φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΤΟ 1300 μ. Χ. είναι η χρονολογία που τέμνει την ιστορία του δυτικού πολιτισμού σε δύο εποχές- την εποχή της διατύπωσης επιθυμιών αύξησης της ισχύος (700 π. Χ. – 1300 μ. Χ.) και την εποχή της γένεσης του θεού (1300 μ. Χ. και εξής). Τι έγινε το 1300 μ. Χ.; Κατασκευάστηκαν τα πρώτα πυροβόλα όπλα, άρχισε δηλαδή η εκπλήρωση των επιθυμιών αύξησης της ισχύος που διατυπώθηκαν κυρίως στην Ιλιάδα, στο σπουδαιότερο, στο ιδρυτικό κείμενο του δυτικού πολιτισμού. Μετά μια διαδικασία συνεχούς αύξησης της καταστρεπτικότητας και φονικότητας των βλημάτων φτάσαμε στο σημείο με ένα μόνο βλήμα να μπορούμε να ισοπεδώσουμε μια μεγαλούπολη και να εξοντώσουμε τους περισσότερους κατοίκους της. Η ατομική βόμβα συνοψίζει τον ορθό λόγο και την δυτική επιστήμη: με λίγα μέσα να κάνεις πολλά σε λίγα δευτερόλεπτα. Το ισχυρότατο πυρηνικό όπλο δεν είναι το απόλυτο όπλο: ένα όπλο που το έχουν πολλοί δεν είναι απόλυτο όπλο. Το απόλυτο όπλο είναι ένα και το έχει μόνο ένας. Ποιο θα ήταν το ένα απόλυτο όπλο που θα το είχε μόνο ένας; Θα ήταν ένα βλήμα με το οποίο θα μπορούσαμε να καταστρέψουμε ολον τον πλανήτη και να εξοντώσουμε κάθε μορφή ζωής – αυτό θα ήταν το απόλυτο βλήμα. Μπορούμε να το κατασκευάσουμε; Όχι, δεν μπορούμε. Γιατί; Γιατί το απόλυτο είναι ανέφικτο, είναι απλά μια επιθυμία, μια διεστραμμένη επιθυμία ενός αδύναμου, ανίσχυρου συνόλου ανθρώπων. Ανίσχυρου, ανήμπορου δηλαδή να επιβιώσει, να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, να εκπληρώσει τις επιθυμίες του.
ΔΕν μπορούμε λοιπόν να κατασκευάσουμε το απόλυτο όπλο, ένα όπλο δηλαδή που να είναι υπεράνω φυσικών νόμων και περιορισμών, ορίων. Τι είναι το απόλυτο; Γιατί απόλυτο(ς) μπορεί να είναι μόνο ένα(ς); Εμείς μπορούμε να γίνουμε θεοί ή Θεοί; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των αρχαιοελληνικών θεών της Ιλιάδας και εβραϊκού Θεού της Παλαιάς Διαθήκης; Τη γνωρίζουμε πολύ καλά: οι αρχαιοελληνικοί θεοί είναι άνθρωποι, λίγο ψηλότεροι και ρωμαλεότεροι που τρώνε, πίνουν, νυστάζουν, πληγώνονται στη μάχη, ερωτεύονται, γαμάνε, οργίζονται, γελάνε και άλλα πολλά κάνουν – είναι άνθρωποι αθάνατοι που ζουν μακριά και ψηλά, στον ουρανό, είναι Ουρανίωνες. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν φαίνεται να κάνει τίποτα από όλα αυτά, φανταζόμαστε να μην κάνει – αν και τον φανταζόμαστε με ανθρώπινη μορφή, μιας και έχει στόμα και μιλάει, κεφάλι, πόδια, περπατάει, οργίζεται και ρίχνει εμπρηστικές βόμβες στα Σόδομα και τα Γόμορα. Αν αναρωτηθούμε τώρα ποιος είναι πιο ισχυρός, οι θεοί ή ο Θεός, δεν θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε: ο Θεός. Γιατί;
Ο Θεός είναι πιο ισχυρός από τους θεούς και οι θεοί πιο ισχυροί από τους ανθρώπους. Οι θεοί είναι πιο ισχυροί από τους ανθρώπους διότι έχουν καταργήσει τον θάνατο, είναι πιο ισχυροί από τη φύση, δεν έχουν καταργήσει όμως το φαγητό, το πιοτό, τον ύπνο, το γλέντι, τη μουσική, το τραγούδι, τον έρωτα και το γαμήσι. Δεν είναι τόσο εξαρτημένοι από τη φύση όσο οι άνθρωποι, που είναι απολύτως εξαρτημένοι, δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν – χωρίς αέρα, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας ο άνθρωπος πεθαίνει, το γνωρίζουμε αυτό, δεν έχουμε καμιά αμφιβολία. Αυτή την εξάρτηση μπορούμε να την δούμε ως συνθήκη, ως ανυπέρβλητη κατάσταση, ως όρο ύπαρξης του μέρους ενός όλου αλλά μπορούμε να την δούμε και ως αδυναμία, ελάττωμα, ατέλεια που πρέπει να διορθωθεί, ως πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί. Κάποιοι, κάποτε, για κάποιο λόγο είδαν την εξαρτησία από τη φύση ως αδυναμία και ατέλεια. Αυτοί οι κάποιοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες ποιμένες πολεμιστές της Ιλιάδας και οι Εβραίοι ποιμένες πολεμιστές της Παλαιάς Διαθήκης.
ΑΥΤΟΙ λοιπόν διαμόρφωσαν μια ποιμενική πολεμική κοσμοθεώρηση σύμφωνα με την οποία η επιβίωση οφείλεται στη νίκη. Η αρχαιοελληνική και η εβραϊκή κοινωνία ήταν πολεμικές κοινωνίες, ήταν κοινωνίες που ανά περιόδους δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν χωρίς την διεξαγωγή του πολέμου, χωρις την αρπαγή του κοινωνικού πλούτου και την εκδίωξη ή και εξόντωση των γειτόνων (γένος, φρατρία, φυλή, ομοσπονδία φυλών). Η επιβίωση ήταν ζήτημα νίκης. Και η νίκη ήταν ζήτημα ισχύος: επιβιώνει ο πιο ισχυρός. Ο αδύναμος ηττάται, τα χάνει όλα: ζωή, πλούτο, ισχύ. Κατά συνέπεια, η ήττα είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε έναν πολεμιστή. Και συμβαίνει συχνά – πάντα θα βρεθεί κάποιος ισχυρότερος. Μπορώ να εξαλείψω, να εξοβελίσω το ενδεχόμενο της ήττας, να είμαι εγώ πάντα ο νικητής; Πώς μπορώ να το κάνω αυτό; Εάν η ισχύς είναι ένα μέγεθος που αυξομειώνεται, πώς θα μπορούσα να την αυξήσω, εξαλείφοντας το ενδεχόμενο της μείωσης; Και: πόσο ισχυρός μπορώ να γίνω; Θα μπορούσα να γίνω απόλύτως ισχυρός; Τι είναι η απόλυτη ισχύς;
Ο μόνος τρόπος να αυξήσω την ισχύ μου είναι να γίνω πιο ισχυρός από τη φύση, να πάψω να εξαρτώμαι από τη φύση. Η φύση μου βάζει όρια και περιορισμούς κι αν τους υπερβώ θα γίνω ισχυρότερος και από τη φύση και από τους αντιπάλους μου – εξωτερικούς (πολέμιοι) και εσωτερικούς (εχθροί). Ποιος είναι ο σημαντικότερος περιορισμός; Ο θάνατος! Όταν πεθαίνω, ηττώμαι, τα χάνω όλα – ζωή, πλούτο, ισχύ. Εάν γίνω αθάνατος, θα γίνω αήττητος, πάντα θα νικάω, ποτέ δε θα ηττώμαι. Θα γίνω μερικώς πιο ισχυρός απο τη φύση (αθάνατος), ολικώς, απολύτως δεν μπορώ να γίνω και δεν θέλω. Ο έρωτας, το σεξ, ο ύπνος, η Μοίρα, η Νέμεση είναι δυνάμεις πιο ισχυρές από τους θεούς. Δεν μπορούσαν βέβαια να γίνουν αθάνατοι – μπορούσαν όμως να φανταστούν τον εαυτό τους αθάνατο, μπορούσαν να εκπληρώσουν φαντασιωσικά την επιθυμία τους: οι θεοί της Ιλιάδας είναι οι ήρωες πολεμιστές όπως θα ήθελαν να είναι: αθάνατοι άνθρωποι που τρώνε και πίνουν και ροχαλίζουν. Δεν μπορούσαν να φανταστούν τους εαυτούς τους χωρίς όλα αυτά, να μην είναι άνθρωποι, να μην είναι εξαρτημένοι από τη φύση. Δεν μπορούσαν να φανταστούν την απόλυτη ισχύ, την απόλυτη κατάργηση της εξαρτησίας από τη φύση. Η απόλυτη ισχύς είναι ανέφικτη, είναι ταυτόσημη με την ανυπαρξία, δηλαδή την απόλυτη αδυναμία. Το απόλυτο δεν μπορεί να υπάρξει, είναι απολύτως αδύνατο και απίθανο. , είναι απλά μια επιθυμία ολικής κατάργησης της εξαρτησίας από τη φύση. Που θα παραμείνει εσαεί επιθυμία.
ΚΙ όμως! Ένας ποιμενικός πολεμικός λαός, οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης, επιθύμησαν την ολική κατάργηση της εξαρτησίας από τη φύση, φαντάστηκαν ότι μπορεί να υπάρξει ο απολύτως ισχυρός. Η επιθυμία αυτή του ποιμένα πολεμιστή της Παλαιάς Διαθήκης εμφανίζεται ως Αποκάλυψη του Θεού. Όταν ο Μωυσής ρωτάει τον Θεό να μάθει το όνομά του, ο Θεός απαντά: Εγώ ειμι ο Ων (Έξοδος, 3. 13-14). Δηλαδή, εγώ είμαι ο απολύτως ισχυρός. Κι ως απολύτως ισχυρός δεν μπορεί παρά να είμαι ένας (Δευτερονόμιο, 6.4). Απολύτως σημαίνει ότι έχω εξαλείψει κάθε σχέση με τη φύση, έχω καταργήσει κάθε εξαρτησία από τη φύση, είναι υπεράνω σχέσεων, διαδικασιών, φυσικών νόμων, περιορισμών, ορίων. Ποιος όμως άνθρωπος θα μπορούσε να είναι απολύτως ισχυρός; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει απολύτως ισχυρός – να το επιθυμεί μπορεί, και μπορεί να εκπληρώνει αυτή την επιθυμία φαντασιωσικά. Εάν ο άνθρωπος γίνει απολύτως ισχυρός δεν θα υπάρχει πια, θα είναι απολύτως ανίσχυρος, ανύπαρκτος – μιας και η ύπαρξη είναι αποτέλεσμα της ισχύος. Και μόνο ένας απολύτως ανίσχυρος στη ζωή θα μπορούσε να φανταστεί την απόλυτη ισχύ – κι αυτός δεν ήταν παρά οι κατατρεγμένοι και ταλαιπωρημένοι, καταδιωγμένοι και νικημένοι Εβραίοι ποιμένες νομάδες.