τα αριστερά τσιράκια του Κυρίου

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.

Θα γνωρίζετε ότι όταν μεταχειρίζομαι τον όρο Κύριος δεν εννοώ έναν Κύριο αλλά ένα πλήθος Κυρίων. Αυτό το πλήθος όχι μόνο δεν είναι ομοιογενές αλλά μεταξύ των κατηγοριών των Κυρίων υπάρχει μια ιεραρχία. Η πρώτη, η ισχυρότερη, είναι αυτή των καπιταλιστών της παραγωγής και του χρήματος, η οποία είναι κι αυτή ένα σύνολο ομάδων αλλά με αυτό το ζήτημα δεν θα ασχοληθούμε τώρα. Η κατηγορία αυτή διατάζει όλους τους άλλους αλλά δεν διατάζεται από καμμιά άλλη, από αυτές που βρίσκονται πιο κάτω στην ιεραρχία.

Η δεύτερη κατηγορία Κυρίων είναι οι σύμβουλοι των καπιταλιστών.

Continue reading

γυναικοκαβγάς: λεία και απόλαυση

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.

Σήμερα, θα καταπιαστούμε με την άποψη ότι η έρις μεταξύ του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα ήταν ένας γυναικοκαβγάς, άποψη που υποστηρίζει ο Δ. Μαρωνίτης στο άρθρο του ‘η παθολογία του ιλιαδικού πολέμου’ (the books’ journal, τ. 4, σ. 33-35) και με τις  λέξεις λεία και απόλαυση. Θα δείξουμε όχι μόνο ότι δεν ήταν γυναικοκαβγάς αλλά και τι σημαίνει αυτή η άποψη, δηλαδή τι αποκρύβει και τι αποσιωπεί. Για να το κάνουμε όμως αυτό θα πρέπει πρώτα να μελετήσουμε τις λέξεις λεία και απόλαυσις διότι οι γυναίκες για τις οποίες καβγάδισαν ο ισχυρός Αγαμέμνων και ο λιγότερο ισχυρός, υποτελής Κύριος, ο Αχιλλέας, δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι ούτε φοιτήτριες αλλά αιχμάλωτες τις οποίες άρπαξε ο Αχιλλέας από τα χωριά τους, σκοτώνοντας όλους τους άνδρες, αρπάζοντας  κάθε κινητό, άψυχο και έμψυχο, καίγοντας τα χωριά.

Τη λέξη λεία τη διαβάζουμε για πρώτη φορά στην Ιλιάδα (πέντε φορές, Ι 138 = Ι 280  Λ 676   Μ 7  Σ 327)  με τη μορφή (ιωνικής διαλέκτου) ληΐς, ληΐδος.  Στην αττική διάλεκτο η λέξη έχει τη μορφή λαΐα. Στην Ιλιάδα διαβάζουμε και το επίθετο ληϊάς, στον Υ 193: ληΐδας δέ γυναίκας, ελεύθερον ήμαρ απούρας [μιλάει ο Αχιλλέας]: { Στη Λυρνησσό . . . , το κάστρο επήρα /}  και τις γυναίκες σκλάβες έσυρα, πιά λεύτερη μέρα να μη χαρούν. (μτφ. Κ. Καζαντζάκης – Ι. Κακριδής).  Πιθανότατα, η λέξη να είναι και το δεύτερο συνθετικό στη λέξη αγελείη, ‘αυτή η οποία οδηγεί τη λεία’, επίθετο της Αθηνάς ( Ε 765  Ζ 269 = Ζ 279  Λ 728  Ο 213) αλλά και ώς όνομα της ίδιας της Αθηνάς (Αγελείη, Δ 128) (Λέω πιθανότατα διότι ενδέχεται το -λείη να μην προέρχεται από τη λεία αλλά από τη λάξ λαός και να σημαίνβει αυτή  που οδηγεί τον λαόν, τον στρατό). Στον Κ 460 διαβάζουμε το επίθετο ληΐτις που αποδίδεται στην Αθηνά και σημαίνει ό,τι και το αγελείη. Από την ίδια ρίζα προέρχεται το ρήμα ληΐζομαι ( Σ 28: κι οι σκλάβες, που ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος είχαν κουρσέψει ληΐσσατο), όπως και το ρηματικό επίθετο ληϊστός (Ι 406, 408 [λεϊστή}). Και ο δωρικός και ο ιωνικός τύπος προέρχονται από τη μορφή λαFία, όπου το F ήταν ένα ημίφωνο που σιγήθηκε κατά τους Σκοτεινούς χρόνους (1100-700 π. Χ.) και το οποίο άλλοτε προφερόταν ως φωνήεν κι άλλοτε ως σύμφωνο, ανάλογα με το περιβάλλον). Η λέξη δηλώνει το αποτέλεσμα της αρπαγής, τα λάφυρα, αρχικά τα έμψυχα (ζώα και άνθρωποι) και αργότερα γενικά τα λάφυρα, την ίδια την αρπαγή. (Για τα άψυχα λάφυρα, υπάρχει η λέξη κτήματα. ). Το ότι δήλωνε πρωταρχικά την έμψυχη λεία φαίνεται και στο ρήμα λεηλατώ (λεία και ελαύνω), πρώτη φορά στον Αίαντα του Σοφοκλέους, που γράφτηκε μεταξύ 460-454 π.Χ. Υπάρχει και μια άλλη λέξη, το λήϊον, επί λέξει ‘αυτό που έχει αρπαχτεί’, το οποίο δηλώνει το καλλιεργημένο χωράφι (Β 147 Λ 559  Ψ 599). Πέντε φορές διαβάζουμε και το όνομα του αρχηγού των Βοιωτών Λήϊτος. Στην Οδύσσεια διαβάζουμε και τις λέξεις ληιστής, ληιστήρ και  ληίστωρ.

Η αρχαιότερη μαρτυρία της λέξης απόλαυσις εντοπίζεται στον Επιτάφιο του Περικλή, στον Θουκυδίδη (Β 38), όπου η συσχέτισή της με τη λεία είναι φανερή: Κι ακόμα μας έρχονται, έτσι μεγάλη που είναι η πόλη μας, από την πάσα γη τα πάντα, και φτάνουμε τα αγαθά που γίνονται εδώ  να μην τα χαιρόμαστε καθόλου σαν πιο δικά μας (μηδέν οικειοτέραι τηι απολαύσει) απ’ ό,τι και των άλλων ανθρώπωνα δικά. Το ρήμα απολαύω το διαβάζουμε πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (6.86). Το δεύτερο συνθετικό -λαύω προέρχεται από ρίζα λαF-, από την οποία παράγεται και η λέξη λεία. Αυτή η ετυμολογική συγγένεια μας ωθεί να αναρωτηθούμε ποια σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη λεία και την απόλαυση. Τι σημαίνει η ρίζα λαF-;  Εάν σημαίνει τη χαρά, την ηδονή, μήπως η λέξη λεία δηλώνει την ηδονή της αρπαγής, την αρπαγή ως την κατ΄εξοχήν ηδονή του ήρωα;

Continue reading

αρχαία ελληνικά στο δημοτικό; η φιλία στο Facebοok

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.

Μετά από προτροπή ενός καλού φίλου, που του έχω εμπιστοσύνη, έκανα εγγραφή στο Facebook. Προσωπικά δεν με βοηθάει σε τίποτα και δεν πολυασχολούμαι. Κάνω καμιά βόλτα, ακούω κάνα τραγουδάκι, τίποτα παραπάνω. Χτές έπεσα σε μια ανάρτηση (ανάρτηση το λένε;) ενός από τους φίλους μου, τους 31. Γνωρίζω 7 από αυτούς και αυτές. Οι άλλοι μου είναι παντελώς άγνωστοι. (Κάποιος έχει 4.οοο φίλους και βάλε!). Ο Γεώργιος Τσακιράκης, δεν τον γνωρίζω, είναι μέλος (ένας από τους 5.001) μιας κίνησης που απαιτεί την ένταξη της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Έκανα δυο σχόλια, το ένα μετά το άλλο. Να το πρώτο:

Αίσχος! Απαράδεκτο! Πόσο ακόμα θα στερήσετε από τα παιδιά το παιχνίδι; Πόσο ακόμα πιο πολύ θα τα φυλακίσετε και θα τα βασανίσετε;

Και το δεύτερο, καπάκι:

Εσύ, Γεώργιε Τσακιράκη, γνωρίζεις Αρχαία Ελληνικά; Εγώ, γνωρίζω, είμαι οικοδόμος, καλουπατζής.

Και η απάντηση από τον Γεώργιο Τσακιράκη.

Καλέ μου Θανάση, ηρέμησε. Δεν ξέρω βέβαια τα πραγματικά ελατήρια αυτής της, σχεδόν προσωπικής και σχεδόν υβριστικής, επίθεσης αλλά έχεις την αγάπη μου. Τυχαίνει να έχεις απέναντί σου έναν καθηγητή της κλασικής λογοτεχνίας και, ταυτόχρονα, λ…άτρη της νέας ελληνικής γλώσσας την οποία με σεβασμό και πάντα υπηρετεί. Την πρώτη μου βέβαια ιδιότητα (του κλασικού φιλόλογου) δεν την ήξερες. Τη μαθαίνεις τώρα. Πώς είναι λοπόν δυνατό να κατηγορείς ευθέως κάποιον-που ποτέ δεν ήξερες το επάγγελμά του- για άγνοια και επιπλέον να κομπάζεις για προσωπική σου γνώση (την οποία άλλωστε δεν πρόκειται-στο βαθμό που υπάρχει-να στην αμφισβητήσω); Εγώ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΠΑ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ και μάλιστα σε άγνωστό μου-επαγγελματικά και ανθρώπινα- “ΕΓΩ ΞΕΡΩ ΚΙ ΕΣΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ”. Παραλίγο να μου πεις και “ρε”. Αντιλαμβάνεσαι πως κάνεις κάποιο λάθος; Χαίρομαι πολύ που είσαι ό,τι είσαι και ό,τι κάνεις. ΧΡΗΣΙΜΟΤΑΤΑ ΟΛΑ. Χρησιμότατος όμως και ο σεβασμός και η σύνεση μπροστά στο άγνωστο. ‘Εν οίδα ότι ουδέν οίδα”. Τον ξέχασες τον Σωκράτη; Αρχαία Ελληνικά είναι. Με μήνυμα. Μην επαίρεσαι. Να συζητάς. Για τις υπόλοιπες θέσεις σου θα σου πω αύριο. Συνηθίζω να σκέφτομαι πριν μιλήσω.

Απαντώ:

Continue reading

there’s daggers in men’s smiles (Macbeth, ACT II SCENE III)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.

Χτες, ο Αντιφάτης μου χάρισε τρανή χαρά.

Επισκέπτομαι μια φορά το χρόνο την Αθήνα, δυο τρεις τη Θεσσαλονίκη, αγοράζω (δυστυχώς) μερικά βιβλία που χρειάζομαι, κάνω καμιά βόλτα στα βιβλιοπωλεία, τυχαίνει και πιάνω στα χέρια μου τον Μάκβεθ στο πρωτότυπο, τον Άμλετ, τον Βασιλιά Λιρ, τον Οθέλο, δεν φτάνουν τα ρημάδια τα λεφτά, λέω, μια άλλη φορά, έγινα 53 κι ακόμα ένα έργο του Σέξπυρ,  όπως προτείνει ο Θόδωρας, δεν έχω διαβάσει.  Μόνο μεταφρασμένα. Και χτες, ο Αντιφάτης μου υποδεικνύει ένα site με το κείμενο του Μάκβεθ. Κάνω ένα κλίκ και εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μου ένας κατάλογος με όλα τα έργα του Σέξπυρ. Πάω στον Άμλετ, διαβάζω, Who’s there? Nay, answer me. Hand, and unfold yourself. Πάω στον Οθέλο, διαβάζω, Tush! never tell me; Τυπώνω τις δυο πρώτες σκηνές του Μάκβεθ και με τη βοήθεια λεξικού και μετάφρασης, με το μολύβι στο χέρι, διαβάζω. Μου αρέσει πολύ το διάβασμα.

Πάω στη δεύτερη πράξη του Μάκβεθ, στο τέλος της τρίτης σκηνής και διαβάζω There’s daggers in men’s smiles. Ο Β. Ρώτας μεταφράζει: Εδώ ‘χουν  τα χαμόγελα λεπίδες: όσο πιο στενή / συγγένεια από αίμα, τόσο πιο αιμοβόρα. Πολλοί ισχυρίζονται, και συντάσσομαι μαζί τους, ότι το χαμόγελο και το γέλιο είναι μετεξέλιξη μιας γκριμάτσας εκφοβισμού. Ίσως να μην μάθουμε ποτέ κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτή η μετεξέλιξη. Πάντως, τα daggers, οι λεπίδες, είναι τα δόντια, και όχι μόνο, αλλά κυρίως αυτά. Όταν (χαμο)γελάμε δείχνουμε τα δόντια μας – ο εκφοβισμός πάντα υπάρχει. Τρόμος δηλαδή, και αυτού που γελάει και αυτού που το βλέπει. Τα  δόντια είναι ένα αρχέγονο όπλο. Δεν είναι τυχαίο που τα παιδιά το χρησιμοποιούν ενστικτωδώς , αμείλικτα, αλύπητα, αδίστακτα, μα πάντα αποτελεσματικά. Άλλωστε, οι περισσότεροι φόνοι, το 97%, γίνονται μεταξύ ανθρώπων που είναι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, συνέταιροι. Γιατί να σκοτώσεις έναν ξένο; Έχει λόγους κάποιος να σκοτώσει τον πατέρα του ή τη μάνα του, έχει λόγους να σκοτώσει κάποιος τη γυναίκα του η τον εραστή της, έχει λόγους να σκοτώσει κάποιος τον συνεταίρο του που τον έριξε. Έτσι δεν είναι;

Μια χαρά χαρίζεις, εφτά σου χαρίζει η ζωή. Ένα κακό κάνεις, εφτά πέφτουν στο κεφάλι σου. Έχει υπάρξει όμως άνθρωπος που να μην έχει κάνει κακό; ΟΧΙ!  Είμαστε και καλοί και κακοί. Για τον Σέξπυρ, Κακό είναι η κατάργηση των ορίων της ελευθερίας και της επιθυμίας. Αυτό είναι σαφέστατο στον Μάκβεθ. Και το να κάνεις ή να βλέπεις τον άλλον να υποφέρει. (Αυτό είναι ο Θεός, το Ύψιστο Κακό, η πλήρης κατάργηση των ορίων της ελευθερίας και της επιθυμίας).

Δυο μπουκάλια κρασί τα άφησα στην άκρη. Δεν είναι για μένα.

η στάση ζωής ‘άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε’ είναι απάτη ή αντίφαση της εποχής μας;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα. Τρύφωνα και Ζαφείρη, καλή σας μέρα.

Άλλοτε είναι απάτη κι άλλοτε αντίφαση. Δεν μας ενοχλεί, όταν είναι αντίφαση. Άνθρωποι είμαστε, δεν έχουμε όλοι το ίδιο κουράγιο, την ίδια ισχυρή θέληση, τα ίδια ερείσματα. Είναι εύκολο να κατηγορείς, δύσκολο όμως να κατανοείς τον άλλον. Συμβαίνει πολύ συχνά: αλλού εμείς πηγαίναμε κι αλλού η ζωή μας πάει. Επίσης, πολύ συχνά, συνειδητοποιούμε, λίγο πριν κοιμηθούμε, την ώρα που εξομολογούμαστε στον εαυτό μας (λες κι ο  ύπνος  να είναι  θάνατος) ότι δεν ζούμε όπως θα θέλαμε να ζούμε. Ξαφνικά, μια μέρα, αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε οικογένεια και υποχρεώσεις, γυναίκα ή άνδρα που δεν τον/την γουστάρουμε, δουλείά που δεν μας δίνει χαρά και δεν έχει νόημα για μας, υπομένουμε την κατάσταση και είτε περνάμε έτσι τη ζωή μας ή τρελαινόμαστε, αυτοκτονούμε, παθαίνουμε κατάθλιψη ή μας βρίσκει ο λύκος, όπως λένε και στο χωριό μου, ο καρκίνος δηλαδή. Κάποιοι, κάποιες κάνουν τη μεγάλη υπέρβαση. Τα παρατάνε και φεύγουν, παίρνοντας μαζί τους ασφαλώς και τη ψυχή τους. Οι πιο τολμηροί αναδομούν τον χαρακτήρα τους, αλλάζουν τις αντιλήψεις τους, τις αξίες τους, τον τρόπο σκέψης τους, αλλάζουν οι άνθρωποι, αναγκάζονται να αλλάξουν για να μη τα παίξουν. Η αναδόμηση όμως της ζωής μας και της προσωπικότητάς μας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πολλοί και πολλές τα παρατάνε, κάποιοι συνεχίζουν. Εάν αυτοί που συνεχίζουν συναντηθούν μεταξύ τους, τότε ζουν μια περιπέτεια πνευματική και κοινωνική που πολλοί και πολλές θα ήθελαν να ζήσουν. Έχοντας επίγνωση ότι αυτοί οι άλλοι, οι άλλες είναι η δύναμή μας, επιδιώκουμε να τους συναντήσουμε και να συνάψουμε σχέσεις που θα ερείδονται στη συμβίωση, τη συνεργασία, την αλληλοβοήθεια και την αλληλοκατανόηση,  την ειλικρίνεια και την ευθύτητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άλλα λέμε το πρωί κι άλλα το βράδυ, το λέμε και ξελέμε, το άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε, δεν έχει καμιά θέση στη ζωή μας. Καμιά απολύτως.

Το ‘λέμε και ξελέμε’, το ‘άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε’ είναι μια κατάρα, είναι ένα πλήγμα που το έχουμε υποστεί πολύ συχνά, το υφιστάμεθα καθημερινά. Οι γονείς δεν κρατάνε τις υποσχέσεις τους κι αυτό είναι τόσο, μα τόσο οδυνηρό για τα παιδιά. Τα οποία ενοχλούνται τόσο πολύ που έχω συγκλονιστεί. Έχω συγκλονιστεί. Ως παιδί, υπέφερα πολύ από αυτό και τώρα είμαι βέβαιος ότι πολλά από τα προβλήματα που είχα στη ζωή μου οφειλόταν σε αυτό. Τα τρελαίνουμε τα παιδιά όταν δεν κρατάμε τις υποσχέσεις μας. Εξαγριώνονται, θα σε φάνε ζωντανό αν δεν κάνεις αυτό που είπες. Αν βέβαια τους υποσχεθείς ότι θα πάτε στη θάλασσα την Κυριακή και την Κυριακή βρέχει, θα το δεχτούνε. Ειδάλλως, την έβαψες.

Continue reading

μισθός για όλους και όλες

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΑΜΛΕΤ: Όχι, μη λες πως σε κολακεύω! Γιατί εγώ / τι έχω από σε   να  περιμένω, που όλη κι όλη / περιουσία σου έχεις την καλή σου γνώμη, / που αυτή σε τρέφει και σε ντύνει; έναν φτωχόν /  πως να τον κολακέψεις;(πρ. 3, σκ. 2)

φίλες και φίλοι, με ρωτούν συχνά  για το ζήτημα του μισθού και νιώθω την υποχρέωση να επανέλθω για άλλη μια φορά και να διευκρινίσω τη θέση μου, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εικοσάωρη βδομαδιάτικη εργασία. Αυτό που με ρωτούν, καλο- ή κακοπροαίρετα,  είναι να καθορίσω το ποσό του μισθού. Δεν θα το κάνω τώρα και δεν θα το κάνω ποτέ. Το μόνο που θα κάνω είναι να προτείνω ένα ποσό που εγώ θα ήθελα να μου παρέχει η κοινωνία, δηλαδή οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου, ένας εκ των οποίων είμαι και εγώ, όπως είσαστε και εσείς, αφού διευκρινίσω, σύντομα και απλά, ορισμένα ζητήματα.

Όταν λέω μισθός, ο νους σας πάει στα χρήματα. Και ο δικός μου εκεί πάει. Αλλά ο δικός μου, δεν ξέρω ο δικός σας, δεν πάει μόνο εκεί. Όταν λέω μισθός εννοώ και ένα μέρος του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου με το οποίο ικανοποιώ κάποιες βασικές ανάγκες, οι οποίες είναι γνωστές τοις και ταις πασι: στέγη, φαγητό, ένδυση-υπόδηση, περίθαλψη, εκπαίδευση, μετακίνηση. Αυτές είναι οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη τώρα πιά με την διεθνοποίηση του καπιταλισμού. Ο πλούτος που παράγεται σήμερα φτάνει και περισσεύει να καλύψουμε όλοι και όλες αυτές τις ανάγκες. Αντ’ αυτού, παντού θα δούμε πεινασμένους, διψασμένους, άστεγους, άνεργους, εξαντλημένους, ασθενείς, καταθλιπτικούς, μοναχικούς,  φοβισμένους, αποβλακωμένους, ανήσυχους, αγχωμένους, ανασφαλείς. Αυτή η αντίφαση, που οξύνεται μέρα με τη μέρα, φέρνει νομοτελειακά  εξεγέρσεις και επαναστάσεις, φέρνει δηλαδή την υπέρβαση της αντίφασης: όλοι και όλες παράγουμε τον κοινωνικό πλούτο, όλοι και όλες θα τον απολαύουμε.

Κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων οι εξεγερμένοι συμπυκνώνουν, συνοψίζουν την βασική τους επιθυμία σε ένα σύνθημα, απλό και περιεκτικό. Κατά τη γνώμη μου, το σύνθημα αυτό πρέπει να είναι εικοσάωρο και μισθός για όλους. Είναι πρόταση, δεν είναι διαταγή. Είναι δική μου επιθυμία, και της γυναίκας μου, και των παιδιών μου, και των φίλων μου, και των φίλων των φίλων μου. Ίσως, δεν γνωρίζω, να είναι και δική σας επιθυμία. Εάν δεν είναι, δεν φέρω τη παραμικρή ευθύνη.

Continue reading