στο Λύκειο; Εάν δούλευε σε διαφημιστική εταιρεία; Αυτές οι περιπτώσεις δεν θα μας ενοχλούσαν – αν και το Λύκειο είναι ένας κρατικός μηχανισμός που παράγει υπάκουους και χρήσιμους υποτελείς και ο αναρχικός καθηγητής συμμετέχει σε αυτό, συμβάλλει. Εάν δούλευε στα ΚΕΠ ή στην καθαριότητα του δήμου; Ο εισαγγελέας είναι κρατικός υπάλληλος, ο εργαζόμενος στην καθαριότητα είναι δημόσιος υπάλληλος που τον πληρώνει το κράτος από τους φόρους που καταβάλλουμε εμείς. Εάν λέμε ότι είμαστε αναρχικοί, κάποιες εργασίες δεν μπορούμε να τις κάνουμε – εάν τις κάνουμε, θα πάψουμε να είμαστε αναρχικοί ή αριστεροί ή κομμουνιστές. Δεν μπορεί να είναι αριστερός το αφεντικό που έχει δέκα εργάτες.
ΚΑΠΟΙΑ δουλειά πρέπει να κάνουν και οι αναρχικοί, έτσι δεν είναι; Εκτός εάν έχουν εισοδήματα από κληρονομιά, από ακίνητα, μετοχές, τραπεζικές καταθέσεις. Να μην ασκούν κάποιο επάγγελμα; Να ασκούν! Να μην έχουν σπίτι; Να έχουν! Να μην έχουν αυτοκίνητο; Να έχουν! Να έχουν φιατάκι ή Αουντι; Θα προτιμούσαν Αουντι! Θα προτιμούσαν Μαζεράτι αλλά με αυτόν τον τρόπο θα έπρεπε να αλλάξουν κοινωνικό ρόλο, να πάψουν να λένε ότι είναι αναρχικοί. Εκτός κι αν αναρχία και Φερράρι είναι συμβατά! Να πηγαίνουν κανα δυο ταξιδάκια το χρόνο στο εξωτερικό; Να πηγαίνουν, γιατί να μην πηγαίνουν; Να πηγαίνουν μια και δυο φορές στο θέατρο και μετά σε καλό ρεστωράν να τρώνε σούσι; Να πηγαίνουν! Να ζουν όπως ζουν και οι άλλοι; Ναι, να ζουν όπως ζουν και οι άλλοι – άνθρωποι είναι και οι αναρχικοί και οι αντιεξουσιαστές και οι της αυτονομίας κοκ. Θα μπορούσαν να ζήσουν διαφορετικά; Όχι, βέβαια, δεν θα μπορούσαν; Διαφορετικά, δηλαδή πώς; Όπως έζησες και ζεις εσύ; Χωρίς επάγγελμα, με εξάμηνη εργασία, χωρίς αυτοκίνητο, παράγοντας ένα μεγάλο μέρος της τροφής σου και ζώντας, άρα, σε χωριό; Όχι, δεν θα μπορούσαν να το κάνουν, δεν το κάνουν και δεν θα το κάνουν. Δεν είναι όλοι μαλάκες και τρελοί σαν και σένα, Αθανάσιε!