Στην ‘Πανδαισία του Λαβυρίνθου’, 24 Ιανουαρίου 2239 μ. Χ.

Στην ‘Πανδαισία του Λαβυρίνθου’, 24 Ιανουαρίου 2239 μ. Χ.    

 

      Ακόμα δεν μπορώ να το  πιστέψω, είπε η προς στιγμήν μονόφθαλμη Α ξαναφέρνοντας την τούφα του μαλλιού στη θέση της. Και συνέχισε. Δεν έδειχνε τριάντα χρόνια νεότερη, ήταν τριάντα χρόνια νεότερη, δεν είμαι καθόλου υπερβολική. Απίστευτο! Φαντάζεστε να είμαι τριάντα ενώ είμαι εξήντα; Η Β την άκουγε με προσοχή. Και ρώτησε. Έχεις τη διεύθυνση της εργαστηρίου; Η Α κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Θέλεις να πάμε μαζί; Η Β συμφώνησε κι εγώ γύρισα να δω αν είχε σβήσει το κόκκινο φωτάκι. 

      Το κόκκινο φωτάκι ήταν κόκκινο. Άντεχα, για πέντε δέκα λεπτά ακόμα άντεχα. Καθίσαμε στο ένα και μοναδικό άδειο τραπέζι, δίπλα στη τζαμαρία του κήπου της ζούγκλας. Αυτό είναι το αγαπημένο μου τραπέζι, είπε η Α μόλις καθίσαμε. Πόσο χαίρομαι που γιορτάζουμε τα γενέθλιά  μου εδώ. Σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά είπε. Κρίμα που δεν επιτρέπεται να περπατήσουμε στον κήπο. Μα γιατί δεν επιτρέπεται; 

Continue reading