ο Κύριος τσιμπουκώνει τους Υποτελείς

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Έχετε διαβάσει την Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον;

‘Γονατισμένοι [46 σκλάβοι] στην ομίχλη, περίμεναν το καψόνι κάποιου φρουρού, ή δύο, ή τριών. Ή ίσως να το ‘θέλαν όλοι. Να το ‘θελαν από έναν συγκεκριμένο κρατούμενο ή από κανέναν – ή απ’ όλους.

-Πρωινό;  Θες πρωινό, αράπη;

-Μάλιστα, Κύριε.

-Πεινάς, αράπη;

-Μάλιστα, Κύριε.

– Ορίστε.

Συχνά ο γονατισμένος άντρας προτιμούσε μια βολή στο κεφάλι προκειμένου να πάρει μαζί του στον Ιησού, ως αντίτιμο ίσως, ένα κομματάκι πόσθης. Αυτό δεν το ‘ξερε τότε ο Πωλ Ντη. Κοίταζε τα παράλυτα χέρια του, μύριζε το φρουρό, άκουγε τους σιγανούς γρυλισμούς του, τόσο όμοιους με των περιστεριών, καθώς στεκόταν μπροστά σ’ αυτόν που γονάτιζε μες την ομίχλη στα δεξιά του. Σίγουρος ότι θα ήταν η σειρά του, αναγούλιασε – μη βγάζοντας τίποτα. Ο φρουρός που παρατηρούσε του τσάκισε τον ώμο με το όπλο και ο απασχολημένος με τον άλλο φρουρός αποφάσισε να παραλείψει προς το παρόν τον καινούργιο, αρκεί το παντελόνι και τα παπούτσια του να μην λερώνονται από νέγρικα ξερατά’.

Το λήμμα τσιμπουκώνω δεν θα το διαβάσετε σε κάνενα λεξικό. Ούτε το τσιμπούκωμα.  Στο απόσπασμα που παρέθεσα, η Μόρισον περιγράφει πως οι λευκοί φρουροί τσιμπούκωναν τους νέγρους κρατούμενους. Δεν υπάρχουν

Continue reading