αντίδωρο

αντίδωρο

Δεν ήταν με τη μάνα του, ήταν με τον αδερφό του. Μεγαλύτερος, πρώτη φορά τον έβλεπα.

– Γειά σας, ρε μάγκες, χαιρέτησα, πετώντας ένα τσαλακωμένο δεκάεβρο πάνω στη δίκην πάγκου προθήκη ψυγείου των κρεάτων, διατελών εν ευθυμία, εξ ουζερίου προερχόμενος, στο οποίο δεν θα ξαναπάω· η σύγχυση μεταξύ μεζέ και γεύματος με ενοχλεί, όπως και μεταξύ ανθρώπου και προβάτου. 

– Καλημέρα, τι κάνεις; με ρωτάει ο μεγαλύτερος.

– Δεν είμαι καλά, του λέω.

– Τι έχεις;

– Είμαι ευτυχισμένος, του λέω.

Ξύνει το κεγάλι του.

– Δεν το κατάλαβα,  μου λέει.

-Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, δεν είμαστε καλά, επαναλαμβάνω και συμπληρώνω: από τη πολλή ευτυχία μπορεί να μην σκέφτεσαι, να μη βλέπεις μακριά, να τρελαθείς, να πεθάνεις. . .

Continue reading