in διάβασα διαβάζω θα διαβάσω

παππάκη, παππάκη! ένα φλογερό αμάξι!

Στην εισαγωγή του πολύτομου και πολύτιμου ερμηνευτικού υπομνήματος του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ (Cambridge University) στην Ιλιάδα, ο εκδότης Γκρέκορι Κέρκ (G.S. Kirk) σημειώνει ότι κάθε υπόμνημα είναι καταδικασμένο να ξεπεραστεί και να αντικατασταθεί. “Διότι”, τονίζει, “πως θα μπορούσε να υπάρξει ένα οριστικό υπόμνημα για ένα ποίημα τόσο μακροσκελές, ιδιοφυές και περίπλοκο, που πάντοτε μένει ανοικτό σε καινούργιες προσεγγίσεις; Αυτή η ιδέα της οριστικότητας έχει ζημιώσει σε αρκετές περιπτώσεις την κλασική φιλολογία, . . .” (Α΄τόμος, σελ. ix).  Οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι αυτό που ισχύει για το υπόμνημα, ισχύει και για τη μετάφραση. Κάθε μετάφραση της Ιλιάδας είναι καταδικασμένη μια μέρα να χαρακτηρισθεί απαρχαιωμένη, αν και δεν πρόκειται να χάσει ποτέ την αξία της, εάν έχει βέβαια κάποια. Εάν ο Γκρ. Κέρκ αναφέρει το παράδειγμα του μεγαλόπνοου, όπως το χαρακτηρίζει, υπομνήματος του Βάλτερ Λιφ (W. Leaf), που η δεύτερη έκδοσή του έγινε το 1900-2, εμείς, στο ζήτημα της μετάφρασης και τηρουμένων των αναλογιών, θα πρέπει να αναφέρουμε τη μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη –Ι.Θ. Κακριδή.

Η μετάφραση αυτή όσο σπουδαία και να είναι, είναι απαρχαιωμένη. Ένας εικοσάχρονος θα δυσκολευτεί να τη διαβάσει, ένας πενηντάρης  θα πρέπει να καταφεύγει πολύ συχνά σε πολύτομα λεξικά της ελληνικής γλώσσας για να βρει τι σημαίνει η λέξη, λόγου χάριν, ορδινιάζαν. Εάν είσαι γέρος Κρητικός, εάν έχεις μελετήσει τον Ερωτόκριτο, εάν γνωρίζεις λατινικά, εάν έχεις στο σπίτι σου το λεξικό του Δημητράκου, θα καταλάβεις τι εννοεί ο μεταφραστής. Πιθανόν τα συμφραζόμενα να σε βοηθήσουν, αλλά πάμπολλες φορές δεν αρκούν. Παρ΄ όλα αυτά, αν και απαρχαιωμένη, η μετάφραση είναι προς το παρόν αξεπέραστη. Και είναι αξεπέραστη διότι έχει ενσωματώσει, έχει καταγράψει όλα τα πορίσματα της ομηρικής φιλολογίας και άλλων σχετικών και σχετιζόμενων με αυτήν κλάδων μέχρι την εποχή που εκπονήθηκε (το 1955-6, αν δεν κάνω λάθος). Από τότε, τα πορίσματα της ομηρικής φιλολογίας ήταν πολλά και λαμπρά, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο σημείο ολοένα και περισσότεροι ομηριστές να συμφωνούν σε ολοένα και περισσότερα, γενικά και ειδικά, ζητήματα, αν και πολλά από αυτά παραμένουν αδιευκρίνιστα και ασαφή. Λίγοι είναι σήμερα αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια  συντέθηκαν από τον ίδιο αοιδό-ποιητή, λίγοι είναι αυτοί που αρνούνται ότι η Ιλιάδα είναι η μεγαλειώδης κατάληξη μιας μακράς προφορικής παράδοσης, λίγοι είναι αυτοί που αρνούνται ότι ο συνθέτης της Ιλιάδας χειρίζεται με ευέλικτο και προσωπικό τρόπο το παραδοσιακό και άκαμπτο προφορικό υλικό που κληρονόμησε από τους προκατόχους του   Όσο όμως κι αν ήταν, κι αν είναι και στο μέλλον,  πολλά και λαμπρά τα πορίσματα της ομηρικής φιλολογίας, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε τις μεταφραστικές δυσκολίες. Η πιο σημαντική δυσκολία είναι η μετάφραση των λογότυπων, των παραδοσιακών στερεότυπων εκφράσεων. Η εκφραστική μονάδα της Ιλιάδας δεν είναι η λέξη αλλά ο λογότυπος  – μια στερεότυπη και επί αιώνες (ή και δεκαετίες) χρησιμοποιούμενη στερεότυπη φράση, που μπορεί να είναι μια λέξη ή ένας ολόκληρος στίχος (ή και περισσότεροι), με τον συνδυασμό επιθέτου και ονόματος να αποτελεί τον βασικό κορμό. Κατά μία έννοια, ο λογότυπος είναι μη μεταφράσιμος από τη στιγμή που είναι αδύνατον να τον αποσώσουμε με σύγχρονο λογότυπο: μια λογοτυπική, με την γενική σημασία του όρου, από την αρχή μέχρι το τέλος Ιλιάδα θα πρέπει να μεταφραστεί με εργαλεία της προσωπικής ποίησης! Ο μεταφραστής βρίσκεται αντιμέτωπος με χιλιάδες παραδοσιακούς λογότυπους που πρέπει να αποδώσει με προσωπικό τρόπο. Για να κατανοήσετε το δράμα του αρκεί να αναφέρω ότι μέσα σε 8 στίχους (Ι 434-41) υπάρχουν 14 λογότυποι!* Ο ιδιοφυής χειρισμός από τον αοιδό-ποιητή του παραδοσιακού λογοτυπικού υλικού έχει ως αποτέλεσμα “τη δημιουργία ίσως του πιο κομψού αφηγηματικού ύφους στη λογοτεχνία”*. Καμιά μετάφραση δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδώσει αυτό το ύφος – απολαμβάνουμε την Ιλιάδα μόνο από το  πρωτότυπο και η απόλαυσή της προϋποθέτει τουλάχιστον μια δεκαετή μελέτη της . . .  Μεταφράζουμε την Ιλιάδα μόνο και μόνο για να τη διαβάσουν όσοι δεν (μπορούν να) έχουν πρόσβαση στο κείμενο. Καμιά μετάφραση δεν μπορεί να αποδώσει τη φρίκη που αποπνέουν οι έξοχοι, οι συγκλονιστικοί Π 306-350, όπου μέσα σε 45 στίχους 8 Αχαιοί σκοτώνουν ισάριθμους Τρώες χωρίς την παραμικρή επανάληψη κάποιων λεπτομερειών, ένα μοναδικό επίτευγμα που οφείλεται στην μεγαλοφυή, στην ανεπανάληπτη σύμφυρση παραδοσιακού λογοτυπικού υλικού.  Πέραν τούτου, είμαστε βέβαιοι πια ότι πολλές από αυτές τις στερεότυπες εκφράσεις ήταν τόσο απαρχαιωμένες, μερικές μυκηναϊκής προέλευσης,* που οι ίδιοι οι αοιδοί και οι ραψωδοί της αρχαϊκής εποχής (750-500 π.Χ.) δεν μπορούσαν να κατανοήσουν. Όταν θα έρθει η ώρα να μεταφράσει τον στίχο Ι 440 ο μεταφραστής θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον λογότυπο ομοιΐου πολέμοιο και θα σηκώσει τα χέρια. Θα αναγκαστεί να αποδώσει τη λέξη βασιζόμενος στα συμφραζόμενα και όχι στη γνώση της σημασίας της. Πολλές από αυτές εμείς σήμερα  τις κατανοούμε, αλλά δεν είναι και λίγες αυτές που παραμένουν ακατανόητες. Πως να μεταφράσεις κάτι που δεν μπορείς να κατανοήσεις; Ο μεταφραστής της Ιλιάδας θα πρέπει να βρει λύσεις σε αυτά τα προβλήματα, αλλά λύσεις δεν υπάρχουν. Αναγκαζόμαστε λοιπόν να αποδώσουμε τους λογότυπους με προσωπικό τρόπο και να βασιστούμε πολύ συχνά στο συγκείμενο και στη διαίσθηση.

Τη χρονιά που μας πέρασε είδε το φως της δημοσιότητας μια ακόμα μετάφραση της Ιλιάδας, 55 χρόνια μετά τη μνημειώδη μετάφραση των Καζαντζάκη-Κακριδή (Κ-Κ). Πρόκειται για τη μετάφραση των δώδεκα πρώτων ραψωδιών που εκπόνησε ο Δ. Μαρωνίτης (Δ.Μ.) και φανταζόμαστε ότι θα ακολουθήσει και η μετάφραση των υπολοίπων δώδεκα (από τις εκδόσεις Άγρα) Πρόκειται για μια μετάφραση που προορίζεται για ένα αναγνωστικό κοινό υψηλού μορφωτικού επιπέδου, για την πνευματική ελίτ, μιας και μόνο η ελίτ αυτή μπορεί να κατανοήσει τόσα πολλά αμετάφραστα ή ελαφρά τροποποιημένα επίθετα λογοτύπων: αιγίοχος, εκηβόλος, λευκώλενη, μεγάθυμοι, ωκύποδος, άνακτα, νεφεληγερέτης, χαλκοχίτωνες, ωκύμορος, ωκύπορα, χαλκόβατο, ροδοδάχτυλη, καλόσελμα, μεγαλόφρονος, ιππόδαμος, τερπικέραυνος, κορυθαίολος, ιππόβοτος, επίκουρος, υψίζυγος, ιππήλατος, και άλλα πολλά. Οι Κ-Κ κάνουν τον κόπο και τις μεταφράζουν αυτές τις λέξεις. Ο Δ.Μ. θεωρεί ότι τις γνωρίζουμε, κι αν δεν τις γνωρίζουμε οφείλουμε να τις μάθουμε (και, λογικά, να τις χρησιμοποιούμε). Μία από αυτές κάνει το κόπο να τη μεταφράσει, δηλαδή άλλοτε τη μεταφράζει κι άλλοτε όχι. Είναι σαφές τι σημαίνει το επίθετο χαλκοχίτωνες: χάλκινοι χιτώνες. Λοιπόν, το επίθετο το διαβάζουμε 31 φορές στην Ιλιάδα, 22 στις 12 πρώτες ραψωδίες (Α-Μ). Ελάτε τώρα να δούμε ποια τύχη επιφυλάσσει στο επίθετο ο  Κύριος καθηγητής. Από τις 22 φορές, δύο (Β 187, Η 444) είναι σαν να μην υπάρχει. Δέκα φορές το αφήνει αμετάφραστο. Είναι πολύ σαφές τι σημαίνει, έτσι δεν είναι; Τις άλλες δέκα φορές το μεταφράζει. Από αυτές, τρεις φορές (Β 47 Δ 537 Ε 180) οι χαλκοχίτωνες πολεμιστές  φοράνε χάλκινα πουκάμισα! Αυτό θα πει σύγχρονη μετάφραση! Δυο φορές (Μ 352, 354) είναι ντυμένοι στο χαλκό κι άλλη μια (Ζ 454) είναι χαλκοντυμένοι , όπως άλλοι σήμερα είναι κακοντυμένοι. Μια φορά (Β 487) είναι χαλκοφορεμένοι ( κατά το πολυφορεμένοι), άλλη μια φορά (Δ 285) φοράνε χάλκινους χιτώνες και δυο φορές (Β 163 Η 275) οι χαλκοχίτωνες γίνονται οπλισμένοι! Μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει ντυμένοι στο χακί αλλά ντυμένοι στο χαλκό; Είμαστε όμως βέβαιοι ότι οι Αχαιοί φορούσαν χάλκινους χιτώνες; Κάθε άλλο! Είμαστε βέβαιοι ότι δεν φορούσαν. Και τι φορούσαν; Φορούσαν χιτώνες τους οποίους κάλυπταν με μεγάλα και μικρά μεταλλικά (ορειχάλκινα) ελάσματα. Με τον ίδιο τρόπο κάλυπταν και τις δερμάτινες περικεφαλαίες*. Ο λογότυπος Αχαιών χαλκοχιτώνων πλάστηκε κατά την μυκηναϊκή εποχή και περιγράφει μια συγκεκριμένη πρακτική του αμυντικού οπλοστασίου. Από τη μια αποδίδει πως φαίνονταν από μακριά αυτοί οι καλυμμένοι με χάλκινα ελάσματα χιτώνες αλλά και τονίζει την ποσότητα του χαλκού που διέθεταν ή θα ήθελαν να διαθέτουν οι Αχαιοί. Κι ενώ αυτή η αμυντική πρακτική λησμονήθηκε, ο λογότυπος επιβίωσε μέσω της προφορικής παράδοσης, χωρίς όμως να γίνεται και κατανοητός. Πως να μεταφράσουμε λοιπόν τον λογότυπο Αχαιών χαλκοχιτώνων; Ένας γνήσιος λογότυπος δεν πρέπει να μεταφράζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο κι αυτό κάνουν οι Κ-Κ: οι χαλκοχίτωνες είναι πάντα χαλκοθώρακοι ή χαλκοθωρακάτοι. Από την άλλη, οι  κάρη κομόωντες Αχαιοί (-ας Αχαιούς,  22 φορές στις ραψωδίες Α-Μ) είναι πάντα μακρόμαλλοι (Κ-Κ) ή μακρυμάλληδες (Δ.Μ).

Είναι βέβαιος ο μεταφραστής τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης, όποιος κι αν είναι αυτός,  όταν διαβάζει (Α 202) κόρη του αιγίοχου Δία; Είναι βέβαιος ότι ο αναγνώστης καταλαβαίνει ό,τι και ο Κύριος καθηγητής; Δηλαδή, τον κάτοχο της αιγίδας, της ασπίδας; Είναι βέβαιο ότι η λέξη αιγίοχος δηλώνει τον κάτοχο της αιγίδας, της ασπίδας; Μα, Κύριε καθηγητά, εάν σήμαινε κάτι τέτοιο η λέξη, θα είχαμε αιγιδούχος (πρβλ. κλείς>κλειδούχος) και όχι αιγίοχος. Το πρώτο συνθετικό δεν είναι η λέξη αιγίς αλλά η αρχαιότατη λέξη *αιξ, που σημαίνει ό,τι και η αιγίς, την κατ-αιγίδα. Το δεύτερο συνθετικό δεν παραπέμπει στο ρήμα έχω (*hέχω < *σέχω) αλλά στο ρήμα *Fέχω (λατ. veho, πρβλ. όχος, οχά), που σημαίνει “οδηγώ”*. Εκτός από τον κεραυνό, ο Δίας έλεγχε και την κίνηση των σύννεφων (νεφεληγηρέτης, )  και θεωρούνταν, το διαβάζουμε πολύ συχνά στην Ιλιάδα,  ο υπαίτιος της θύελλας, της βροχών και των χιονοπτώσεων. Αιγίοχος λοιπόν είναι ο οδηγός της καταιγίδας, είναι αυτός που φέρνει την καταιγίδα και θα μπορούσαμε πολύ όμορφα να μεταφράσουμε, κόρη του Δία, του οδηγού της καταιγίδας.

Πως να μεταφράσουμε τον λογότυπο χρυσόθρονος Ήρη; Είναι πολύ απλό: η Ήρα με το χρυσό θρόνο. Και οι Κ-Κ και ο Δ.Μ μεταφράζουν η χρυσόθρονη. Να όμως που δεν είναι έτσι! Η Ήρα δεν κάθεται ποτέ σε  θρόνο, ο Δίας κάθεται! Η Ήρα κάθεται σε κάθισμα (κλισμός ). Μια μυκηναϊκή λέξη που δηλώνει κάποια γιορτή, τα θρονοελκτήρια (to-ro-no-e-ke-te-re-ja, ) μας βοήθησε να κατανοήσουμε ότι δεν πρόκειται για το ουσιαστικό ο θρόνος αλλά τό θρόνον, που είναι το πέπλο. Η Ήρα δεν καθόταν σε χρυσλο θρόνο αλλά φορούσε ένα πέπλο που ήταν διακοσμημένο με χρυσό. Φαίνεται πως η διδακτορική διατριβή του Ι. Προμπονά [Η μυκηναΪκή εορτή *θρονοελκτήρια (to-ro-no-e-ke-te-ri-jo) και η επιβίωσις αυτής εις τους ιστορικούς χρόνους. Αθήνα, 1974] , που αποδεικνύει ότι πρόκειται περί πέπλου και όχι περί θρόνου, πέρασε απαρατήρητη.

Ένα από τα επίθετα της ασπίδας είναι και το αμφιβρότη. Τα συμφραζόμενα μας λένε ότι η αμφιβρότη ασπίδα είναι μια μικρή στρογγυλή ασπίδα. Τι σημαίνει αμφιβρότη; Είναι πολύ απλό: Σημαίνει “ολόσωμη” (αμφί, βροτός). Οι Κ-Κ, το 1955,  μεταφράζουν “που σκέπει (σκεπάζει, καλύπτει) τους άνδρες”. Εν τω μεταξύ όμως η έρευνα έδειξε ότι, πρώτον, εάν το δεύτερο συνθετικό ήταν το βροτός θα έπρεπε να είχαμε αμφιμβρότη, όπως άμβροτος, αμβρόσιος, αμβροσία κλπ., ότι, δεύτερον,  βροτός δεν σημαίνει ποτέ “σώμα” αλλά “θνητός” (χαρακτηρίζει και άνδρες και γυναίκες) και ότι, τρίτον, η λέξη αμφίβοτος που διαβάζουμε στα μυκηναϊκά αρχεία* κρύβεται πίσω από τη λέξη αμφίβροτος. Προφανώς, με το πέρασμα του χρόνου η λέξη αμφίβοτος ήταν ακατανόητη και έγινε αμφίβροτος. Ο Δ.Μ είναι βέβαιος ότι η ασπίς αμφιβρότη είναι ολόσωμη, δηλαδή μεγάλου μεγέθους (λόγω του δεύτερου συνθετικού)  και κυκλική (λόγω της πρόθεσης αμφί) και μεταφράζει τον μυκηναϊκής προέλευσης λογότυπο άλλοτε ως ολόσωμη ασπίδα (Β 389  Λ 32 και Μ 402) κι άλλοτε ως κυκλική ασπίδα(Ε 797). Αγωνιούμε να δούμε ποια τύχη θα έχει ο προκείμενος λογότυπος στον στ. Υ 281.

Στον Ε 745 η Ήρα ες δ’ όχεα φλόγεα ποσί βήσετο. Οι Κ-Κ μεταφράζουν: κι ανέβηκε στ΄ αμάξι της. Δεν μεταφράζουν το επίθετο φλόγεα  και το ουσιαστικό ποσί. Δυσκολεύτηκαν να μεταφράσουν το φλόγεα, γεμάτο με φλόγες και προτίμησαν να σιωπήσουν; Όχι! Στον Θ 389, όπου ξαναδιαβάζουμε τον στίχο,  αποδίδουν το φλόγεα με το λιόφωτο, δηλαδή λαμπρό. Θεώρησαν το ποσί (με τα πόδια) αφόρητη περιττολογία; Μάλλον. Ο Δ.Κ. μεταφράζει: Ανέβηκε μετά στο φλογισμένο αμάξι πατώντας με το πόδια της. Έχει καλώς. Ο στίχος είναι ταυτόσημος με τον Θ 389, τον οποίο μεταφράζει ως εξής: τέλος, πατώντας με το πόδι της, ανέβηκε στο φλογερό αμάξι. Φλογισμένο αμάξι; Φλογερό αμάξι; Τι εννοεί ο ποιητής και δεν κατάλαβε ο μεταφραστής;  Η φωτιά στην Ιλιάδα είναι μετωνυμία της λάμψης, όπως το φως της ημέρας δηλώνει τη σωτηρία, μιας και το σκοτάδι της νύχτας προκαλεί ανησυχία λόγω της μη θέασης του εχθρού. Ολόλαμπρο αμάξι! Τόσο απλά. Το αμάξι της ήταν από χρυσό, ασήμι και χαλκό και έλαμπε, ήταν ολόλαμπρο, δεν ήταν ούτε φλογισμένο, ούτε φλογερό! Και αυτό το ποσί, πατώντας με τα πόδια της, τι είναι; Στα μυκηναϊκά αρχεία διαβάσουμε τη πρόθεση ποσί που είναι η γνωστή μας προς, που εμφανίζεται  και με τη μορφή προτί και ποτί. Ποσί βήσετο δεν σημαίνει ανέβηκε με τα πόδια αλλά απλώς ανέβηκε, προς βήσετο, ανά βήσετο (προσβαίνω, αναβαίνω). Η μυκηναϊκή πρόθεση ποσί λησμονήθηκε και οι αοιδοί, όπως και εμείς, την εκλάβαμε για τη δοτική πληθυντικού του ουσιαστικού πους (πόδι).

Θα παραθέσω δυο ακόμα, από τα αναρίθμητα,  σοβαρότατα ατοπήματα  που μπορεί να επισημάνει και ένας αναγνώστης που δεν έχει πρόσβαση στο αρχαίο κείμενο – το οποίο δεν παρατίθεται. Στον Ζ 1 διαβάζουμε: Τότε απομονώθηκε η άγρια σύρραξη Τρώων και Αχαιών, κλπ. Τι σημαίνει απομονώθηκε η σύρραξη; Τι θα καταλάβει ο αναγνώστης, είτε αρχίζει είτε όχι την ανάγνωση από εκείνο το σημείο; Ο Δ. Μ.  μεταφράζει πιστά, πιστότατα: Τρώων δ’ οιώθη και Αχαιών φύλοπις αινή. Και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Οι Κ-Κ είναι πιο σαφείς διότι δεν μεταφράζουν πιστά: Έτσι απομείναν πια στον πόλεμο μονάχοι οι Τρώες κι οι Αργίτες. Πολεμούσαν κι άλλοι κι έφυγαν; Ποιοι ήταν αυτοί; Ο στίχος ανακεφαλαιώνει την κατάληξη της προηγούμενης ραψωδίας (Ε 835-909): η Αθηνά και η Ήρα, αφού εκτελέσουν την αποστολή τους, αποσύρονται από το πεδίο της μάχης και επιστρέφουν στον Όλυμπο. Οι Κ-Κ πράγματι ανακεφαλαιώνουν το τέλος της Ε: κατανοούμε ότι κάποιοι αποσύρθηκαν, κι ας μη θυμόμαστε ποιοι ήταν αυτοί· ο Δ. Μ.  δεν το κάνει και προκαλεί σύγχυση.

Από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα μαθαίνουμε ότι κατά την αρχαϊκή εποχή (750-500 π.Χ.) τα μικρά παιδιά, μα και οι κοπέλες,  φώναζαν τον πατέρα τους πάππα. Στην Οδύσσεια, η Ναυσικά αποκαλεί τον πατέρα της πάππα (ζ 57), ενώ το ρήμα παππάζω της Ιλιάδας (Ε 408) παραπέμπει ευθέως στην παιδική προσφώνηση. Σήμερα, δεν λέμε πάππα αλλά προτιμάμε το τούρκικης προέλευσης μπαμπά – και όχι μόνο τα μικρά παιδιά. Αυτά, τον αποκαλούν και μπαμπάκα, μπαμπακούλη, ενώ το Κολλητήρι φωνάζει τον πατέρα του, τον Καραγκιόζη, μπαμπάκο.  Πως να μεταφράσουμε άραγε την οδυσσειακή προσφώνηση πάππα φίλε; Ο Ιακ. Πολυλάς την αποδίδει με το πατέρα, ο Δ. Μαρωνίτης με το κύρη μου ακριβέ, ο Ζ. Σιδέρης με την φράση καλέ παπάκη. Δεν θυμάμαι να φώναξα ποτέ τον πατέρα μου παπάκη – δεν ξέρω εσείς αν τον αποκαλέσατε ποτέ με αυτό το τρόπο. Τα παιδιά μου δε με φώναξαν ποτέ παπάκη, ούτε κι έχω ακούσει άλλα παιδιά να προσφωνούν με αυτό το τρόπο τον πατέρα τους. Στην Ιλιάδα (Ε 382-415), η Διώνη παρηγορεί και εμψυχώνει την τραυματισμένη από τον Διομήδη κόρη της, την Αφροδίτη, και κάποια στιγμή της λέει ότι ο Διομήδης είναι νήπιος (άμυαλος, ανόητος) διότι δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι, όποιος τα βάζει με τους αθάνατους, η ζωή του είναι σύντομη, δεν προλαβαίνει να επιστρέψει στο σπίτι του, να πάρει τα παιδιά του στα γόνατα και να τα ακούσει να παππάζουσιν, να τον φωνάζουν με λαχτάρα πάππα. Οι Καζαντζάκης-Κακριδής αποδίδουν το παππάζουσιν με τη φράση πατέρα να τον κράζουν, ενώ η Όλγα Κομνηνού-Κακριδή προτιμά τον φωνάζουν μπαμπά. Ο Δ. Μ μεταφράζει: όποιος μάχεται θεούς, λίγη η ζωή του και δεν πρόκειται / να δει παιδιά στα γόνατά του, που θα να τον πουν παππάκη, ανίσως κάποτε γυρίσει από τον πόλεμο κι απ’ τη σφαγή της μάχης. Πως να εξηγήσουμε αυτή την μεταφραστική επιλογή; Μήπως θα έπρεπε να δοθεί μια εξήγηση;

Στα Επιλεγόμενα, που παρατίθενται μετά τη μετάφραση, ο Δ.Μ ρωτάει “ποια είναι η πιο καλή μετάφραση: η πιστή; η άπιστη; η μισοβέζικη; Η κατά γράμμα; η κατά νόημα; η φιλολογική; η λογοτεχνική;  Και απαντά: όλα αυτά μαζί είναι η καλύτερη μετάφραση. Ένας πολύ βολικός τρόπος να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στην μετάφραση της λογοτυπικής από την αρχή ως το τέλος Ιλιάδας. Να όμως ποιο είναι το αποτέλεσμα: πολλοί λογότυποι δεν μεταφράζονται· κάποιοι άλλοι, άλλοτε μεταφράζονται κι άλλοτε όχι· οι περισσότεροι που μεταφράζονται,  μεταφράζονται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά· άλλοι μεταφράζονται πιστά με ολόθρια αποτελέσματα· άλλοι παραλείπονται· πολλές φορές το νόημα διαστρεβλώνεται· άλλες φορές δεν κατανοούνται τα συμφραζόμενα· και βέβαια αγνοούνται τα πολύ σημαντικά  πορίσματα της ομηρικής φιλολογίας και των συναφών με αυτήν κλάδων σχετικά με την μορφή, τη σημασία και τον χειρισμό των λογοτύπων. Στις εγγενείς και αξεπέραστες δυσκολίες της μετάφρασης της Ιλιάδας προστίθενται κι όλες αυτές οι άστοχες μεταφραστικές επιλογές· οι Κ-Κ κατάφεραν να τις αποφύγουν. Κι εάν η μετάφραση τους διασώζει κάποια ίχνη, πολύ μεγάλο επίτευγμα,  από το πιο κομψό, ίσως,  αφηγηματικό ύφος της λογοτεχνίας, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο και για τη μετάφραση του Δ. Μ.

Ο Δ. Μ.  γράφει στα Επιλεγόμενα ότι φιλοδοξεί η μετάφρασή του να επιβιώσει στο πέρασμα του χρόνου. Διαπιστώσαμε ότι κανένα υπόμνημα και καμιά μετάφραση δεν μπορεί να επιβιώσει. Θα μας είναι χρήσιμα αλλά απαρχαιωμένα. Η μετάφραση των Κ-Κ είχε αυτή τη μοίρα. Ο χρόνος θα δείξει ποια θα είναι και η μοίρα της μετάφρασης του Δ. Μ.

Σχολιάστε ελεύθερα!